Η Γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια

Who is Sylvia? What is she?”, αναρωτιέται ο Ουίλλιαμ Σαίξπηρ στους “Δύο άρχοντες από τη Βερόνα”. Ο Έντουαρντ Άλμπι απαντά στο ερώτημα μερικούς αιώνες αργότερα: η Σύλβια είναι μια γίδα 

Συγγραφέας: Έντουαρντ Άλμπι
Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία: Μάριος Μεττής
Σκηνικά/Κοστούμια: Μαρίνα Χατζηλουκά
Φωτισμοί: Σεσίλια Τσελεπίδη
Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί: Ανδρέας Βασιλείου, Έρικα Μπεγέτη, Βασίλης Βασιλάκης, Ανδρέας Κουτσόφτας

Μετά από 19 χρόνια απουσίας από το θεατρικό γίγνεσθαι, ο Αμερικανός εκπρόσωπος του θεάτρου του παραλόγου επιστρέφει στο Broadway το 2002 με το αινιγματικό έργο “The Goat or Who is Sylvia”. Αν και απέσπασε ανάμεικτες κριτικές, το έργο χάρισε στον συγγραφέα του το Tony Award και μία ακόμη υποψηφιότητα για το βραβείο Pulitzer. Παράδοξο, ίσως, αλλά με τη “Γίδα” ο Άλμπι επιστρέφει μετά το “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ” -το έργο που τον καθιέρωσε διεθνώς- και την “Ευαίσθητη Ισορροπία”, στα θέματα του γάμου, της οικογενειακής ζωής και των κοινωνικών ταμπού που κουβαλούν. Όμως, στη “Γίδα” ο συγγραφέας γίνεται πιο κυνικός και πιο ρηξικέλευθος από ποτέ: ο Μάρτιν, ένας 50χρονος διάσημος αρχιτέκτονας, ζει με την υπέροχη, πιστή και έξυπνη γυναίκα του Στήβι και τον ομοφυλόφιλο έφηβο γιο του μια αξιοζήλευτη ζωή. Μεγαλοαστική τάξη, υψηλό κοινωνικό status, κοινωνική αναγνώριση και μια πολλά υποσχόμενη συνέχεια στην ήδη επιτυχημένη καριέρα. Ωστόσο, ήδη από τα πρώτα λεπτά του έργου, παρά το καθ’ όλα φυσιολογικό περιτύλιγμα, ο θεατής διαισθάνεται ότι κάτω από την καλογυαλισμένη βιτρίνα της κοινωνικής ευπρέπειας ελλοχεύει κάτι περίεργο, κάτι σαθρό. Γρήγορα, ο Μάρτιν εκμυστηρεύεται στον καλύτερό του φίλο, τον Ρος, ότι είναι παράφορα ερωτευμένος και έχει σχέση με μία άλλη, τη Σύλβια. Μόνο που η Σύλβια είναι, κυριολεκτικά, μια γίδα.

Όταν το μυστικό αποκαλύπτεται, ο θεατής παρακολουθεί μέσα από τους λογικά δομημένους διαλόγους μεν, με ακραία παράλογο περιεχόμενο δε, την πλήρη αποδόμηση της οικογενειακής ισορροπίας. Οι γρήγορες ατάκες, οι ευφυείς στιχομυθίες, τα γραμματικά και συντακτικά παιχνίδια της γλώσσας του Άλμπι, ο κυνισμός, όσα λέγονται και όσα υπονοούνται, δημιουργούν ένα έργο που κινείται αδιάκοπα ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο και, ως εκ τούτου, το τραγικό και το κωμικό. Το παράδοξο με την ιστορία του Άλμπι, ιδιαίτερα σε μια εποχή που το σοκ στην τέχνη συχνά δεν μπορεί να συγκριθεί με το σοκ που προκαλεί ένα δελτίο ειδήσεων, δεν είναι αυτό καθαυτό το γεγονός της “κτηνοβασίας”. Είναι ότι αυτό το συμβάν τοποθετείται στο κέντρο του Μανχάταν και διαπράττεται από έναν μεγαλοαστό, διανοούμενο άνδρα, ο οποίος υπερασπίζεται μέχρι τέλους τον ιδιαίτερο, μεν, αλλά καθ’ όλα πραγματικό έρωτά του με μια γίδα, αδυνατώντας να αντιληφθεί γιατί η σχέση αυτή είναι κατακριτέα και μεμπτή, ενώ την ίδια στιγμή δυσκολεύεται να αποδεχτεί το γεγονός ότι ο γιος του είναι ομοφυλόφιλος. Μέχρι το τέλος του έργου ο Άλμπι, προχωρώντας πολύ βαθύτερα από την επιφάνεια της σεξουαλικής ηθικής, αφήνει έκθετη την υποκρισία της σύγχρονης αστικής κοινωνίας, η οποία δηλώνει ανοιχτή και φιλελεύθερη, ενώ στην πραγματικότητα παραμένει κλειστή και απομονωμένη, προκαλώντας τις αντοχές και τα όρια όχι μόνο των ηρώων του, αλλά και του κοινού.

Μετά τις “Τρεις Ψηλές Γυναίκες”, ο Μάριος Μεττής έρχεται αντιμέτωπος και πάλι με τον Αμερικανό συγγραφέα και αυτήν τη φορά “τολμά” την παγκύπρια πρώτη ενός έργου που λόγω της θεματικής του ιδιαιτερότητας δύσκολα μπορεί να αποτελέσει εχέγγυο εμπορικής επιτυχίας. Και αυτό από μόνο του, το ότι συστήνει στο κυπριακό κοινό το συγκεκριμένο έργο, αποτελεί κέρδος. Επιπλέον, η σκηνική πραγμάτωση της “Γίδας” είναι ένα εγχείρημα δύσκολο, που εύκολα μπορεί να καταλήξει σε αποτυχία. Απαιτεί μια σκηνοθετική ανάγνωση που θα μπορεί να αναδείξει, σκηνικά και υποκριτικά, όλο το υπο-κείμενο που υποβόσκει στους αιφνιδιαστικούς και, συχνά, ξεκαρδιστικούς διαλόγους. Και η ανάγνωση του Μάριου Μεττή, ακροβατώντας οριακά ανάμεσα στο υπερβολικά παράλογο και το υπερβολικά λογικό, φαίνεται να το κατορθώνει. Η σκηνοθεσία του χτίζεται σε αντιθέσεις οι οποίες του εξασφαλίζουν τον αιφνιδιασμό του θεατή. Σε ένα απολύτως ρεαλιστικό σαλόνι τοποθετεί τέσσερις απολύτως ρεαλιστικούς χαρακτήρες. Το ρεαλιστικό αυτό περίβλημα υπογραμμίζει διαρκώς τις αντιφάσεις που δημιουργούν οι συζητήσεις για το φλέγον θέμα: τον έρωτα του Μάρτιν για τη γίδα. Ο τρόπος που λειτουργούν και κινούνται οι χαρακτήρες μέσα στο σκηνικό δομείται και πάλι σε αντιθέσεις. Οι γρήγορες άλλοτε αφαιρετικές και άλλοτε υπερβολικές κινήσεις των σωμάτων, το μετωπικό προς τους θεατές πάγωμα του προσώπου, η απότομη εναλλαγή εκφράσεων από το αστείο στο κυνικό και εν τέλει το τραγικό, ακολουθούν μια κινηματογραφική τεχνική που κατά τόπους μου θύμιζε την ιδιαίτερη, σχεδόν σουρεαλιστική αισθητική του Γούντι Άλεν.

Η σκηνοθεσία του Μάριου Μεττή ξεπερνά την επιφάνεια της σύγχρονης ηθογραφικής φάρσας και πιάνει τον εσωτερικό ρυθμό του έργου, ο οποίος αναδεικνύεται κυρίως μέσα από τον τρόπο που οι ηθοποιοί ερμηνεύουν τον κάθε ήρωα. Ο Ανδρέας Βασιλείου, με μετριασμένη ευαισθησία και ισορροπημένο ρεαλισμό, αποκαλύπτει μέσα από την ερμηνεία του το εσωτερικό χάος του ήρωα: ερωτευμένος ταυτόχρονα με μια γυναίκα και μια γίδα, αποδεχόμενος την κτηνοβασία αλλά -τουλάχιστον στην αρχή- όχι την ομοφυλοφιλία, φαίνεται να συνειδητοποιεί, με ωριμότητα και ειλικρίνεια, τις βαθύτερες αιτίες της κατάρρευσης του οικογενειακού οικοδομήματος. Η Έρικα Μπεγέτη επωμίζεται έναν εξαιρετικά δύσκολο ρόλο. Η ερμηνεία της δίνει το βάθος του τραύματος της γυναίκας που βλέπει να ακυρώνεται το παρελθόν και να καταρρέει το μέλλον της, και όχι μόνο εξαιτίας μιας γίδας. Αν και υπήρχαν στιγμές που οι φωνές και οι κινήσεις γίνονταν κουραστικές μέσα από την επανάληψη και την υπερβολή, ωστόσο η ερμηνεία της αποκαλύπτει τον κυνισμό, την ένταση, το χιούμορ, την αγανάκτηση και την οργή που απαιτούσε ο ρόλος της Στήβι. Ο Βασίλης Βασιλάκης φωτίζει μέσα από μια καθαρά ρεαλιστική ερμηνεία τις ρωγμές του Ρος και τα βαθύτερα κίνητρα του “φίλου” που δρα ως καταλύτης στην οικογενειακή ισορροπία του Μάρτιν. Ο Ανδρέας Κουτσόφτας, χωρίς υπερβολές, αποτυπώνει, σωματικά, εκφραστικά και κινητικά την ιδιαιτερότητα του ομοφυλόφιλου έφηβου που αναζητά να βρει την ταυτότητά του. Η ερμηνεία του αφήνει να διαφανεί ότι κάτω από τη φαινομενική παθητικότητα και κυνικότητά του, ο Μπίλι και η ομοφυλοφιλία του αποτελούν μια κρυφή κινητήρια δύναμη για όσα συμβαίνουν ανάμεσα στο ζευγάρι.

Αν και δεν της λείπουν οι κωμικές στιγμές, η παράσταση του Μάριου Μεττή κινείται συνειδητά προς την ερμηνεία μιας τραγωδίας, συγκλίνοντας έτσι και με τον παρενθετικό υπότιτλο που ο ίδιος ο Άλμπι τοποθετεί στο έργο “Notes towards a definition of tragedy”. Η παράσταση κλείνει με όλους τους ηθοποιούς επί σκηνής, ακίνητους και επιλεκτικά φωτισμένους, ενώ ακούγεται η υπέροχη ιταλική άρια “Sposa son disprezzata” [“Είμαι μια γυναίκα περιφρονημένη”]. Ανάμεσα σε σπασμένα βάζα και διαλυμένες ψευδαισθήσεις, ο θεατής δεν μπορεί παρά να στραφεί προς τα μέσα, σε αλήθειες ανείπωτες, βαθιά κρυμμένες μέσα του, ενώ η πιθανότητα αποκάλυψής τους τον αφήνει να χαμογελάει αμήχανα στην πλατεία.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Ο γιος της Αμαζόνας

Μετάφραση/διασκευή/σκηνοθεσία: Ανδρέας Αραούζος Κίνηση/χορογραφία: Φώτης Νικολάου Μουσική σύνθεση/μουσικός επί σκηνής: Σταύρος Μακρής Σχεδιασμός φωτισμού: ...

A Room to Grow / Amen II

Ο χορευτής και χορογράφος Φώτης Νικολάου δίνει το δικό του ιδιαίτερο –και όχι μόνο ...

«Κραυγή» από το Θέατρο Αντίλογος

Συγγραφέας: Tennessee Williams Μετάφραση: Έλλη Παπακωνσταντίνου, Αθηνά Μαξίμου Σκηνοθεσία: Εβίτα Ιωάννου Σκηνικά-κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου ...

Η πολύχρωμη ιστορία της Frida K.

Η Ομάδα Persona στήνει, στον ιδιαίτερο χώρο του WHEREHAUS 612, μια πολύχρωμη γιορτή, όπου ...

Άμλετ

Μετάφραση: Μιχάλης Κακογιάννης Σκηνοθεσία: Πάρις Ερωτοκρίτου Σκηνικά: Γιώργος Γιάννου Κοστούμια: Ρέα Ολυμπίου Σχεδιασμός Φωτισμού: ...

Ο τυχερός στρατιώτης

Συγγραφείς: Ξένια Καλογεροπούλου, Θωμάς Μοσχόπουλος Προσαρμογή / Σκηνοθεσία / Μουσική επιμέλεια: Γεωργία Μαυραγάνη Σκηνικά ...

X