Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι

Συγγραφέας: Τενεσί Ουίλιαμς
Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης
Σκηνοθεσία: Άγις Παΐκος
Σκηνικά-κοστούμια: Μαρίζα Παρτζίλη
Ερμηνεύουν: Μήδεια Χάννα, Γιώργος Χατζηκυριάκος, Σταματία Γκρέκο, Χρίστος Χρυσάνθου, Ζήνα Καυκαρίδου, Μαρία Ζίττη, Ελεονώρα Σερένα

Η δεκαετία του 1950 θα αποτελέσει τη “χρυσή εποχή” του Τενεσί Ουίλιαμς καθιερώνοντάς τον διεθνώς, όχι μόνο στον χώρο του θεάτρου, αλλά και στον σχεδόν “απαγορευτικό”, για θεατρικούς συγγραφείς, κόσμο του Hollywood. Θα είναι όμως και η δεκαετία που στη δύση της θα τον φέρει αντιμέτωπο με προσωπικές απώλειες, σημαίνοντας και τη συγγραφική του “κάθοδο”: ο θάνατος του πολυαγαπημένου του παππού και του πατέρα του, αλλά και η εμπορική αποτυχία του “Ορφέα στον Άδη”, έργο που έστρεψε τα πυρά της κριτικής εναντίον του, οδηγούν τον συγγραφέα σε μια επώδυνη περίοδο ψυχικής κατάρρευσης. Μέσα από αυτή την περίοδο θα γεννηθεί το πιο σκοτεινό έργο του, το εκτενές μονόπρακτο “Suddenly Last Summer”. Θέμα του έργου είναι η αλλόκοτη ζωή και ο εξαιρετικά βίαιος και αποτρόπαιος θάνατος του (ομοφυλόφιλου) ποιητή Σεμπάστιαν Βέναμπλ, ενός από τους πιο δυνατούς εξωσκηνικούς ήρωες του Ουίλιαμς, του οποίου το πορτρέτο κτίζεται σταδιακά μέσα από τις αφηγήσεις των δύο γυναικών που καθόρισαν τη ζωή του. Κυρίαρχη φιγούρα η μητέρα του, Βάιολετ, η οποία ακόμη και μετά τον θάνατό του προσπαθεί να διατηρήσει, μέσα από την αιμομικτική, σχεδόν, λατρεία της, την εικόνα του γιου της ως άσπιλου και αγνού ποιητή. Την εικόνα αυτή, ωστόσο, έρχεται να ανατρέψει η ιστορία της Κάθριν, της νεαρής εξαδέλφης του Σεμπάστιαν, η οποία τον συνόδευσε στο καθιερωμένο καλοκαιρινό του ταξίδι. Σε αυτό το ταξίδι, ξαφνικά το περασμένο (ή το τελευταίο, οι απόψεις των μεταφραστών διίστανται) καλοκαίρι, ο Σεμπάστιαν βρίσκει αποτρόπαιο θάνατο και μόνη μάρτυρας είναι η Κάθριν, σύμφωνα με την οποία η υποτιθέμενη ασκητική του ζωή υπήρξε απλά η συγκάλυψη, όχι μόνο της ομοφυλοφιλίας του, αλλά μιας διεστραμμένης εκδοχής της ομοφυλοφιλίας. Σύμφωνα με την Κάθριν, στον λόφο της Cabeza de Lobo, ο Σεμπάστιαν θα βρει μαρτυρικό θάνατο μέσα από μια κανιβαλιστική “ιεροτελεστία”, από τα ίδια τα (ανήλικα) θύματά του. Η άρνηση της Βάιολετ να δεχθεί την εκδοχή της Κάθριν και η προσπάθειά της να διατηρήσει την άσπιλη εικόνα του γιου της, την οδηγεί στον εγκλεισμό της νεαρής σε ψυχιατρικό άσυλο και την πιθανότητα να υποβληθεί σε λοβοτομή, επιθυμώντας να ξεριζώσει κυριολεκτικά αυτή την ιστορία από το μυαλό της. Το τέλος του έργου είναι αμφίσημο. Ο γιατρός που η Βάιολετ δωροδοκεί για να εκτελέσει τη λοβοτομή φαίνεται να πιστεύει ότι η ιστορία της Κάθριν ίσως να είναι αλήθεια. Ίσως πάλι και όχι.

Αν και όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το έργο η μεγαλύτερη μερίδα της κριτικής κράτησε σκληρή και καταδικαστική στάση, σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο γοητευτικά και ποιητικά έργα του συγγραφέα. Ταυτόχρονα, η περιπλοκότητα των θεμάτων που θίγει αλλά και η έλλειψη δράσης, η στατικότητα, οι εκτενείς ποιητικοί διάλογοι, οι διάχυτοι συμβολισμοί, το καθιστούν ένα από τα δυσκολότερα, στη σκηνική τους πραγμάτωση, έργα. Το γεγονός ότι ο Άγις Παΐκος επιχειρεί να “χωρέσει” ένα τόσο δυσπροσάρμοστο έργο, στη λιλιπούτεια σκηνή του Πολυχώρου Εστία, θα πρέπει να θεωρηθεί ένα πραγματικό τόλμημα. Στο σκηνοθετικό του σημείωμα δίνει ξεκάθαρα τη δική του ανάγνωση του έργου. Δεν το ερμηνεύει ούτε ως ένα αποκύημα της ομοφοβίας που επέβαλε ο μακαρθισμός, αλλά ούτε και σαν μια επίθεση του συγγραφέα προς τους επικριτικές του. Τονίζοντας την αυτοβιογραφική του πλευρά (ο Σεμπάστιαν είναι ομοφυλόφιλος συγγραφέας με προφανή δυσλειτουργικά προβλήματα, τόσο στο σεξ, όσο και στην έμπνευση και τη συγγραφή, ενώ η διαδικασία της λοβοτομής θυμίζει την αντίστοιχη διαδικασία στην οποία υπεβλήθη η αδερφή του συγγραφέα, Ρόουζ) και την κειμενική συνομιλία του με τον “Γυάλινο Κόσμο”, αποφασίζει να το διαβάσει ως ένα οικογενειακό δράμα με άμεσες αντιστοιχίες με την οικογένεια του συγγραφέα, αλλά και ως μια πορεία προς την αναζήτηση της αλήθειας. Παρόλο που θεωρώ την ερμηνεία αυτή μονομερή, αφού αποκλείει σημαντικές πτυχές του έργου, ο Άγις Παΐκος, γνωρίζοντας καλά τις περιορισμένες σκηνικές δυνατότητες του χώρου του, δημιουργεί μια παράσταση άκρως αποτελεσματική.

Η ιδέα του να αποδώσει το έργο ως ένα κλειστοφοβικό οικογενειακό δράμα που δημιουργεί σταδιακά το αίσθημα της παγίδευσης και του εγκλεισμού, τόσο στους ήρωες, όσο και στους θεατές, γίνεται όντως κατορθωτή. Εκμεταλλευόμενος όλο το μήκος και το βάθος της σκηνής δημιουργεί νοητούς εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους και κατορθώνει να συνδυάσει τη ρεαλιστική τοποθέτηση των προσώπων, με τη συμβολική διάσταση του σκηνικού (Μαρίζα Παρτζίλη). Η τεράστια, για το μέγεθος της σκηνής, καρέκλα της Βάιολετ, δεσπόζει σε όλο τον χώρο, τονίζοντας την επιθυμία της για κυριαρχία, ακόμη και στο μυαλό της Κάθριν. Ο κήπος “ζούγκλα” του Σεμπάστιαν ο οποίος παγιδεύει σταδιακά τους ήρωες δεν αποδίδεται ρεαλιστικά, αλλά ανάγλυφα: όλοι οι τοίχοι κατακλύζονται από μονόχρωμες και υποφωτισμένες ζωγραφιές απειλητικών φυτών, οι οποίες συμπληρώνονται εικαστικά και ηχητικά από τις εναλλαγές των φωτισμών και ηχογραφημένους ήχους της φύσης. Η μικρή έκταση της σκηνής ανάγκασαν σε γρήγορες εναλλαγές των σκηνών και των προσώπων, γεγονός που ευνόησε την πύκνωση της δράσης η οποία, στο έργο αυτό, είναι υποτυπώδης. Αυτό έδωσε ταχύτητα και ρυθμό στην παράσταση, ο οποίος ίσως, σε μεγαλύτερη σκηνή, να είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Η σκηνοθεσία κινήθηκε σε μια εναλλαγή ρεαλισμού και συμβολισμού, δίνοντας έμφαση κυρίως στον ποιητικό λόγο του Ουίλιαμς, ο οποίος, άλλωστε, είναι και ο βασικός πρωταγωνιστής στο έργο αυτό.

Ένα είδος μονοδιάστατης θεώρησης των προσώπων υπήρξε και στις τρεις βασικές ερμηνείες, οι οποίες κράτησαν έναν σταθερό ρυθμό, χωρίς, ωστόσο, να δείχνουν ιδιαίτερη εξέλιξη και κορύφωση. Η Μήδεια Χάννα έδωσε με νεύρο την αυταρχικότητα, τον αριστοκρατισμό, τη ματαιοδοξία, τον φλεγματώδη και συμπλεγματικό κόσμο της αδίστακτης Βάιολετ, χωρίς ωστόσο να αφήνει να διαφανεί και η ανθρώπινή της πλευρά, η ψυχικά καταρρακωμένη μητέρα που θρηνεί για την απώλεια του γιου της. Η Ελεονώρα Σερένα, με μια υπερβολικά στολισμένη και κομψή εμφάνιση (πρόκειται για μια γυναίκα ήδη ταλαιπωρημένη από τη διαμονή της στο άσυλο), δίνει με εσωτερικότητα, χαμηλούς τόνους και χωρίς μελοδραματισμούς την αινιγματικότητα της Κάθριν, το απόκοσμο ύφος και την έντονη ειρωνεία της.

Αυτό, ωστόσο, κρατήθηκε από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς καμιά διαφοροποίηση, χωρίς να μας οδηγεί στην κορύφωση στην οποία θα έπρεπε να φτάσουμε μέσα από τον τελικό, καταιγιστικό και σπαρακτικό της μονόλογο. Ο Γιώργος Χατζηκυριάκος δίνει τη σωστή, αρχικά, απόσταση και ψυχρότητα του διεισδυτικού γιατρού που καλείται να αποφασίσει για την τύχη της Κάθριν, ωστόσο παραμένει έτσι μέχρι το τέλος. Υπάρχει όμως και η γοητευτική πλευρά του γιατρού, με εμφανή επίδραση τόσο στη Βάιολετ, όσο και στην Κάθριν, η οποία αφήνεται στα χέρια του, όπως ακριβώς συμβαίνει στο “Λεωφορείο ο Πόθος” όταν η Μπλανς αφήνεται, χωρίς αντίσταση, στην “καλοσύνη των ξένων”. Όπως έκανε, άλλωστε, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, και ο ίδιος ο Ουίλιαμς.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Φυλές

Μετάφραση: Έρι Κύργια Σκηνοθεσία: Αθηνά Κάσιου Σκηνικά – Κοστούμια: Λύδια Μανδρίδου Μουσική επιμέλεια – ...

Ο γιος της Αμαζόνας

Μετάφραση/διασκευή/σκηνοθεσία: Ανδρέας Αραούζος Κίνηση/χορογραφία: Φώτης Νικολάου Μουσική σύνθεση/μουσικός επί σκηνής: Σταύρος Μακρής Σχεδιασμός φωτισμού: ...

Αναγέλαστα: Λογιών-λογιών γεναίτζες

Η παράσταση Παραπλεύρως Παραγωγές εντάσσεται στη μακρά, πλέον, λίστα των θεατρικών παραγωγών που εξερευνούν ...

«Οι Καρέκλες»

Συγγραφέας: Ευγένιος Ιονέσκο Διασκευή / Ελεύθερη απόδοση / Σκηνοθεσία: Γιώργος Μουαΐμης Σκηνικά / Κοστούμια: ...

«Κραυγή» από το Θέατρο Αντίλογος

Συγγραφέας: Tennessee Williams Μετάφραση: Έλλη Παπακωνσταντίνου, Αθηνά Μαξίμου Σκηνοθεσία: Εβίτα Ιωάννου Σκηνικά-κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου ...

Η πολύχρωμη ιστορία της Frida K.

Η Ομάδα Persona στήνει, στον ιδιαίτερο χώρο του WHEREHAUS 612, μια πολύχρωμη γιορτή, όπου ...

X