Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως/Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

Βραβευμένη από την Κυπριακή Δημοκρατία με τη σημαντικότερη λογοτεχνική διάκριση της Κύπρου, η ποιήτρια Πίτσα Γαλάζη απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για εκδόσεις του 2017 για την ποιητική της συλλογή “Η Φωνή”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.

“Η ‘Φωνή’ δόθηκε ως τίτλος με βάση την πεποίθηση πως ο ποιητής δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια φωνή και βέβαια από τη ρήση πως ο ποιητής είναι η φωνή του τόπου του”, σημειώνει η συγγραφέας στο βιβλίο της, το 14ο έργο από τότε που ξεκίνησε την εκδοτική της δράση, το 1963. “Ο ποιητής σε όλη του τη ζωή ένα βιβλίο γράφει”, λέει σήμερα, εξηγώντας πως το κάθε βιβλίο είναι απλώς συνέχεια του προηγούμενου.

Είναι η τρίτη φορά που η Πίτσα Γαλάζη τιμάται με Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Το 1969 απέσπασε το Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή της “Δέντρα και Θάλασσα” [εκδ. Φέξης] και το 1983 για το έργο “Σηματωροί”. Ωστόσο, αυτό το βραβείο δεν το παρέλαβε “για λόγους αρχής. Το αρνήθηκα! Μια επιτροπή που μπορεί και δίνει βραβεία, πρέπει να ξέρει γιατί τα δίνει”, λέει, και εξηγεί ότι εκείνη τη χρονιά βραβεύθηκε και ο Άντης Ροδίτης αλλά του πήραν το βραβείο αμέσως για πολιτικούς λόγους. “Δεν τον ήξερα, ήταν νεότερος από μένα, αλλά σκέφτηκα ότι κάτι τέτοιο είναι ντροπή”. Για την ιστορία, εκτός από την Πίτσα Γαλάζη, και ο Κώστας Μακρίδης αρνήθηκε το βραβείο του, ενώ δύο μέλη της επιτροπής παραιτήθηκαν. Πάντως, για την πρόσφατη βράβευσή της, η Πίτσα Γαλάζη δηλώνει τη χαρά της διότι “παρ’ όλες τις διακρίσεις που έχω πάρει [σ.σ. ανάμεσά τους το βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή της “Τα πουλιά του Ευστόλου και ο Έγκλειστος” το 1999], άμα η επιβράβευση είναι από τον τόπο σου έχει άλλη σημασία, έχει μια γλυκύτητα”. Κάτι που ανέφερε και στην ομιλία της το βράδυ της περασμένης Τετάρτης κατά την τελετή απονομής των Κρατικών Βραβείων, την οποία εκ μέρους της ανέγνωσε η Ευρυδίκη Περικλέους – Παπαδοπούλου καθώς η ίδια δεν μπορούσε να παραστεί. Ένα εγκεφαλικό το 2006 άφησε την ποιήτρια καθηλωμένη. Το αριστερό της πόδι και χέρι είναι παράλυτα, το δεξί της ωστόσο… τρέχει και καταγράφει στιγμές από ιστορικά γεγονότα της Κύπρου αλλά και από τη δική της ζωή. Έχοντας στα εκδοτικά σκαριά τέσσερα ακόμη έργα -τρεις ποιητικές συλλογές και ένα πεζό- η κυρία Γαλάζη αντιπαρέρχεται τη σωματική της δυσκινησίας και αφήνεται στην παραγωγή πλούσιου πνευματικού έργου.

Το ψευδώνυμο Γαλάζη

Όταν ήμουν φοιτήτρια, έγινε ένας διαγωνισμός ποίησης, δοκιμίου, πεζογραφίας και έλαβα μέρος. Πήρα το βραβείο ποίησης ενώ ήμουν ακόμη στο πρώτο έτος. Έπρεπε όμως να έχω ψευδώνυμο. Στο μεταξύ, μια μέρα που δίναμε εξετάσεις, ο καθηγητής μού λέει ‘Δεσποινίς… Γαλάζια…’, νομίζω πως είπε, γιατί αν θυμάμαι καλά φορούσα ένα γαλάζιο φόρεμα, ‘προσέχετε το γραπτό σας γιατί ο κύριος πίσω αντιγράφει ασύστολα’. Σκέφτηκα αυτά που μου έλεγαν οι γονείς μου για το 1931 στα Οκτωβριανά. Ότι απαγορευόταν το μπλε. Και είπα θα το κάνω αντιστασιακό το ψευδώνυμο, θα το κάνω Γαλάζη!

Πιτσιλιά, Αθήνα, Λεμεσός

Μετά το επεισόδιο του 2006, η Πίτσα Γαλάζη μετακόμισε σε ένα διαμέρισμα με θέα τη θάλασσα της Λεμεσού. “Για τον ποιητή, η θέα είναι μέσα του”, μου λέει. “Αλλά να βλέπεις ένα τοίχο απέναντι, είναι άσχημο. Ξεκουράζει περισσότερο η θέα της θάλασσας”. Αν και Λεμεσιανή, πάντως, η ποιήτρια μεγάλωσε στην Πιτσιλιά εξαιτίας του επαγγέλματος του πατέρα της που ήταν γεωπόνος. Έζησε στο Παλαιχώρι από την ηλικία των έξι μηνών μέχρι και τα δέκα της χρόνια και η παραμονή της εκεί επηρέασε βαθιά τη θεώρησή της. “Πήγα σχολείο μέχρι την Δ’ δημοτικού, έζησα με τους απλούς ανθρώπους. Οι Πίτσιλοι είναι άνθρωποι απλοί, υποταγμένοι στη μοίρα τους. Είναι αφιερωμένοι στη θρησκεία και την πατρίδα”. Ένας ακόμη χρόνος στον Αγρό και επιστροφή στη Λεμεσό για την οικογένεια μέχρι και το 1959, οπότε η κ. Γαλάζη θα βρεθεί φοιτήτρια της Παντείου στην Αθήνα, για σπουδές Πολιτικών Επιστημών και Κοινωνιολογίας. Εκεί ήρθε σε επαφή με τα έργα μεγάλων λογοτεχνών. “Είχα πολύ καλούς, καλλιεργημένους φίλους και προσπαθούσα να καλύψω τα κενά μου διαβάζοντας αυτούς που δεν γνώριζα: τον Λειβαδίτη, τον Ρίτσο, τον Ελύτη”.

“Είμαι ΕΟΚΑτζού”

Ρωτάω για τις πολιτικές της πεποιθήσεις. “Είμαι ΕΟΚΑτζού”, απαντά αμέσως και αμετάκλητα η κ. Γαλάζη. “Το ότι δεν έγινε η Ένωση για μένα ήταν ένα τραύμα. Ανήκω σε μια γενιά τραυματική γιατί αγωνιστήκαμε για την ελευθερία και αντ’ αυτού είδαμε τους Τούρκους απέναντί μας. Η γενιά η δική μας έβγαλε σπουδαίους ποιητές. Εμείς αγγίξαμε την ελευθερία. Μονομιάς βγήκε μια φουρνιά ανθρώπων, πεζογράφων και ποιητών που θεμελίωσαν την κυπριακή ποίηση. Ακόμα και ο Μόντης, ο οποίος είναι μεγαλύτερος και προηγούμενος από μας, η ωραία του ποίηση τότε γράφτηκε”. Αν μπορούσε, η Πίτσα Γαλάζη θα επεδίωκε και σήμερα ακόμα την Ένωση με την Ελλάδα. Η δε ποίησή της εμπεριέχει διαχρονικά αυτήν την επιδίωξη. Ο απελευθερωτικός αγώνας του 1955-59 και η τουρκική εισβολή στιγμάτισαν και τα δικά της γραπτά, όπως όλων των ποιητών της γενιάς της. “Η ποίηση έχει να κάνει με εξωτερικά γεγονότα που επηρεάζουν τον ψυχισμό. Να πω ότι δεν με επηρέασε η τουρκική εισβολή; Δεν γράφω για τον εαυτό μου, είμαι άνθρωπος της συλλογικής μνήμης”.

“Πανταχού Απούσα”

Κι όμως, τα επόμενα βιβλία της Πίτσας Γαλάζη θα μπορούσε να χαρακτηριστούν βιωματικά. Το πρώτο έχει τίτλο “Πανταχού Απούσα”, αφορμώμενη από τις συνέπειες του επεισοδίου του 2006, το οποίο περιόρισε δραματικά τις μετακινήσεις της. Δύο ακόμη ποιητικές της συλλογές έχουν πάρει σειρά και θα κυκλοφορήσουν από τις εκδόσεις Αρμός, με τις οποίες συνεργάζεται από το 1997: “Λέξεις τάματα” και “Ένας κόσμος Ελ Γκρέκο” που θα είναι δίγλωσση έκδοση στα ελληνικά και τα ισπανικά και έχει να κάνει με την εμπειρία της από ένα ταξίδι στην Ισπανία. Υπό έκδοση και ένα πεζό της: “Αγαπημένοι και κεχαριτωμένοι” με θέμα τις αναμνήσεις της από την Κύπρο του 1945-60 και τους ανθρώπους της Πιτσιλιάς “που σημάδεψαν τη δική μου ζωή αλλά και τη ζωή του τόπου: τον ζωγράφο Κώστα Στάθη που με κρατούσε στην αγκαλιά του μικρή, τους Κάνθους που ήταν φίλοι με τους γονείς μου, τον Χριστοφή Μάτση, πατέρα του Κυριάκου Μάτση κ.ά.”. Το βράδυ της Τετάρτης διά της ομιλίας της η κ. Γαλάζη ήταν πολύ λιτή. Ευχαρίστησε την επιτροπή και τις πολιτιστικές υπηρεσίες για τη βράβευσή της, συνεχάρη τους υπόλοιπους βραβευθέντες και καταλήγοντας είπε: “Μια σοφή κυπριακή παροιμία λέει ότι ‘άνθρωπος είναι ο τόπος και ο τόπος έρημος’. Πολιτισμός χωρίς ανθρώπους δεν γίνεται, γι’ αυτό να προσέχετε τους ανθρώπους του πολιτισμού. Κύριε υπουργέ, θα ήταν τραγικό να δεινοπαθούν”.

  • Μερόπη Μωυσέως

    Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

You May Also Like

Τόμας Κλάιν: «Τα ψηφιδωτά της Κανακαριάς άλλαξαν το κλίμα για την επιστροφή αρχαιοτήτων»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Από τους επίμονους Μελίνα Μερκούρη, Βάσο Καραγιώργη και Τασούλα Χατζητοφή, ...

ΙΑΝΝΗ ΞΕΝΑΚΗ “ΟΡΕΣΤΕΙΑ” : “Στη μια τσέπη ο Πλάτων, στην άλλη ο Μαρξ”

 Συνέντευξη στην Μερόπη Μωυσέως Δέκα πνευστά όργανα, δύο κρουστά και ένα βιολοντσέλο, επτά μεικτές ...

Χανάν Σνιρ : “Δεν είμαι κατά των μουσουλμάνων, είμαι κατά της τρομοκρατίας”

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Μετά την πολύμηνη παραμονή του στην Κύπρο και λίγο πριν ...

Srecko Horvat :«H ξεροκέφαλη οικονομική πολιτική ετοιμάζει το έδαφος για νέα οδοφράγματα»

Συνέντευξη στην Χριστίνα Λάμπρου  «Αν νομίζεις πως η άνοδος του φασισμού είναι σενάριο επιστημονικής ...

Δημήτρης Λιγνάδης:”Η τέχνη είναι απαλλαγμένη από μηνύματα”

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως “Η νιότη δεν είναι ένας αριθμός που γράφεται στην ταυτότητα. ...

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ: «Η τέχνη είναι το εκλεπτυσμένο τρεμούλιασμα της ψυχής»

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου / Φωτογραφία ©Ελένη Παπαδοπούλου|Παράθυρο| Πολίτης Δραστήριος και παραγωγικός όσο λίγοι, ...

X