«Κραυγή» από το Θέατρο Αντίλογος

Παρά τις ενστάσεις για την ένταξη της κυπριακής διαλέκτου, η σκηνοθεσία της Εβίτας Ιωάννου δημιούργησε με πολύ έξυπνο και ευρηματικό τρόπο ένα θέατρο μέσα στο θέατρο κρατώντας το ενδιαφέρον του θεατή

Συγγραφέας: Tennessee Williams
Μετάφραση: Έλλη Παπακωνσταντίνου, Αθηνά Μαξίμου
Σκηνοθεσία: Εβίτα Ιωάννου
Σκηνικά-κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου
Μουσική: Δημήτρης Σπύρου
Σχεδιασμός φωτισμού: Σταύρος Τάρταρης
Ερμηνεύουν: Θανάσης Ιωάννου, Νιόβη Χαραλάμπους

Ο Τένεσι Ουίλιαμς είναι ένας από τους πιο ποιητικούς συγγραφείς του σύγχρονου θεάτρου. Ο λόγος του, φορτωμένος με σύμβολα και ποιητικότητα, αλλά όχι μελοδραματισμό, κατόρθωσε να προσδώσει στον καθημερινό θεατρικό λόγο μια λυρικότητα η οποία συναντάται κυρίως στην ποίηση. Αυτή η ποιητικότητα της καθημερινότητας ήταν που έκανε τον «Γυάλινο Κόσμο» να ξεχωρίσει. Αυτή η υπερβάλλουσα ποιητικότητα ήταν που οδήγησε τα πυρά της κριτικής εναντίον του στα τελευταία του έργα. Αυτή η ποιητικότητα είναι που καθιστά τη μετάφραση των έργων του ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Και όσο καλές μεταφράσεις κι αν υπήρξαν κατά καιρούς στην ελληνική γλώσσα, μόνο αν διαβάσει κανείς το πρωτότυπο αντιλαμβάνεται τι σημαίνει ποιητικότητα του Τένεσι Ουίλιαμς.

Η Εβίτα Ιωάννου επέλεξε ένα έργο που σπάνια βλέπει τα φώτα της σκηνής, όχι μόνο στην Κύπρο. Η «Κραυγή» («Out Cry»), έργο που πρωτογράφτηκε το 1966 με τίτλο «The Two-Character Play» σε μια από τις δυσκολότερες -σε προσωπικό και συγγραφικό επίπεδο- περιόδους του συγγραφέα και το οποίο τον απασχόλησε για μία περίπου δεκαετία, κατέχει πολύ ξεχωριστή θέση στη δραματουργία του Ουίλιαμς γιατί, εκ πρώτης όψεως, δεν θυμίζει το ύφος γραφής ή τη θεματολογία που τον απασχόλησαν στα προηγούμενα μεγάλα του έργα. Ενώ πρόκειται και πάλι για ένα αυτοβιογραφικό έργο που περιστρέφεται γύρω από τη σχέση του με την αδερφή και τους γονείς του, στην «Κραυγή» απομακρύνεται από τις νευρωτικές ηρωίδες του και στρέφεται στην ουσία της ύπαρξης μέσα από θεατρικούς όρους, όπου το θέατρο αυτοαναλύεται ή διαλέγεται με τον εαυτό του. Το «έργο των δύο χαρακτήρων» έχει διπλή ιστορία και εγκιβωτίζει το θέατρο μέσα στην ίδια τη θεατρική σύμβαση: δύο αδέλφια, η Κλαιρ και ο Φελίς, ηθοποιοί και θιασάρχες ενός περιοδεύοντος θιάσου που τους έχει εγκαταλείψει γιατί τους θεωρεί τρελούς, είναι απομονωμένοι στα παρασκήνια ενός θεάτρου της επαρχίας. Επειδή όμως το «κοινό» έχει έρθει για να δει την παράσταση, αποφασίζουν να «παίξουν» το αυτοσχεδιαστικό «Έργο των δύο χαρακτήρων» όπου και πάλι υποδύονται δύο αδέλφια που βρίσκονται απομονωμένα και έγκλειστα, αυτήν τη φορά στο πατρικό τους σπίτι. Αντιμέτωποι με ένα σκοτεινό παρελθόν, φοβίες, αγοραφοβικές εμμονές και δεμένοι με μια σχέση εξάρτησης όπου η συμβίωση είναι μαρτυρική αλλά ο χωρισμός αδύνατος, τα δύο αδέρφια «παίζουν» το έργο της ζωής τους, χωρίς κείμενο, χωρίς ρόλους, σε έναν δικό τους φανταστικό κόσμο, μπροστά σε ένα υπαρκτό αλλά και ένα ανύπαρκτο κοινό, με τα όρια της πραγματικότητας και της ψευδαίσθησης, της ζωής και του θεάτρου να αναμειγνύονται και να συνυπάρχουν. Ο Ουίλιαμς, απομακρυσμένος από τον ρεαλισμό που τον ανέδειξε, παίζει με όρους πιραντελλικούς αλλά και με απόηχους του θεάτρου του παραλόγου, δημιουργεί ένα αυτοαναφορικό έργο στο οποίο σχολιάζονται οι δομές και οι συμβάσεις του θεάτρου και διερευνά μέσα από αυτές τα όρια της ίδιας της ύπαρξης.

Χρήση της διαλέκτου: Η ένταξη της κυπριακής όχι μόνο δεν βοήθησε τα επίπεδα να ξεχωρίσουν, αλλά δημιούργησε επιπλέον σύγχυση

Η Εβίτα Ιωάννου είχε στα χέρια της μία από τις καλές μεταφράσεις έργων του συγγραφέα, της Έλλης Παπακωνσταντίνου και της Αθηνάς Μαξίμου, μετάφραση που χρησιμοποιήθηκε για το ανέβασμα του έργου πριν από τρία χρόνια στον πολύ ιδιαίτερο χώρο του Faust στην Αθήνα, σε σκηνοθεσία της μεταφράστριας Έλλης Παπακωνσταντίνου. Κατόπιν άδειας από τις μεταφράστριες του έργου, η σκηνοθέτρια εντάσσει στο έργο την «κυπριακή μουσικότητα», όπως αναφέρει, στην εκφορά του λόγου. Ωστόσο, αυτό που ακούσαμε σίγουρα δεν ήταν μόνο η μουσικότητα αφού ένα μέρος του έργου του Ουίλιαμς αποδόθηκε σε καθαρή, σύγχρονη μάλιστα, κυπριακή διάλεκτο. Προτρέχω, για να μην παρεξηγηθώ: δεν έχω καμία προκατάληψη για τη χρήση της διαλέκτου στη σκηνή. Ούτε και είμαι ενάντια στο «νέο τζύμα» που προσπαθεί, κάποτε εύστοχα και άλλοτε άστοχα, να εντάξει στην τέχνη του θεάτρου τη φυσική προφορική διάλεκτο του τόπου. Φτάνει να γίνεται με τρόπο γόνιμο, χωρίς εμμονές και χωρίς να γίνεται αυτοσκοπός. Στην προκειμένη περίπτωση η Εβίτα Ιωάννου, υπέρμαχος και σε προηγούμενες δουλειές της κυπριακής διαλέκτου, επιλέγει, κατά τη γνώμη μου άστοχα, να τη χρησιμοποιήσει σε ένα έργο στο οποίο για να φανούν οι λεπτές διαχωριστικές γραμμές του πραγματικού και του φανταστικού απαιτούνται δύο πράγματα: οι πολλαπλές δυνατότητες μιας «γλώσσας» και δύο πολύ καλοί ηθοποιοί που θα τις αποδώσουν. Εξηγώ: το έργο απαιτεί δύο επίπεδα. Αυτό της υποτιθέμενης πραγματικότητας και αυτό της θεατρικής σύμβασης, όπου τα δύο αδέρφια υποδύονται τους ηθοποιούς και «παίζουν», με έντονα στυλιζαρισμένο και γκροτέσκο τρόπο, το έργο των δύο χαρακτήρων. Σιγά-σιγά τα δύο επίπεδα ενώνονται και γίνονται σχεδόν ένα, το ίδιο και ο τρόπος ομιλίας τους. Με την ένταξη της κυπριακής, η Εβίτα Ιωάννου δημιουργεί τρία επίπεδα: αυτό της φυσικής ομιλίας (κυπριακή), αυτό της στυλιζαρισμένης ομιλίας (κοινή ελληνική) και αυτό της ενδιάμεσης κατάστασης, όπου ενώ «παίζουν» ρόλους, στην πραγματικότητα υποδύονται τους εαυτούς τους (και πάλι κοινή ελληνική). Η ένταξη της κυπριακής όχι μόνο δεν βοήθησε τα επίπεδα να ξεχωρίσουν, αλλά δημιούργησε επιπλέον σύγχυση, τουλάχιστον για όσους γνώριζαν το έργο. Ούτε το κοινό χρειαζόταν αυτήν την «καθοδήγηση», αλλά ούτε και οι ηθοποιοί οι οποίοι, με τον εξαιρετικό συντονισμό τους και την υπέροχη ερμηνεία τους μπορούσαν, χωρίς τη διάλεκτο, να αποδώσουν τα δύο επίπεδα του έργου. Επιπλέον, το πρώτο μέρος στο οποίο κυριαρχούσε η κυπριακή προσέδωσε στο έργο του Ουίλιαμς ένα είδος αποπλαισιωμένης, από τον αμερικανικό νότο, κωμικότητας, το οποίο συνήθως συναντάμε στα οικεία μας κυπριακά σκετς.
Παρά τις όποιες ενστάσεις για την ένταξη της κυπριακής στην παράσταση, οφείλω να ομολογήσω ότι η σκηνοθεσία της Εβίτας Ιωάννου δημιούργησε με πολύ έξυπνο και ευρηματικό τρόπο ένα θέατρο μέσα στο θέατρο, κρατώντας το ενδιαφέρον του θεατή μέχρι το τέλος, σε ένα έργο στατικό, επαναληπτικό, με δύο χαρακτήρες που φαινομενικά εκφέρουν ξανά και ξανά τις ίδιες εμμονές. Με χιούμορ, έστησε ένα γκροτέσκο θεατρικό παιχνίδι ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό το οποίο άφηνε διαρκώς να φανεί μία υποδόρια σκοτεινότητα και ένα αίσθημα εγκλεισμού. Η σκηνική χημεία της Νιόβης Χαραλάμπους και του Θανάση Ιωάννου τούς βοήθησε να δημιουργήσουν όλες εκείνες τις λεπτές εναλλαγές στον λόγο, το ύφος και την κίνηση που απαιτούνταν για να χτιστεί ο διπλός κόσμο του Φελίς και της Κλαιρ και «των δύο χαρακτήρων». Μέσα από μια ελαφρώς κωμική φόρμα η οποία, ωστόσο, κρύβει ή αναδύει μια σχεδόν μακάβρια τραγικότητα, έδωσαν δύο εξαιρετικές ερμηνείες. Το πολύ ευρηματικό, στη λιτότητά του, σκηνικό του Εδουάρδου Γεωργίου χρησιμοποίησε την πραγματική σκηνή ως χώρο δράσης του Φελίς και της Κλαιρ, ενώ τοποθέτησε στο κέντρο ένα κουκλόσπιτο σε εγκάρσια τομή για να σηματοδοτήσει τον χώρο δράσης, αλλά και εγκλεισμού των «δύο χαρακτήρων» του έργου. Η αυλαία που άνοιγε σε έναν αδιέξοδο τοίχο και ένα ανύπαρκτο κοινό, απέναντι ακριβώς από το πραγματικό κοινό δημιούργησε μια ασυνήθιστα ενδιαφέρουσα σχέση ανάμεσα στον θεατή και τον θεώμενο, στη σκηνή και την πλατεία, αποδεικνύοντας τα ρευστά όρια της πραγματικότητας και της ψευδαίσθησης στην τέχνη του θεάτρου.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Η σκηνική χημεία της Νιόβης Χαραλάμπους και του Θανάση Ιωάννου τούς βοήθησε να δημιουργήσουν όλες εκείνες τις λεπτές εναλλαγές στον λόγο, το ύφος και την κίνηση που απαιτούνταν για να χτιστεί ο διπλός κόσμο του Φελίς και της Κλαιρ και «των δύο χαρακτήρων».

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Η Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια

Who is Sylvia? What is she?”, αναρωτιέται ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στους “Δύο άρχοντες από ...

Άμλετ

Μετάφραση: Μιχάλης Κακογιάννης Σκηνοθεσία: Πάρις Ερωτοκρίτου Σκηνικά: Γιώργος Γιάννου Κοστούμια: Ρέα Ολυμπίου Σχεδιασμός Φωτισμού: ...

Η Κυρά της Θάλασσας

Συγγραφέας: Ερρίκος Ίψεν Μετάφραση: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ Σκηνοθεσία/δραματουργική επεξεργασία: Χάιντς-Ούβε Χάους Σκηνικά: Λάκης Γενεθλής Κοστούμια: ...

Ψυχολογία Συριανού Συζύγου

Ο σκηνοθέτης Πάρις Ερωτοκρίτου έδωσε μια ενδιαφέρουσα και τολμηρή σκηνική προσέγγιση ενός δύσκολου κειμένου, ...

Δωμάτια

2…5…1: Δύο παραστάσεις, πέντε δωμάτια και ο θεατής, ως μοναδική οντότητα. Αυτός είναι ο ...

Καθεστώς ευγενείας

Το τολμηρό, πολυποίκιλο και φιλόδοξο “Σαλόνι των Ξένων”, το οποίο εγκαινίασε ήδη από τον ...

X