Πολύμορφη, ετερόκλητη θεατρική παραγωγή

Τι θα μπορούσε να τοποθετήσει σε ένα κοινό κριτικό σημείωμα την ιστορία του Γερμανού εξπρεσιονιστή ζωγράφου Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ και μιας ομάδας άνεργων Κύπριων ηθοποιών που επιχειρούν μια φιλόδοξη ληστεία τράπεζας, αμέσως μετά το “κούρεμα” του 2013; Και όμως, υπάρχει ένα σημείο σύγκλισης: πρόκειται για δύο εγχώριες, παγκύπριες “πρώτες”, αφού βασίζονται σε νέα, πρωτότυπα κείμενα Κύπριων συγγραφέων. 

Ο Εξπρεσιονιστής

Κείμενο: Μιχάλης Παπαδόπουλος
Σκηνοθεσία: Μαρίνος Ανωγυριάτης
Σκηνικά / Κοστούμια: Λάκης Γενεθλής
Ερμηνεύουν: Σωτήρης Μεστάνας, Ελεάνα Παπαδοπούλου, Κωνσταντίνος Γαβριήλ

Ο γερμανικός εξπρεσιονισμός έκανε την εμφάνισή του περί τα τέλη του 19ου αιώνα ως μια αμφισβήτηση στην αστική τέχνη της εποχής, την οποία οι νέοι καλλιτέχνες απέρριπταν ως επιπόλαιη, επιδεικτική και άνευ ουσίας, αφού δεν μπορούσε να εμβαθύνει στον ψυχισμό, την απομόνωση, τη μοναξιά και την αλλοτρίωση του ατόμου, λίγο πριν από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Γερμανός Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ (Ernest Ludwig Kirchner, 1880-1938) υπήρξε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του γερμανικού εξπρεσιονισμού και ιδρυτικό μέλος της ομάδας “Die Brucke” (“H Γέφυρα”) που ιδρύθηκε το 1905 στη Δρέσδη και εξέφραζε το κίνημα του εξπρεσιονισμού στη ζωγραφική. Η εθελοντική συμμετοχή του στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο θα τον οδηγήσει σε νευρική κατάρρευση, από την οποία προσπαθεί να αναρρώσει σε ελβετικά σανατόρια, όπου θα διαγνωστεί και ο εθισμός του στο αλκοόλ και τα βαρβιτουρικά. Έκτοτε, ζει απομονωμένος, αν και ιδιαίτερα γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους ήδη από τη δεκαετία του 1920, σε ένα χωριό κοντά στις ελβετικές Άλπεις. Όταν οι ναζί έρχονται στην εξουσία, αποκηρύσσουν το έργο του, όπως και πολλών άλλων καλλιτεχνών της πρωτοπορίας, αποκαλώντας τους “εκφυλισμένους καλλιτέχνες”. Κατά την εποχή του ναζισμού, περισσότερα από 16.000 έργα μεγάλων καλλιτεχνών κλάπηκαν ή καταστράφηκαν, εκ των οποίων τα 600, περίπου, ανήκαν στον Κίρχνερ. Το 1938 ο καλλιτέχνης αυτοκτονεί με περίστροφο στο σπίτι του, ενώ οι ναζί πλησίαζαν απειλητικά την περιοχή των ελβετικών Άλπεων.

Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος, ένας πολυγράφος και ταλαντούχος Κύπριος συγγραφέας, εμπνέεται από τη ζωή, αλλά κυρίως από τις τελευταίες μέρες της ζωής του καλλιτέχνη, όταν αποφασισμένος πια να αυτοκτονήσει προσπαθεί να εξασφαλίσει στο μοντέλο και ερωμένη του Ιζαμπέλ έναν νέο σύντροφο. Στο παιχνίδι αυτό εμπλέκει τον μαθητή του Μαξ, ο οποίος δελεάζεται από το κύρος αλλά και τη ματαιοδοξία του κόσμου της τέχνης. Αν και πρόκειται για ένα καλογραμμένο κείμενο με γρήγορους και οξείς διαλόγους που άφηναν να διαφανούν, χωρίς επιτήδευση, πολλά στοιχεία του παρελθόντος και του παρόντος, είχα διαρκώς την αίσθηση ότι ο Μιχάλης Παπαδόπουλος προσπαθούσε να χωρέσει μέσα σε δύο πράξεις και ένα ατελιέ περισσότερα πράγματα από όσα μπορούσαν να ενταχθούν σε αυτό το χωροχρονικό πλαίσιο. Σ

το πρόγραμμα της παράστασης αναφέρεται ότι το έργο “προσπαθεί ανάμεσα σε άλλα να περιγράψει τον κόσμο του κάθε καλλιτέχνη και να μας δείξει τις αδυναμίες, τον τρόπο που σκέφτεται, τους φόβους και τη φιλοδοξία του”. Το κείμενο, ωστόσο, εστιάζει πολύ περισσότερο στην ψυχογράφηση της Ιζαμπέλ, παρά του ίδιου του καλλιτέχνη. Οι μεταξύ τους διάλογοι, οι αντιδράσεις της, οι πληροφορίες του παρελθόντος, ακόμη και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τον σύντροφό της, αλλά και τον επίδοξο νεαρό εραστή, δημιουργούν ένα περίπλοκο και καθ’ όλα ολοκληρωμένο πορτρέτο της γυναίκας του εξπρεσιονιστή ζωγράφου. Αντιθέτως, η πολυσχιδής προσωπικότητα, η καλλιτεχνική ιδιορρυθμία, οι εξαρτήσεις, η κατάθλιψη, η απογοήτευση, ακόμη και η ματαιοδοξία του Κίρχνερ δεν αναδύονται παρά μόνο σαν λεκτικά θραύσματα, τα οποία δεν αρκούν για να υποστηρίξουν και να αιτιολογήσουν τις εμμονικές σκέψεις του για αυτοχειρία και μάλιστα προσχεδιασμένη και προμελετημένη. Αντίστοιχα και στον Μαξ, τον μαθητή του Κίρχνερ, δεν δίνεται αρκετός χώρος για να δείξει και να αιτιολογήσει επιθυμίες, αντιδράσεις, συμπεριφορές και επιδιώξεις.

Η απειρία και η αμηχανία που υιοθετεί ο ήρωας του προσδίδουν μάλλον μια ελαφρά κωμική υπόσταση, παρά το εκτόπισμα που θα είχε ο αγαπημένος μαθητής ενός τόσο σημαντικού και ιδιόρρυθμου καλλιτέχνη. Παρά το γεγονός ότι η ροή του λόγου είναι γρήγορη και συνεπώς διεγείρει το ενδιαφέρον του θεατή, η εξέλιξη παραμένει επίπεδη και γραμμική, γεγονός που τονίζεται και από τη σκηνοθεσία του Μαρίνου Ανωγυριάτη, η οποία αναδεικνύει περισσότερο τις λεκτικές και φωνητικές εντάσεις παρά τις εσωτερικές. Οι τρεις ηθοποιοί υποστηρίζουν με συνέπεια τα πρόσωπα που καλούνται να ερμηνεύσουν, με την Ελεάνα Παπαδοπούλου να ξεχωρίζει για τον τρόπο που δημιούργησε το μυστήριο και ιδιόρρυθμο προφίλ μιας αντισυμβατικής γυναίκας.

Ο Σωτήρης Μεστάνας, αν και απόλυτα ταιριαστός εξωτερικά με την εμφάνιση ενός καλλιτέχνη, κρατά μια μονότονη σταθερότητα στην ερμηνεία του η οποία μας οδηγεί πιο πολύ στο συμπέρασμα ότι ο Κίρχνερ υπέφερε περισσότερο από πλήξη και ανία. Το πραγματικά αξιόλογο σκηνικό του Λάκη Γενεθλή δημιούργησε την υπέροχη ατμόσφαιρα ενός ατελιέ, αλλά η παράσταση δεν μας άφησε να αισθανθούμε την επερχόμενη, εσωτερική και εξωτερική, απειλή, που πλησίαζε ολοένα και περισσότερο τις ελβετικές Άλπεις.

Αντίο Κοπρόσκυλα

Κείμενο: Φρίξος Μασούρας
Σκηνοθεσία: Ανδρέας Κυριάκου
Φωτισμοί: Σεσίλια Τσελεπίδη
Σκηνικά: Ιωάννα Κυθραιώτη
Κοστούμια: Κατερίνα Ττάκκα
Μουσική: Κωνσταντίνος Ευαγγελίδης
Ερμηνεύουν: Μάριος Μεττής, Παναγιώτης Κυριάκου, Κρίστοφερ Γκρέκο, Ανδρέας Νικολαϊδης, Χρήστος Γιάγκου, Χριστόδουλος Μαρτάς, Στέλιος Μαρτάς

Η “ταραντινική” ατμόσφαιρα δημιουργήθηκε ήδη από το φουαγιέ του θεάτρου, όταν μια ομάδα μασκοφόρων, υπό τους ήχους της “Μισιρλού” και του “Everybody be cool this is a robbery” (Pulp Fiction), ανοίγει τις πόρτες της πλατείας. Και όμως: το κείμενο του Φρίξου Μασούρα και η παράσταση “Αντίο Κοπρόσκυλα” αποτελούν την πρώτη ξεκάθαρη θεατρική τοποθέτηση σε ό,τι η κυπριακή κοινωνία της ευημερίας (ή της ευμάρειας;) βίωσε την άνοιξη του 2013, όταν οι καταθέσεις πολιτών κουρεύονταν και το τραπεζικό σύστημα κατέρρεε. Το κείμενο αποτελεί ένα θεατρικό σχόλιο εκ των έσω: ένας θίασος, έξι απελπισμένοι, από την ανεργία και τα χρέη, ηθοποιοί, εμπνευσμένοι από ταινίες και ρόλους που δεν έπαιξαν ποτέ, αποφασίζουν να ληστέψουν μια τράπεζα. Με μηδενική εμπειρία στο έγκλημα, χωρίς καμία πιθανότητα επιτυχίας, δοκιμάζουν τα όρια τα δικά τους και της φιλίας τους, όταν έρχονται αντιμέτωποι με τον φόβο της φυλακής και του θανάτου, αλλά και το δέλεαρ των χρημάτων.

Ακολουθώντας την πλοκή και την περίπλοκη δομή του Reservoir Dogs του Ταραντίνο, ο Ανδρέας Κυριάκου μεταφέρει τον “σουρεαλιστικό” κινηματογράφο στη σκηνή. Με αποσπασματική δομή χρόνου και συνεχή flash-back και flash-forward, με τον εκκεντρικό ραδιοφωνικό παραγωγό να σχολιάζει με καυστικό χιούμορ την επικαιρότητα και την παρεμβολή της “ανορθόδοξης” αεροσυνοδού (του έκπτωτου εθνικού αερομεταφορέα;) να μας τοποθετεί σε κατάσταση “ανάποδης” πτήσης, υποσχόμενη ένα ταξίδι γεμάτο αναταράξεις, στήνουν, μαζί με τον συγγραφέα, την κεντρική ιστορία η οποία, απογυμνωμένη από το κωμικό στοιχείο που της προσδίδει η χρήση της διαλέκτου και τα στοιχεία του μαύρου χιούμορ, μας αφήνει με μια τραγική διαπίστωση: ότι ο απόηχος του 2013 τώρα έχει αρχίσει να καταγράφεται στην κοινωνική και πολιτιστική ιστορία του τόπου.

Η υπερβολή, οι υψηλοί τόνοι, η έντονη δράση και η σκηνοθετική ευρηματικότητα είναι αναπόσπαστα στοιχεία αυτού του θεατρικού είδους, με τον κίνδυνο πάντα η διαρκής επανάληψή τους να κουράσει, κάτι που συνέβη, κάποιες στιγμές, και σε αυτή την παράσταση. Οι ηθοποιοί έδεσαν απόλυτα μεταξύ τους και συνέπλευσαν, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, με την αισθητική και την ατμόσφαιρα της σκηνοθεσίας, δίνοντας ερμηνείες σε ρόλους που λίγες διαφορές είχαν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να λειτουργούν πιο πολύ “εν χορώ” παρά ατομικά.
Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι “fan” του κωμικού είδους, έστω και αυτού που δομείται στο καυστικό και έξυπνο μαύρο χιούμορ. Ωστόσο, παρά την περιστασιακή κούραση που μου δημιουργούσε η επανάληψη των μοτίβων, οφείλω να το ομολογήσω: όσο κι αν προσπάθησα να το κρύψω, τα “κοπρόσκυλα” με έκαναν και γέλασα.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Λιοντάρια

Συγγραφείς: Βασίλης Μαυρογεωργίου, Κώστας Γάκης Σκηνοθεσία: Αλεξία Παπαλαζάρου Σκηνικά – Κοστούμια: Θέλμα Κασουλίδου Μουσική: ...

Πνεύμονες

Κριτική για το έργο του Ντάνκαν ΜακΜίλαν που μεταφέρει στη σκηνή τον προβληματισμό ενός ...

Ο Χάσης

Η Μαγδαλένα Ζήρα τολμά σε κάθε της δουλειά να θέτει τον πήχη ψηλά και ...

Ο γιος της Αμαζόνας

Μετάφραση/διασκευή/σκηνοθεσία: Ανδρέας Αραούζος Κίνηση/χορογραφία: Φώτης Νικολάου Μουσική σύνθεση/μουσικός επί σκηνής: Σταύρος Μακρής Σχεδιασμός φωτισμού: ...

RELIC

Σκηνοθεσία, χορογραφία, ερμηνεία: Ευριπίδης Λασκαρίδης Κοστούμι: Άγγελος Μέντης Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Μιχόπουλος, Νίκος Κόλλιας ...

Αμερικάνικος Βούβαλος

Συγγραφέας: Ντέιβιντ Μάμετ Μετάφραση/Σκηνοθεσία: Πέτρος Φιλιππίδης Σκηνικά – Κοστούμια: Λουκία Χουλιάρα Σχεδιασμός Φωτισμού: Λευτέρης Παπαδόπουλος ...

X