Ζωή στη σύνταξη

Της Κατερίνας Μικελλίδου

Ποτέ δεν είχε φανταστεί πως τώρα στα εβδομήντα της αυτή, που είχε αφιερώσει μια ζωή να φροντίζει αρρώστους μέσα σε κλινικές και νοσοκομεία, θα αισθανόταν μια κρυφή, λαθραία ευχαρίστηση σαν έβλεπε άλλους να υποφέρουν. Ήταν στιγμές που μάλωνε τον εαυτό της και σιχαινόταν την κατάντια της. Άλλο άνθρωπο την είχε κάμει η καταραμένη η αφυπηρέτηση. “Νοσοκόμα είσαι εσύ;” μονολογούσε σαν την έπιαναν οι τύψεις. “Κρίμα στον μακαρίτη που σε ανάγιωσε… Κατύσ’η σου αν σε θωρεί που τζ’ει πάνω…”.

Ο “μακαρίτης” ήταν ο πατέρας της. Μέγας χειρουργός. Από τους καλύτερους που είχε βγάλει το Βαρώσι. Αυτός την είχε στείλει στο Λονδίνο για να τη σπουδάσει νοσοκόμα τότε που ακόμα οι περισσότερες γυναίκες με το ζόρι έβγαζαν το δημοτικό και μετά στρώνονταν στο ράψιμο και το μαγείρεμα. Με το που τελείωσε τις σπουδές της, επέστρεψε στην Κύπρο και έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Μαθήτευσε πλάι στον μακαρίτη που τη σύστηνε ως το δεξί του χέρι και την ήθελε βοηθό στα χειρουργεία του. Δεν άργησε, λοιπόν, να γίνει κι αυτή λαμπρή στον τομέα της και να αποκτήσει στάτους γιατρού. Το τέλος της καριέρας της μπορεί να τη βρήκε πρόσφυγα και προσωρινή κάτοικο Σκάλας, αλλά είχε καταφέρει να γίνει προϊσταμένη των νοσηλευτών στο Γενικό Νοσοκομείο.
Αυτό το τέλος, όμως, ήταν που ανέκαθεν φοβόταν. Και ούτε στο ελάχιστο δεν μπορούσαν να την παρηγορήσουν οι αφηγήσεις άλλων συναδέλφων που είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί. Η Γιαννούλα και η Σταυρούλα συχνά-πυκνά περνούσαν από το νοσοκομείο σαν δολοφόνοι που γυρίζουν στον τόπο του εγκλήματος. Φαίνονταν και οι δυο ανανεωμένες, με άλλο χρώμα στα μαλλιά, πιο φουσκωτή κόμμωση και πιο φωτεινό πρόσωπο.

Απολάμβανε επιτέλους τις εγγονές της, έλεγε με χαμόγελο η Γιαννούλα. Κάθε πρωί τους ετοίμαζε κολατσιό, περνούσε και τις μάζευε από το σπίτι της κόρης της για να τις πάρει σχολείο, το μεσημέρι τις ξαναμάζευε για να τις ταΐσει στο δικό της σπίτι και μέχρι αργά το απόγευμα έκανε τον ταξιτζή στα ιδιαίτερά τους. Είναι να απορεί κανείς πώς επιβίωναν κόρη και εγγονές τόσο καιρό που η Γιαννούλα δούλευε… Η Σταυρούλα, από την άλλη, δήλωνε και πάλι ερωτευμένη. Με τον ίδιο άντρα, δηλαδή, μην πάει ο νους τους στο κακό. Σαν τη ρωτούσαν τι κάνει όλη μέρα τώρα που κάθεται, απαντούσε πως απλώς “κάθεται” και έκλεινε το μάτι πονηρά. “Μήνας του μέλιτος ώσπου να μας πάρει ο χάρος!”, εξηγούσε με χαμόγελο για να γίνει πιο κατανοητή. Πράγματι, με το που βγήκε στη σύνταξη, έγινε μέλος σε έναν σύνδεσμο συνταξιούχων του Δημοσίου και δεν έμεινε εκδρομή για εκδρομή που να μην είχαν πάει με τον άντρα της.

Καθόλου, λοιπόν, δεν την παρηγορούσε ο ενθουσιασμός όσων είχαν γευτεί το δηλητήριο της αφυπηρέτησης. Αυτή ούτε με τα εγγόνια της θα μπορούσε να ασχοληθεί ούτε με τον “Φιλέα Φογκ” της να κάνει τον γύρο της Κύπρου. Όχι πως δεν είχε εγγόνια και σύζυγο. Μα, ήταν και τα δύο κεφάλαια μια πονεμένη ιστορία. Κατ’ αρχάς, και τα δύο παιδιά της είχαν δυστυχήσει στον γάμο τους. Η κόρη της, ακαδημαϊκός στη Σορβόννη, είχε παντρευτεί τη δουλειά της, ενώ ο γιος της, υπάλληλος στην εταιρεία του πεθερού του, είχε νυμφευθεί ένα πρωτευουσιάνικο τζάκι. Η μεν δεν γνώριζε ακόμα πως ήταν δυστυχισμένη, ο δε κάτι ψυλλιαζόταν μα ήταν πολλά τα χρήματα για να δώσει βάση. Ο τελευταίος έκαμε με την πρωτευουσιάνα ένα αγόρι, μα σπανιότατα -ήτοι καμιά φορά τον χρόνο- ταξίδευε μέχρι τη Σκάλα για να δει τους δικούς του. Ε, πού να τρέχει τώρα… Πνιγόταν στη δουλειά, τα επαγγελματικά δείπνα, τις δημόσιες εκδηλώσεις, τα απογευματινά τσάγια. Και το εγγόνι πνιγόταν. Με το σχολείο, τα διαβάσματα και ένα κάρο απογευματινές δραστηριότητες – αγγλικά, γαλλικά, τζούντο, ιππασία, τένις, τοξοβολία. Όσο για το άλλο πονεμένο κεφάλαιο, αυτό του συζύγου, ο Οδυσσέας της ήταν όνομα και πράμα – πολυμήχανος και πολυπράγμων. Χειμώνα-καλοκαίρι, πριν καλά-καλά ξημερώσει, έπιανε το ποδήλατο και πήγαινε μέχρι τη Δεκέλεια. Εκεί κατέβαινε, κολυμπούσε για καμιά ώρα και μετά έκανε πέταλο ώς την άλλη άκρη της πόλης. Άνοιγε το μαγαζάκι του κάτω στο παζάρι και έφτιαχνε και πουλούσε φρέσκους χυμούς μέχρι το απόγευμα. Ύστερα, πήγαινε -με το ποδήλατο βεβαίως- σε έναν καφενέ κοντά στον Άγιο Λάζαρο όπου σύχναζαν Σκαλιώτες παλαιάς κοπής και έκλεινε τη μέρα του με ζιβανία, ψωμί κι ελιές σε ένα απόμερο ταβερνάκι στην Πιαλέ Πασά.

Οπότε, τίποτα δεν είχε αυτή να προσμένει μόλις θα έκλεινε τα εξήντα πέντε. Θα ήταν μόνη, σε ένα άδειο σπίτι, άχρηστη. Κυρίως αυτό. Άχρηστη. Κι αυτό το αίσθημα ήταν που προσπάθησε με νύχια και με δόντια να καταπολεμήσει. Στην αρχή, βρήκε διέξοδο στα οικιακά. Τακτοποίησε ντουλάπια που είχε χρόνια να ανοίξει, πέταξε σαβούρα, ξέθαψε από την αποθήκη τα πρώτα τετράδια των παιδιών της, φυλλομέτρησε παλιά άλμπουμ φωτογραφιών. Κι εκεί που έπιασε τον εαυτό της να ξεσκονίζει τα λουλούδια στον κήπο, κατάλαβε πως ήταν καιρός να αλλάξει ασχολία. Επόμενη στάση, η μαγειρική.
Ανίδεη αυτή από τέτοια και μαθημένη τόσα χρόνια στα νερόβραστα γεύματα του νοσοκομείου, τώρα καταβρόχθιζε με μανία συνταγές από βιβλία, περιοδικά και διαδίκτυο. Μα, σαν δεν είχε κανέναν να γεύεται τα επιτεύγματά της, ο ενθουσιασμός της δεν κράτησε για πολύ. Σύντομα παραιτήθηκε και κοίταξε να γεμίσει αλλιώς το εικοσιτετράωρο κενό της. Θυμήθηκε που πριν από λίγους μήνες την είχε καλέσει η Γιώτα, η γειτόνισσα, για πρωινό καφέ.
Ήταν κοινό μυστικό στη γειτονιά πως κάθε πρωί, στις οχτώ παρά πέντε, όλες οι οικοκυρές που έμεναν στον δρόμο της ξεπόρτιζαν κρατώντας παραμάσχαλα το κατιτίς τους -κέικ, σπιτίσιο χαλλούμι, φρέσκια λεμονάδα- και κατευθύνονταν συνάμενες-κουνάμενες στης Γιώτας για το πρωινό τελετουργικό. Αυτή δεν είχε ιδέα για το τι διαμειβόταν εκεί μέσα, αλλά είχε αρνηθεί αρχικά να συμμετάσχει, πεπεισμένη πως υπήρχε ασυμφωνία χαρακτήρων.

Τελικά, όταν συνειδητοποίησε πως είχε ξεμείνει από ιδέες, έγινε κι αυτή μέρος του κοκτέιλ. Έτσι, γέμισε το πρώτο τρίωρο της ημέρας -στις έντεκα διαλυόταν το πάρτι γιατί οι γειτόνισσες έπρεπε να μαγειρέψουν για σύζυγο, παιδιά κι εγγόνια- αλλά και ένα δίωρο το απόγευμα μέχρι να ετοιμάσει το κατιτίς της. Πολλά κοινά δεν είχε μαζί τους. Μα, σύντομα οι ιστορίες της από την προηγούμενη ζωή της στα νοσοκομεία μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον στο τραπέζι και έκαναν πιο σπάισι τον πρωινό καφέ. Ωστόσο, οι υπόλοιπες ώρες της ημέρας παρέμεναν κενές και αμέτρητες. Και όσο κι να προσπαθούσε να βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο, ήταν πια γεγονός πως ήταν παντελώς άχρηστη.
Δικαιολογημένα, λοιπόν, χάρηκε όταν ο οφθαλμίατρος απαγόρευσε στη Γιώτα, τη γειτόνισσα, να οδηγήσει ξανά. Ξαφνικά, αισθάνθηκε χρήσιμη. Η Γιώτα, πολυάσχολη καθώς ήταν με τα καθημερινά πρωινά πάρτι, τα μαγειρέματα και την εκκλησία, χρειαζόταν επειγόντως οδηγό. Προθυμοποιήθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Και δικαιολογημένα χάρηκε όταν μια μέρα ο άντρας της έπεσε από το ποδήλατο και έσπασε το πόδι του. Τώρα θα έμενε σπίτι για πολύ καιρό – ίσως και για πάντα. Έκλεισε επιτέλους το μαγαζάκι με τους χυμούς, σταμάτησε τις πρωινές βουτιές και απείχε από το καφενείο και το ταβερνάκι. Ήταν, για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια γάμου, ολόδικός της. Τον φρόντιζε, του ετοίμαζε πρόγευμα, μεσημεριανό και βραδινό, είχε επιτέλους κάποιον για να μοιραστεί τα τελευταία μαγειρικά της κατορθώματα και, προπάντων, δεν ήταν πια μόνη της τα βράδια σαν άραζε στην πολυθρόνα μπροστά στην τιβί.

Ώσπου οι άνθρωποι γύρω της άρχισαν να φεύγουν. Χρόνο με τον χρόνο, η πρωινή σύναξη αριθμούσε λιγότερα μέλη, ενώ οι μαυροφορεμένες χήρες πλήθαιναν στη γειτονιά. Σαν έφυγε κι η Γιώτα, άρχισε και πάλι να αισθάνεται εκείνο το απαίσιο κενό. Τέλος οι τρίωροι καφέδες, τέλος το κατιτίς κάθε απόγευμα, τέλος οι κούρσες στα σουπερμάρκετ, τη λαχαναγορά και την εκκλησιά. Και όταν πήρε σειρά και ο Οδυσσέας, δεν είχε πια τίποτα να ελπίζει ή να προσμένει. Ή μάλλον σχεδόν τίποτα. Γιατί υπήρχε μια μέρα τον χρόνο που ήταν ακόμα ξεχωριστή. Κάθε τελευταία Κυριακή του Σεπτέμβρη, μεγάλη γιορτή γινόταν στο σπίτι. Μια βδομάδα προηγουμένως άρχιζε τις προετοιμασίες. Πρώτα καθάριζε από γωνιάς και μετά το έριχνε στη ζαχαροπλαστική.

Την παραμονή της μεγάλης μέρας ετοίμαζε καμιά δεκαριά φαγητά και το επόμενο πρωί έβαζε το οφτό στον φούρνο για να ψηθεί σιγά-σιγά μέχρι το μεσημέρι. Έβαζε τα καλά της, χτενιζόταν, φορούσε το χρυσό ρολόι και το κολιέ με τα διαμάντια, ψεκαζόταν με κάμποσο άρωμα και περίμενε με αδημονία στην πόρτα από τις εφτά το πρωί. Ήθελε να είναι όλα στην εντέλεια για τον γιο και τον εγγονό της, αλλά και για την κόρη της που ερχόταν από τόσο μακριά. Γύρω στις τέσσερις, όμως, θα έφευγαν όλοι. Κι αυτή θα έμενε και πάλι μόνη να μετράει τις μέρες μέχρι το επόμενο μνημόσυνο.

Φωτογραφία: «Ζευγάρι συνταξιούχων», Ρότζερ Μπάλεν, 1984, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης TATE

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Λίγο πριν από το τέλος της οδού Αθηνών

Της Κατερίνας Μικελλίδου / katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Απ’ όλα τα μέρη του κόσμου που είχε δει ...

Η ανθρωπιά στο ζύγι

Της Κατερίνας Μικελλίδου (katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk) Κάθε φορά που έμπαινε στη συνεδριακή αίθουσα παραπλεύρως του ξωκλησιού ...

Ο θάνατος ενός υπαλλήλου

Της Κατερίνας Μικελλίδου Εκείνο το πρωινό έμπαινε με αδιαθεσία στο γραφείο του. Μισούσε τις ...

Firin makarnasi και μακαρόνια του φούρνου

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου Αν περνούσες εκείνη τη μέρα από το στενό, λίγο πιο ...

Ο πατήρ ενός (υ)ιού

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου | katerina.mikellidou.10@ucl.ac.uk Ο άνθρωπός μας, κύριος Θεοφύλαχτος Διγενίδης, διέθετε όλα ...

Οι πένθιμες μέρες

Γράφει η Κατερίνα Μικελλίδου Κάθε είκοσι Ιουλίου, ο δάσκαλος ξυπνούσε από τις τέσσερις το ...

X