Το χωριό Μαρί ή Marin (Marini)

  • Ένα έγγραφο του 1487 φέρνει στο φως νέα στοιχεία για το χωριό Μαρί και για έναν φεουδάρχη του, με καταγωγή από την οικογένεια των Κορνάρων. Όπως θα εξετάσουμε στη συνέχεια, ο γενάρχης της οικογένειας των Κορνάρων είχε ευεργετηθεί τον 14ο αιώνα από τον βασιλιά Πέτρο Α’ Lusignan, ο οποίος του είχε παραχωρήσει την Επισκοπή Λεμεσού και τη γύρω περιοχή. O κλάδος αυτός των Κορνάρων αργότερα έλαβε την προσωνυμία Κορνάρο-Επισκοπής, επειδή ακριβώς κατείχαν ως φέουδο την Επισκοπή Λεμεσού. Πολύ πιθανόν το Μαρί να είχε παραχωρηθεί από τότε στην ίδια οικογένεια, ωστόσο όμως δεν διαθέτουμε καμιά σχετική πηγή στην οποία να επιβεβαιώνεται. Επί των ημερών του τελευταίου Φράγκου βασιλιά της Κύπρου Ιακώβου Β’ Lusignan, το χωριό Μαρί παραχωρήθηκε από τον ίδιο σε έναν Φλωρεντινό, που υπηρετούσε ως πρόξενος της πόλης του στη μεγαλόνησο. Δεν αποκλείεται λοιπόν το χωριό να πέρασε και πάλι στην ιδιοκτησία της ίδιας οικογένειας επί βασίλισσας Αικατερίνης Κορνάρο, αφού στο έγγραφο του 1487 μαρτυρείται ως φεουδάρχης του ίδιου χωριού ένα μέλος των Κορνάρων της Επισκοπής.

    Το χωριό Marini ή Marin που έγινε Μαρί

    Το έγγραφο του 1487 είναι η παλαιότερη έως σήμερα πηγή στην οποία το χωριό Μαρί αναφέρεται ως Μαρίνι (Marini). Το χωριό γειτνιάζει με τον Βασιλοπόταμο του οποίου το αρχαίο όνομα ήταν Τέτιος, και εδώ είχε αγκυροβολήσει, σύμφωνα με τον θρύλο τον οποίο διασώζει ο χρονικογράφος μας Λεόντιος Μαχαιράς, η Αγία Ελένη. Νεότεροι συγγραφείς σχετικά με την άφιξη της Αγίας Ελένης στην Κύπρο αναφέρονται και στο Μαρί επειδή γειτνιάζει με τον Βασιλοπόταμο. Η περιοχή του Βασιλοποτάμου όπου βρίσκεται το Μαρί αναφέρεται και στην περίοδο της Λατινοκρατίας ως αγκυροβόλιο όπου προσάραζαν καράβια για να προμηθευτούν νερό ή τρόφιμα ή πολλές φορές επιδίδονταν σε ληστείες κουρσάροι ή πειρατές. Άλλωστε γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους στην ίδια περιοχή επί Βενετοκρατίας ένας λόχος από μέλη του ελαφρού ιππικού (stradioti) διενεργούσε ακτοφρουρές. Αναφέρουμε ενδεικτικά ότι το 1564, σύμφωνα με αναφορά του διοικητή του ελαφρού ιππικού που υπηρετούσε στον Βασιλοπόταμο και στο Μαρί, Τούρκοι πειρατές αγκυροβόλησαν στην περιοχή και έκλεψαν μεγάλη ποσότητα χαρουπιών, που τα είχαν συγκεντρώσει οι κάτοικοι σε σακιά και δεν πρόλαβαν να τα αποθηκεύσουν.

    Θα μπορούσε το Μαρί να είναι λογικά ο διάδοχος οικισμός του αρχαίου Μαρίου εάν ληφθούν υπόψη και τα όσα αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης. Συγκεκριμένα σημειώνει ότι ο Κίμων: “…θαλαττοκρατών Κίτιον μεν και Μάριον εξεπολιόρκησε”, γεγονός που δηλώνει ότι οι δύο πόλεις ήταν παράκτιες. Ωστόσο όμως κάτι τέτοιο δεν έχει τεκμηριωθεί από αρχαιολογική σκαπάνη. Τελικά το αρχαίο Μάριο τοποθετείται στην Πόλη της Χρυσοχούς και κοντά στην Αρσινόη.

    Στην ιστορία του Φλωρίου Βουστρωνίου, την οποία συνέταξε κατά τα μέσα του 16ου αιώνα, το χωριό σημειώνεται ως Marin. Αλλά ως Marin απαντά και στον χάρτη του Κύπριου μηχανικού Λεωνίδα Αττάρ του έτους 1542. Το χωριό αναφέρεται και στους τέσσερις βενετικούς καταλόγους με τα χωριά της Κύπρου. Το Μαρί κατά τη Βενετοκρατία ανήκε στο διαμέρισμα του Μαζωτού και μάλλον το ίδιο συνέβαινε και κατά τη Φραγκοκρατία, εφόσον η Γαληνοτάτη ακολούθησε τους θεσμούς των Φράγκων βασιλέων. To χωριό Μαζωτός κατά τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας ήταν ο κύριος οικισμός του ομώνυμου διαμερίσματος. Περιελάμβανε περίπου σαράντα οκτώ οικισμούς από τους οποίους είκοσι ένας χάθηκαν με την πάροδο των ετών.

    Στους τρεις από τους τέσσερις βενετικούς καταλόγους το χωριό Μαρί σημειώνεται ως Marin και σε ένα ως Mari. Στον τέταρτο κατάλογο του 1565 στον οποίο υπάρχει και η απογραφή σε κάθε χωριό της Κύπρου των ελεύθερων καλλιεργητών, των ονομαζόμενων φραγκομάτων, το χωριό, όπως αναφέραμε πιο πάνω, σημειώνεται ως Marin. Είχε τότε τριάντα έξι φραγκομάτους και ο πληθυσμός του θα ήταν ασφαλώς μεγαλύτερος, εφόσον στην απογραφή δεν περιλαμβάνονταν οι πάροικοι ούτε τα γυναικόπαιδα. Σε κάθε χωριό όμως υπήρχε συνήθως μεγαλύτερος αριθμός παροίκων από τους ελεύθερους καλλιεργητές. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Μαρί κατά τη Βενετοκρατία θα είχε συνολικά περίπου εκατό κατοίκους.

    Η οικογένεια του φεουδάρχη Λουκά Κορνάρο

    O φεουδάρχης Λουκάς Κορνάρος που κατείχε το Μαρί το 1487, είχε γενάρχη τον Φρειδερίκο Κορνάρο της οικογένειας Κορνάρο-Επισκοπής (Cornaro Piscopia), που υπήρξε σύγχρονος του Φράγκου βασιλιά της Κύπρου Πέτρου Α’ Lusignan. Ο Πέτρος Α’ όταν περιηγήθηκε την Ευρώπη το 1365 σε μια προσπάθεια να ενώσει τους ηγεμόνες της, ώστε να διοργανώσει μια νέα σταυροφορία και να βαδίσει εναντίον των απίστων για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων, έφθασε και στη Βενετία. Ο Φρειδερίκος Κορνάρος τότε πρόσφερε λαμπρή φιλοξενία στον βασιλιά της Κύπρου και του δάνεισε ένα τεράστιο ποσό, για τις ανάγκες του νέου πολέμου. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι ο βασιλιάς Πέτρος Α’ εξαιτίας αυτού του δανείου του παραχώρησε την Επισκοπή της Λεμεσού με τις εκτεταμένες εύφορες περιοχές και τα πλούσια νερά, κυρίως δε αυτά του ποταμού Κούρρη. Ο Φρειδερίκος Κορνάρος, οι αδελφοί του καθώς και τα παιδιά του, μεταξύ αυτών και ο Λουκάς, συνδέθηκαν έκτοτε στενά με την Κύπρο και ιδιαίτερα με το φέουδό τους την Επισκοπή, της οποίας το όνομα προσέθεσαν ως επίθετό τους δίπλα από το επίθετο Κορνάρο. Οι Κορνάροι Επισκοπής άφησαν τα ίχνη τους στην Κύπρο σε ό,τι είχε σχέση κυρίως με τη ζαχαροκαλλιέργεια στην Επισκοπή Λεμεσού. Πρόσφατες έρευνες καθώς και αρχαιολογικές ανασκαφές μάς παρέχουν πολύτιμες ενδείξεις για τις εγκαταστάσεις διυλιστηρίων ζάχαρης (raffinatori di zucchero), που είχε η οικογένεια Cornaro Piscopia στην Επισκοπή κατά τον 14ο έως και τον 16ο αιώνα.

    Οι Κορνάροι της Επισκοπής, όπως συνάγεται από το αρχειακό υλικό που έχουμε στη διάθεσή μας, κατείχαν ως φέουδο εκτός από την Επισκοπή και την Αλυκή της Λεμεσού αλλά και το χωριό Μόρφου. Η Δημοκρατία της Βενετίας μέσω των πρέσβεων και βα?λων που την εκπροσωπούσαν στην Κύπρο ενδιαφερόταν για τους υπηκόους της, που ήταν εγκατεστημένοι στην Κύπρο και ιδιαίτερα για την οικογένεια των Κορνάρων, που κατείχαν την Επισκοπή. Μεταξύ άλλων στην αλληλογραφία της Γαληνοτάτης με τον βασιλιά της Κύπρου τεκμηριώνεται ότι οι Κορνάροι κατά τα τέλη του 14ου αιώνα κατείχαν ως φέουδο και τη Μόρφου. Οι Κορνάροι ήρθαν πολλές φορές σε αντιπαράθεση και ενεπλάκησαν σε έριδες με τους Ιωαννίτες ιππότες, που κατείχαν το Κολόσσι εξαιτίας των νερών του Κούρρη ποταμού, τα οποία διεκδικούσαν αμφότεροι.

    Ο Μάριος και το χωριό Μαρί ή Μαρίνι

    Δεν αποκλείεται το όνομα του χωριού να προέρχεται από κάποιο φεουδάρχη ή οικιστή του χωριού με το όνομα Marino αφού, όπως προαναφέρθηκε, σε πηγή του 1487 το χωριό αντί Μαρί αναφέρεται ως Μαρίνι. Το έγγραφο του 1487 επί βασιλείας της Αικατερίνης Κορνάρο, μόλις δύο χρόνια πριν αφήσει το βασίλειό της μας παρέχει νέα και άγνωστα στοιχεία για ένα άλλο φέουδο των Κορνάρων, στην περιοχή Λεμεσού. Το χωριό Μαρί το οποίο στην προαναφερόμενη πηγή αναφέρεται ως Μαρίνι (Μarini) ανήκε ως φέουδο στον Λουκά Κορνάρο της οικογένειας Κορνάρο (Piscopia). Στις 18 Σεπτεμβρίου 1487 οι σύμβουλοι και ο προνοητής της Κύπρου ανέφεραν στο συγκεκριμένο έγγραφο ότι ο Λουκάς Κορνάρος όφειλε να πληρώσει διακόσια είκοσι βυζάντια φόρο δεκάτης, για τα εισοδήματα που είχε από το φέουδό του, το χωριό Μαρί(νι).

    Το χωριό Μαρί το 1464 είχε παραχωρηθεί από τον Φράγκο βασιλιά Ιάκωβο Β’ Lusignan σε ένα μέλος μιας οικογένειας, η οποία καταγόταν από τη Φλωρεντία. Πρόκειται για την οικογένεια Scuarcialupi και το μέλος της οικογένειας στο οποίο παραχωρήθηκε το χωριό Μαρί αλλά και το χωριό Ψεματισμένος ήταν ο Μάριος Scuarcialupi. Ας σημειωθεί ότι ο Μάριος Scuarcialupi αναφέρεται ως πρόξενος των Φλωρεντινών στην Κύπρο κατά τον 15ο αιώνα. Οι απόγονοι του προξένου και φεουδάρχη των δύο προαναφερόμενων χωριών εξακολούθησαν να ζουν στην Αμμόχωστο έως την κατάληψη της Κύπρου από τους Οθωμανούς. Οι βενετικές πηγές και οι διηγήσεις της πολιορκίας και παράδοσης της Αμμοχώστου το 1571 αναφέρονται στους αδελφούς Γεώργιο και Δαρδανό Scuarcialupi. Ο Δαρδανός Scuarcialupi υπηρέτησε ως βισκούντης Αμμοχώστου κατά τη χρονική περίοδο 1562-1564 και το 1569 είχε διοριστεί από τον καπιτάνο Αμμοχώστου, Μαρκαντώνιο Bragadin, υπεύθυνος για τα σιτηρά. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Αμμοχώστου το 1571 υπερασπίστηκε την πόλη από τον προμαχώνα Ανδρούτση. Ο αδελφός του Δαρδανού Scuarcialupi, Γεώργιος, φονεύθηκε το 1571 κατά την πολιορκία της Αμμοχώστου. Ένας Φραγκίσκος της ίδιας οικογένειας αιχμαλωτίστηκε και πολύ σύντομα κατόρθωσε να απελευθερωθεί.

    Το Μαρί, φέουδο του Λουκά Κορνάρο και του Μάριο Scuarcialupi με τη μακρά ιστορία, μετά την οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου εκτουρκίστηκε. Ο πληθυσμός του κατά την πρώτη βρετανική απογραφή είχε διακόσιους σαράντα οκτώ κατοίκους. Κατά τα νεότερα χρόνια είχαν κατοικήσει στο χωριό και μερικές οικογένειες Ελληνοκυπρίων. Μετά τη λαίλαπα της τουρκικής εισβολής το 1974 οι Τουρκοκύπριοι του χωριού εγκαταστάθηκαν στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της Κύπρου. Είναι σημαντικό ωστόσο ότι μετά από πεντακόσια χρόνια ένα έγγραφο, το οποίο απόκειται σε ιδιωτικό αρχείο, έφερε στο φως τη σχέση του χωριού κατά τη Φραγκοκρατία με την οικογένεια των Κορνάρων της Επισκοπής. Το γεγονός αυτό άλλωστε μας ώθησε σε περαιτέρω έρευνα για το χωριό Marini, Marin ή Μαρί…

    You May Also Like

    Περί της κυπριακής οικογένειας Πίπη (Bibi)

    Μεταξύ των πιο σημαντικών οικογενειών της Κύπρου κατά τη Φραγκοκρατία και κατά τους χρόνους ...

    Ο γάμος του Φραγκίσκου Καλλέργη το 1569

    Ένα χρόνο πριν εισβάλουν οι Οθωμανοί στην Κύπρο, τελέστηκε στον καθεδρικό ναό του Αγίου ...

    Η έκθεση του Βενετού σύνδικου Cosmo da Mosto για τη μεγαλόνησο

    Γράφει η Νάσα Παταπίου Ως άλλη… τρόικα, σε διατεταγμένη υπηρεσία από τη Γαληνοτάτη, ο ...

    Φεουδάρχες, χωριά και γαίες

    Γράφει η Νάσα Παταπίου | npatapiou@moec.gov.cy Ένας πλούτος ειδήσεων για τα χωριά, τα φέουδα ...

    Ιστορικά στοιχεία για την κάνναβη

    H έγκριση νομοσχεδίου από τη Βουλή από τον περασμένο Σεπτέμβριο για καλλιέργεια και εμπορία ...

    Η τιμή του αγίου Ιωάννη του Ελεήμονος στη Βενετία

    Γράφει η Νάσα Παταπίου Ο Κύπριος άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, που απέκτησε επάξια την ...

    X