Στέφανος Στεφανίδης: Είμαστε η μνήμη και η λήθη μας

  • Λογοτέχνης που παρέμεινε για χρόνια στο παρασκήνιο καθώς τον κέρδισε ο ακαδημαϊκός εαυτός του μέχρι και πέρυσι, οπότε αφυπηρέτησε από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, ο Στέφανος Στεφανίδης κάνει σήμερα αυτό που πάντα ήθελε: “Ταξιδεύω και γράφω”. Σε ένα διάλειμμα από αυτά, μίλησε στο “Π” για το βιβλίο του “Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου” 

    “Το καλοκαίρι του 1957 ήταν το όγδοο της ζωής μου και ξεχωρίζει ζωηρό, διάπυρο στη μνήμη και τη φαντασία μου. Έμελλε, για τα χρόνια που θα ‘ρχονταν, να είναι το τελευταίο μου καλοκαίρι στο νησί της Μέσης Θάλασσας. Εκείνη τη χρονιά κίνησα για το μακρύτερο ταξίδι της παιδικής μου ηλικίας.”

    Με αυτό τον τρόπο ξεκινά το -ποιητικό- πεζό “Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου” που περιλαμβάνεται στην ομότιτλη συλλογή ποιημάτων του Στέφανου Στεφανίδη [εκδόσεις Το Ροδακιό]. Ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, εθνογράφος και ντοκιμαντερίστας αλλά και απομνημονευματογράφος, όρος που ανταποκρίνεται στα δικά του memoir fiction κείμενα, όπου καταγράφει με τρόπο μάλλον ποιητικό παρά μυθοπλαστικό την πολυταξιδεμένη -συναισθηματικά και βιωματικά- ζωή του, ο Στέφανος Στεφανίδης γεννήθηκε στο Τρίκωμο, μεγάλωσε στο Ηνωμένο Βασίλειο, έζησε στη Γουιάνα, στην Ουάσινγκτον και στην Ινδία προτού επιστρέψει στην Κύπρο για να ξεκινήσει το Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, το 1992.

    Το περασμένο καλοκαίρι κυκλοφόρησε το βιβλίο του “Ο άνεμος κάτω απ’ τα χείλη μου” στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα [μετάφραση στα ελληνικά: Δέσποινα Πυρκεττή], με ποιήματα και πεζά που αποτελούν το απόσταγμα της ζωής του.

    Το βιβλίο ξεκινά ήδη από το εξώφυλλό του, με μια ασπρόμαυρη φωτογραφία τοποθετημένη στη θάλασσα του Τρικώμου.

    “Η φωτογραφία πρέπει να είναι του ’50, ’51. Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν μικρός και πήγα στη Λευκωσία να μείνω με τη γιαγιά και τον παππού μου. Στα δεξιά στέκεται η θεία μου, που έφυγε το ’56 και πήγε στην Αγγλία. Το ’57 με πήρε ξαφνικά ο πατέρας μου και με πήγε στην Αγγλία. Με άρπαξε ουσιαστικά. Η μητέρα μου το έμαθε μετά. Λίγα χρόνια αργότερα, η μητέρα μου ξαναπαντρεύτηκε έναν Αμερικανό και πήγε να ζήσει μαζί του στην Καλιφόρνια. Απ’ εκεί μου έγραφε και κάποια στιγμή, όταν θα πήγαινε στην Ταϊβάν, μου είπε πως θα μου έστελνε εισιτήριο. Πήγα το καλοκαίρι του ’63. Τότε, τα εφηβικά μου χρόνια ενώ ήμουν στην Αγγλία, τα καλοκαίρια πήγαινα στην Ταϊβάν να δω τη μητέρα μου ενώ δύο φορές ήρθα και στην Κύπρο αλλά ουσιαστικά είχα χάσει την επαφή με το νησί. Η μητέρα μου επέστρεψε στην Κύπρο το 1976 ή ’77 και παρόλο που ήθελε να γυρίσω, όταν επέστρεψα με σκοπό να μείνω μου είπε ‘φύγε, τι θα κάνεις εδώ;’. Ήταν λίγο μετά την εισβολή, εγώ δεν μιλούσα καν ελληνικά. Με χιούμορ μου είπε ‘μιλάς ελληνικά σαν Τούρκος, μόνο να γράφεις ξέρεις. Αν σε πάρουν στον στρατό θα σε σκοτώσουν. Πιάσε τη γραφομηχανή σου και πήγαινε κάπου αλλού’. Πείσμωσα, δεν ήθελα να πάω πίσω στην Αγγλία και πήγα στην Ισπανία, στη Βαρκελώνη όπου είχα πολλούς φίλους. Εκεί έκανα μεταφράσεις και άλλα. Ήμουν 28 χρονών και όταν τέλειωσα τη διατριβή μου, βρήκα δουλειά στη Γουιάνα. Ήδη μιλούσα ισπανικά και πορτογαλικά και γι’ αυτό ενδιαφερόμουν πολύ για τη Νότια Αμερική αλλά δεν ήξερα τίποτε για την Γουιάνα. Αλλά όταν είδα πού είναι αυτός ο τόπος, είπα να πάω, να δω πώς είναι. Τελικά μου έκανε πολλή εντύπωση γιατί μπήκα σε όλη αυτή την κρεολέζικη κουλτούρα της Καραϊβικής και των Ινδών που είναι εκεί για ολόκληρες γενιές. Μου άρεσε πολύ και έμεινα έξι χρόνια, κάτι που κανείς δεν περίμενε. Όταν θα πήγαινα, ο πρύτανης εκεί πήρε τηλέφωνο τον δικό μου πρύτανη στην Αγγλία και του είπε ‘ποιος είναι αυτός ο Κύπριος που θα έρθει και θα μείνει εδώ όταν κανένας Ευρωπαίος δεν μένει;’. Ήταν μια πολύ πλούσια εμπειρία για μένα. Ολόκληρη η χώρα ήταν ένα πεδίο έρευνας. Εκεί ήρθα σε επαφή και με την αγγλόφωνη, μεταποικιακή ποίηση. Μετά τη Γουιάνα πήγα στην Αμερική όπου παντρεύτηκα και έκανα την κόρη μου. Όταν θα ξεκινούσε το Πανεπιστήμιο Κύπρου, μου έγραψε η μάνα μου να κάνω αίτηση. Δεκατέσσερα χρόνια μετά το ‘φύγε’, μου είπε ξανά ‘έλα’. Έκανα την αίτηση και μου έστειλαν δυο γραμμές από το Πανεπιστήμιο: σε επέλεξαν για συνέντευξη στις 9 το πρωί, Καλλιπόλεως 75. Χωρίς καμιά άλλη πληροφορία. Πήρα τη μάνα μου τηλέφωνο και της είπα ‘μα είναι τρελοί; Δεν έχουν άλλες πληροφορίες να μου δώσουν;’. Μου είπε ‘τι περιμένεις; Ένα γραφείο έχουν, δεν υπάρχει πανεπιστήμιο ακόμα. Έλα και τουλάχιστον θα δεις τη μάνα σου’. Πήγα. Την επομένη της συνέντευξης με πήρε η κυρία Νέλλη Τσουγιοπούλου που μου είπε πως η επιτροπή με συστήνει για τη θέση. Θυμάμαι την πρώτη μέρα των μαθημάτων δεν είχαμε καθόλου βιβλία και τους είπα ‘πώς θα κάνω μάθημα; Πήγαινε στο Σολώνειον και πάρε ό,τι θέλεις μου είπαν και γέμισα το αυτοκίνητό μου βιβλία λογοτεχνικά τουλάχιστον για τα 20, τότε, άτομα που παρακολουθούσαν το μάθημα.”

    Της Λάρνακας τα πορτοκάλια

    “Οι γονείς μου δεν μίλησαν ποτέ ξανά, αφότου με άρπαξε ο πατέρας μου και με πήγε στην Αγγλία. Πέθαναν όμως τον ίδιο χρόνο, Μάρτη η μητέρα μου, Οκτώβρη ο πατέρας, που ήρθε για διακοπές με τη μητριά μου στη Λάρνακα. Όταν ήρθε βρεθήκαμε για φαγητό σε ένα μέρος απέναντι από τη θάλασσα και τα πλοία με τα οποία με πήρε μαζί του. Ήταν και τότε αρχές του Οκτώβρη, του ’57. Δύο μέρες μετά, με πήρε η μητριά μου να μου πει ότι έπαθε επεισόδιο και πέθανε.”

    Ανάμεσα στα ποιήματα του Στέφανου Στεφανίδη, υπάρχει και ένα για τον θάνατο του πατέρα του, με τίτλο “Της Λάρνακας τα πορτοκάλια”.

    “Από της Λάρνακας τη θάλασσα πριν από τόσα χρόνια
    κίνησες για ένα όνειρο για μένα και για σένα
    Στο πλοίο μου κράταγες το χέρι
    Πρώτη φορά διέσχιζα το πέλαγο
    Τώρα στην ίδια θάλασσα επιστρέφεις
    στο τελευταίο σου όνειρο
    Τότε ήσουν πατέρας μου, τώρα παιδί μου γίνεσαι γυρνώντας
    Πρέπει τώρα να ονειρευτώ τ’ όνειρό σου
    καθώς μέσα στο φέρετρο της μετακομιδής σου
    πίσω σου αφήνεις διά παντός
    την πόλη του Λαζάρου και του Ζήνωνα
    και τη θάλασσα περνάς για να φτάσεις στη νεκρική πυρά” – απόσπασμα

    Στον χώρο και στον χρόνο

    “Νιώθω κοσμοπολίτης αλλά απ’ εδώ ξεκίνησα. Όταν επέστρεψα ξανά στην Κύπρο, έφερα πολλά στοιχεία απ’ εκεί που πήγα. Και τη Μεσόγειο τη γνώρισα καλά, έμαθα ισπανικά και πορτογαλικά, επισκέπτομαι συχνά την Ιταλία και τη Γαλλία. Νιώθω μεσογειακός αλλά η Καραϊβική, η Ινδία και η Αμερική έχουν συνεισφέρει σε μεγάλο βαθμό. Στο Πανεπιστήμιο δίδασκα παγκόσμια λογοτεχνία και συγκριτική και ένιωθα πως είναι η πιο κατάλληλη και για την Κύπρο. Όταν έμαθα την αγγλική γλώσσα, όντας και μοναχικό παιδί, έκανα την αγγλική ‘δική μου’ χωρίς όμως να κάνω τον εαυτό μου να γίνει Άγγλος ή Αμερικανός.” 

    Είμαστε οι αναμνήσεις μας; 

    “Νομίζω πως ναι. Και η λήθη. Είμαστε ο διάλογος μεταξύ της ανάμνησης και της λήθης, με όσα ξεχνάμε και με όσα θυμόμαστε. Ζούμε στον χρόνο και είναι ο διάλογος με το μέλλον, το παρελθόν και το παρόν. Η μνήμη για μένα είναι η βάση όλων. Και το πώς αλλάζει το καθετί. Στο παρόν όλα ξεχνιούνται και εξαφανίζονται.” 

    Ρωτάω τον Στέφανο Στεφανίδη ποια χαρακτηριστικά προσδίδει στην ποίησή του. Μου μιλά για τη ρευστότητα, τα σύνορα, την εντοπιότητα. Καταλήγει, όμως, σε ό,τι ονομάζει “οικεία ανοικειότητα”.
    “Που κάνει το οικείο ανοίκειο και το ανοίκειο οικείο. Αυτό είναι για μένα. Και είναι κάτι που νιώθω για όλους τους τόπους. Νιώθω ότι ανήκω εδώ αλλά ανήκω και στον κόσμο όλο. Επιστρέφοντας στην Κύπρο, ένιωσα μια οικεία εξοικείωση. Πηγαίνοντας στο χωριό μετά το 2003, επέστρεψαν όλες οι αναμνήσεις και ήταν ένας τόπος σαν μεταθανάτια εμπειρία, κάτι που νόμιζα πως δεν θα ξαναδώ στη ζωή μου και ξαφνικά βρέθηκα εκεί, λες και ξεθάβονται οι νεκροί. Ταυτόχρονα όμως ήταν κι ένας τόπος αλλοτριωμένος γιατί τον αλλάζει ο χρόνος. Έτσι λοιπόν δεν είναι μόνο το εδώ κι εκεί αλλά και το τότε και τώρα. Αυτά διασταυρώνονται πάντα. Και πουθενά να μην πας, ο κόσμος γύρω σου αλλάζει. Εγώ είμαι ένας ταξιδιώτης και δεν είμαι πάντα εδώ ή εκεί αλλά αλλού. Το παρελθόν όμως είναι πάντα οικείο και ανοίκειο συν τω χρόνω γιατί αλλάζει. Ζούμε σε μια μεταμοντέρνα Κύπρο τώρα. Εγώ θυμάμαι να μην υπάρχει νερό, ρεύμα, το σπίτι με το πλιθάρι και το χωματένιο πάτωμα. Είναι σαν ένας συνεχής διάλογος μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, του εδώ κι εκεί. Αλλά και του κόσμου πέρα απ’ αυτά, του μυθικού κόσμου, του κόσμου μετά θάνατον.”

    Σκέφτεστε τον θάνατο;

    “Ναι. Νομίζω πως ο καθένας τον σκέφτεται όσο μεγαλώνει. Όχι μόνο γιατί ξέρει πως πλησιάζει ολοένα πιο κοντά στον θάνατο αλλά και γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι που αγαπά φεύγουν από τη ζωή του. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.”

    Συνέντευξη στην Μερόπη Μωυσέως/Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

    • Μερόπη Μωυσέως

      Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

    You May Also Like

    Ο Οκτώβριος στην Αξιοθέα

    Το Αρχοντικό Αξιοθέας φιλοξενεί και το μήνα Οκτώβριο μια σειρά πολιτιστικών εκδηλώσεων, οι οποίες ...

    Κωνσταντίνος Ταλιώτης: Facing a Loaded Gun

    Συνέντευξη στην Χριστίνα Λάμπρου Με επαναλαμβανόμενα στοιχεία που παραπέμπουν σε ταινίες β διαλογής, -γρήγορα ...

    «Μνήμες, νοσταλγίες και ξεριζωμοί. Τρίκωμο – Σαλαμίνα» του Βάσου Καραγιώργη

    Στις 12 Ιουνίου παρουσιάζεται το βιβλίο του αρχαιολόγου Βάσου Καραγιώργη, μια προσωπική μαρτυρία του ...

    ΜΥΡΣΙΝΗ ΖΟΡΜΠΑ : Όπου περιφρονείται η καθημερινή κουλτούρα, ανθούν οι πολιτισμικές συγκρούσεις

    Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Φανερή η ανάγκη για ισορροπημένη προσέγγιση της ιστορίας στα μουσεία ...

    Αλκυόνη Παπαδάκη: Ζωή από μελάνι

    Συνέντευξη στο Δημήτρη Γεωργίου Μία σχέση «καθοριστική» στη ζωή του κάθε ανθρώπου, τη σχέση ...

    «Ο τελευταίος τροχός της αμάξης» του Γιώργου Στόγια

    Τα Public, , σε συνεργασία με τις εκδόσεις Μελάνι, σας προσκαλούν σε μια μεγάλη ...

    X