Τα ορφανά

Συγγραφέας: Ντένις Κέλι
Μετάφραση: Κοραλία Σωτηριάδου
Σκηνοθεσία: Νεοκλής Νεοκλέους
Σκηνογραφία / ενδυματολογία: Μαρίζα Παρτζίλη
Σχεδιασμός φωτισμού: Σταύρος Τάρταρης
Μουσική επιμέλεια: Εύα Σταύρου
Ερμηνεύουν: Νεοκλής Νεοκλέους, Γιώργος Νικολάου, Χριστίνα Χριστόφια

Η ιδιαίτερη συμπάθεια που φαίνεται να τρέφουν οι εγχώριες θεατρικές ομάδες στο θέατρο της σκληρότητας (το γνωστό ως “in-yer-face theatre”), και μάλιστα αγγλικής καταγωγής, έχει εξοικειώσει σε μεγάλο βαθμό το θεατρικό κοινό με τη θεματολογία και τις τεχνικές αυτού του είδους (τόσο που, συχνά, η ακραία λεκτική και σωματική βία που χρησιμοποιεί φτάνουν αποδυναμωμένες, χάνοντας το στοιχείο του απρόσμενου και του αιφνιδιαστικού). Αν και το περιβάλλον το οποίο περιγράφουν ανταποκρίνεται πολύ περισσότερο στις πολυεθνικές μεγαλουπόλεις και ιδιαίτερα στις υποβαθμισμένες εργατικές συνοικίες, θα ήταν αφελές να υποστηρίξουμε ότι η ακραία (ή μη) ρατσιστική βία ως απόρροια της ανέχειας και της παντός είδους κρίσης δεν αφορά το μικρό, φαινομενικά ειδυλλιακό, νησί της Κύπρου.

Το έργο “Τα Ορφανά” του Άγγλου Ντένις Κέλι, αν και εντάσσεται σε αυτό το είδος θεάτρου, εξερευνά το θέμα της πολύμορφης αστικής βίας περισσότερο μέσα από τις τεχνικές του ψυχολογικού θρίλερ, το οποίο καθιστά τον θεατή ενεργό συμμέτοχο: από την πρώτη κιόλας στιγμή καλείται να προβλέψει, να συσχετίσει, να κατανοήσει, να αποδεχτεί, να απορρίψει. Με άλλα λόγια, να πάρει θέση. Στο έργο του η βία δεν είναι απροκάλυπτη. Κρύβεται μέσα σε ένα μεσοαστικό σαλόνι όπου ένα ζευγάρι, η Έλεν και ο Ντάνι, ετοιμάζει ένα ρομαντικό δείπνο. Τη σκηνή διακόπτει η εισβολή του Λίαμ, αδερφού της Έλεν, ο οποίος είναι καλυμμένος παντού με αίμα. Η αρχική του εκδοχή της ιστορίας, ότι δηλαδή προσπάθησε να βοηθήσει ένα τραυματισμένο παιδί στον δρόμο, γρήγορα ανατρέπεται και τα όρια των τριών προσώπων δοκιμάζονται και ανατρέπονται. Μέσα από έναν αποσπασματικό λόγο, όπου κανείς από τους χαρακτήρες δεν κατορθώνει να ολοκληρώσει μια φράση ή μια σκέψη χωρίς να διακόπτεται από τον άλλον, μέσα από τη σταδιακή και θραυσματική αποκάλυψη του παρελθόντος των δύο ορφανών, τη χειριστικότητα και την επιβολή του ενός επί του άλλου και την ολοένα και πιο έντονη απειλή των “άλλων”, των “έξω”, των “ξένων”, οι τρεις ήρωες αποδεικνύονται απρόβλεπτοι, ρευστοί και αβέβαιοι, όπως ρευστό και αβέβαιο φαίνεται να είναι και οτιδήποτε τους περιβάλλει. Μέσα σε ένα μικρό αστικό σαλόνι ο συγγραφέας κατορθώνει, πότε πρόδηλα και πότε υπαινικτικά, να θέσει ενώπιον θεατρικών χαρακτήρων και θεατών ζητήματα ηθικών φραγμών και ορίων, αμφισβήτησης συγγενικών και συζυγικών δεσμών, μητρότητας, ξενοφοβίας και κοινωνικών ευθυνών. Ο θεατής καλείται εν τέλει να αποφασίσει εάν, υπό κάποιες συνθήκες, θα μπορούσε να ξεπεράσει τα προσωπικά του όρια και να μεταμορφωθεί από θύμα σε θύτη. Το ίδιο το έργο δεν καταλήγει σε ηθολογικά συμπεράσματα ούτε και προτείνει λύσεις. Κατ’ ακρίβεια οι ήρωές του παραμένουν το ίδιο μετέωροι και το ίδιο αβέβαιοι για το τι θέλουν και το πώς προχωρούν.

Η αρχική εξαγγελία του Θεάτρου ΑντίΛογος μας προετοίμασε για ένα θεατρικό αναλόγιο. Εν τέλει, αυτό που παρακολουθήσαμε ήταν μια καθ’ όλα ολοκληρωμένη παράσταση σε όλα τα επίπεδα. Η σκηνοθεσία που ακολούθησε ο Νεοκλής Νεοκλέους ήταν σε απόλυτη σύμπνοια με το είδος του έργου. Λιτή, αλλά άκρως υπαινικτική, δημιούργησε εξ αρχής την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και το αίσθημα του εγκλεισμού. Κρατώντας το επίκεντρο της δράσης μέσα στο σαλόνι και γύρω από το τραπέζι, το οποίο μετατρέπεται σε πεδίο λεκτικών μαχών, η σκηνοθεσία του Νεοκλή Νεοκλέους κινείται με μια ρευστότητα ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον συμβολισμό, ακολουθώντας έτσι και τη ρευστότητα των χαρακτήρων του έργου. Την αισθητική της σκηνοθεσίας ακολουθεί και ενισχύει και το σκηνικό της Μαρίζας Παρτζίλη, το οποίο, ενώ τοποθετεί στο κέντρο το ρεαλιστικό τραπέζι με τις καρέκλες, τα σερβίτσια και το φαγητό (στο οποίο γίνεται συχνά αναφορά), καταργεί τους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού, όπως οι είσοδοι και οι έξοδοι από τη σκηνή. Όλα γίνονται φανερά και επί σκηνής, ενώ τη ρεαλιστική τάξη του διαμερίσματος, η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ψυχική ανισορροπία των ηρώων, διαταράσσει το απειλητικό τηλέφωνο που κρέμεται από το ταβάνι, όπως επίσης και η ανυπαρξία εξόδου διαφυγής, αφού το μόνο που τη σηματοδοτεί είναι ένα συμβολικό παράθυρο που αιωρείται πάνω από τους ηθοποιούς. Οι φωτισμοί του Σταύρου Τάρταρη κινούνται διαρκώς σε χαμηλές εντάσεις, ενώ αφήνουν στο σκοτάδι και σε αργή κίνηση τις πραγματικές προθέσεις του ενός ήρωα προς τον άλλον. Οι μουσικές επιλογές της Εύας Σταύρου, συντονισμένες με το είδος του ψυχολογικού θρίλερ, προοικονομούν, ίσως κάποιες στιγμές με υπερβολικά προβλέψιμο τρόπο, την επερχόμενη καταιγίδα.

Οι τρεις ηθοποιοί κινήθηκαν, σχεδόν αποκλειστικά, στη ρεαλιστική αισθητική της παράστασης. Με καλή χημεία και οριακό συντονισμό που απαιτούσε ταχύτητα στον λόγο και την κίνηση και στην ουσία να μιλά ο ένας πάνω στα λόγια του άλλου, έδωσαν απόλυτα φυσικές, αληθοφανείς ερμηνείες. Η Χριστίνα Χριστόφια, ως άλλη Λαίδη Μακμπέθ και ιθύνων νους του εγκλήματος, κατορθώνει με την ερμηνεία της να δώσει την αντιφατική και ψυχικά ασταθή γυναίκα που δεν ξέρει τι θέλει πραγματικά και η οποία κρύβει πολύ περισσότερα από όσα δείχνει, τόσο σε σχέση με τον αδελφό της όσο και σε σχέση με τον σύζυγο και τα παιδιά της. Ο Γιώργος Νικολάου είχε να φέρει εις πέρας έναν σύνθετο ρόλο: του ψυχικά διαταραγμένου, εγγενώς ρατσιστή και βίαιου νέου, στον οποίο το τραυματικό παιδικό παρελθόν λειτούργησε καταλυτικά. Οι δεκάδες νευρωτικές μικροκινήσεις που καλείται να κάνει πρέπει να είναι σε απόλυτη αρμονία με έναν λόγο κοφτό, σπασμωδικό, γρήγορο και αποσπασματικό, στον οποίο αντανακλώνται η ένταση και η ανασφάλεια του ήρωα. Η ερμηνεία του Γιώργου Νικολάου κέρδισε πιο πολύ στη γρήγορη, ρυθμική, σχεδόν χορευτική κίνηση, η οποία ωστόσο απέβη, κάποιες στιγμές, εις βάρος του λόγου, με αποτέλεσμα οι ιδιαιτερότητες του ήρωα να αποτυπώνονται πιο πολύ εξωτερικά παρά εσωτερικά. Ο Νεοκλής Νεοκλέους ανέλαβε, κατά τη γνώμη μου, τον πιο δύσκολο ρόλο, από την άποψη ότι ο Ντάνι είναι αυτός που καλείται να κάνει τις πιο μεγάλες μεταβάσεις και μεταστροφές κατά την πορεία του έργου. Η μετακίνηση αυτή από τον φιλήσυχο, σχεδόν στωικό ανθρωπιστή, σε έναν άνθρωπο-βασανιστή, αποτυπώνεται με βαθιά εσωτερικότητα στην ερμηνεία του ηθοποιού που αποδεικνύει το βάθος των υποκριτικών του δυνατοτήτων.

Αν υπάρχει κάτι το οποίο μου έλειψε στην παράσταση αυτή, είναι οι πιο χαμηλοί, πιο εσωτερικοί τόνοι, οι παύσεις και οι σιωπές οι οποίες θα τροφοδοτούσαν με πιο πολλή δύναμη τις συγκρούσεις και την ένταση. Αυτό, βέβαια, δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για μια δυνατή παράσταση ενός αντίστοιχα δυνατού έργου. Γεγονός που επίσης δεν αναιρεί το ότι υπηρετεί ένα είδος θεάτρου το οποίο ακόμη δεν με έχει πείσει για την αληθοφάνεια, την αποτελεσματικότητα και την καθολικότητά του. Ότι, δηλαδή, κρατάει τον καθρέφτη απέναντι στην αστική κοινωνία, στον οποίο αντανακλάται ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Ένας Γέρος, μία θάλασσα

Συγγραφέας: Μαρία Χρυσάνθου Σκηνοθεσία: Αλεξία Παπαλαζάρου Σκηνικά / κοστούμια: Λάκης Γενεθλής Μουσική: Δημήτρης Ζαχαρίου ...

Ο Πελεκάνος

Παραγωγή: Τεχνοχώρος ΕΘΑΛ Συγγραφέας: August Strindberg Σκηνοθεσία: Λέα Μαλένη Παίζουν: Μικαέλλα Θεοδουλίδου, Ερμίνα Κυριαζή, ...

Η Γκόλφω

Συγγραφέας: Σπύρος Περεσιάδης Σκηνοθεσία / επεξεργασία κειμένου: Λέανδρος Ταλιώτης Σκηνικά / κοστούμια: Μικαέλλα Κάσινου ...

«Οι Καρέκλες»

Συγγραφέας: Ευγένιος Ιονέσκο Διασκευή / Ελεύθερη απόδοση / Σκηνοθεσία: Γιώργος Μουαΐμης Σκηνικά / Κοστούμια: ...

Αγαμέμνων

Σκηνοθεσία / φωτισμοί: Κωνσταντίνος Χατζής Αποσπάσματα μετάφρασης: Κ.Χ. Μύρης Μουσική σύνθεση: Γιώργος Κουμεντάκης Σκηνική ...

Το κέλυφος

Με τον συμβολισμό ενός κελύφους, η Κωνσταντία Σωτηρίου παρουσιάζει το άτομο που πάσχει από ...

X