Οργισμένα Νιάτα

  • Look back in anger, ένα έργο που αντικατοπτρίζει την «οργισμένη» γενιά νέων που ζητούσε ρήξη με το κατεστημένο στην Αγγλία του ’50 και που παρουσίασε το Θέατρο Versus σε σκηνοθεσία Μαρίας Κυριάκου 

    Μετάφραση: Μαρία Κυριάκου – Ανθή Ζαχαριάδου
    Σκηνοθεσία: Μαρία Κυριάκου
    Σκηνικά-Κοστούμια: Κωνσταντίνα Ανδρέου
    Μουσική Επιμέλεια: Πάνος Μπάρτζης
    Σχεδιασμός Φωτισμού: Βασίλης Πετεινάρης
    Ερμηνεύουν: Στέλιος Ανδρονίκου, Μαρίνα Μανδρή, Αντρέας Νικολαΐδης, Μέλανη Στέλιου, Μηνάς Τίγκιλης

    Παραγωγή: Θέατρο Versus

    Η δεκαετία του 1950 φέρνει στη Βρετανία έναν ακόμη απόηχο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πέρα από τις απώλειες –υλικές και ανθρώπινες– και τη σταδιακή συρρίκνωση της αποικιοκρατικής της αυτοκρατορίας: μια «οργισμένη» γενιά νέων που αναζητά απεγνωσμένα ρήξη με το κατεστημένο, μέσα από την πλήρη αμφισβήτησή του. Είναι οι νέοι από την εργατική κυρίως τάξη οι οποίοι, αν και πια μορφώνονται, αδυνατούν να ξεφύγουν από την ταξική τους μοίρα. Οι ελπίδες τους ακυρώνονται και αυτοί φωνάζουν, οργισμένα και μάταια. Η οργή αυτή θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του αγγλικού θεάτρου το 1956, με την πρεμιέρα του “Look Back in Anger” του Τζον Όσμπορν. Το έργο, γραμμένο σε 17 μόλις μέρες και εν μέρει αυτοβιογραφικό, δίχασε την κριτική και το κοινό δημιουργώντας σάλο στη θεατρική κοινότητα. Όχι επειδή έφερνε κάτι νέο και ρηξικέλευθο, αλλά επειδή μετέφερε τη δράση στην καρδιά της εργατικής τάξης: ο ήρωας, ο Τζίμι, ένας νέος των λαϊκών στρωμάτων, μορφωμένος αλλά αναγκασμένος να πουλάει γλυκά σε έναν υπαίθριο πάγκο, μοιάζει με ταύρο σε υαλοπωλείο. Η οργή του αποτυπώνει με μανία το ψυχογράφημα μιας ολόκληρης γενιάς η οποία στρέφεται ενάντια στα πάντα: την πολιτική, την κοινωνία, την τέχνη, τη θρησκεία, τις κοινωνικές συμβάσεις, τη φιλία, τον έρωτα, τον γάμο, την έλλειψη επικοινωνίας, τη μοναξιά. Μέσα από τη φωνή του αποκαλύπτεται μια γενιά αυτοκαταστροφική και απονευρωμένη: φωνάζει, απορρίπτει, πατάει πάνω σε σωρούς βιβλίων και εφημερίδων – θέλει να αλλάξει τον κόσμο αλλά παραμένει κολλημένη σε μια πολυθρόνα. Η οργή του Τζίμι βρίσκει σαν στόχο τη γυναίκα του, Άλισον, η οποία στα μάτια του εκπροσωπεί τον κόσμο που ταυτόχρονα μισεί και θαυμάζει: τη μεγαλοαστική τάξη. Η σχέση τους θυμίζει στριντμπεργκικές μάχες των φύλων: παγιδευμένοι σε έναν αέναο φαύλο κύκλο φωνάζουν, πληγώνονται, μετανιώνουν, αλλά αδυνατούν να πράξουν. Ο μισογύνης Τζίμι γίνεται βίαιος λεκτικά, προσπαθώντας να εξωθήσει την Άλισον στα άκρα, να την κάνει να αντιδράσει. Η Άλισον, με βουβή οργή και σε αντίθεση με τις ιψενικές ηρωίδες, ούτε εγκαταλείπει, ούτε αυτοκτονεί. Φεύγει και επιστρέφει. Προμηνύοντας την αρχή ενός νέου κύκλου.

    Τα «Οργισμένα Νιάτα» –όπως αποδόθηκε στην ελληνική από την Εύα Μελά το 1960 για το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού– είναι ένα πολυεπίπεδο έργο το οποίο αγγίζει, μέσα από έναν ακραίο λεκτικό και σκηνικό ρεαλισμό, θέματα διαχρονικά και επίκαιρα. Μετρώντας στην εξηντάχρονη πορεία του δεκάδες αναβιώσεις παγκοσμίως, εξακολουθεί να βρίσκεται στο προσκήνιο και να προκαλεί τους σύγχρονους σκηνοθέτες είτε μέσα από μια κλασική και πιστή στο κείμενο προσέγγιση, είτε μέσα από τη σκηνική αποδόμηση, τόσο του ρεαλισμού του κειμένου, όσο και του χωροχρονικού του πλαισίου.

    Η Μαρία Κυριάκου, στη δική της ανάγνωση, ακολουθεί μια μέση οδό. Εστιάζοντας στο κεντρικό μοτίβο του έργου, δηλαδή στον τρόπο που τα τρία πρόσωπα [Άλισον, Κλιφ, Ελένα] κινούνται γύρω από τον κεντρικό ήρωα και καθορίζονται από αυτόν, δημιουργεί ενδιαφέροντα ψυχογραφικά πορτρέτα ανθρώπων ανεπιτήδευτων, γήινων, διαχρονικών, σχεδόν σύγχρονων. Ενώ τους τοποθετεί μέσα σε ένα φαινομενικά ρεαλιστικό σκηνικό και τους αφήνει να κινούνται και να μιλούν μέσα σε μια πιστή αντιγραφή της καθημερινότητας, κατορθώνει να δημιουργήσει μια ποιητική ατμόσφαιρα μέσα από μικρές, ανεπαίσθητες παρεμβολές. Το πιστό στη δεκαετία του ’50 σαλόνι, που στήνει η Κωνσταντίνα Ανδρέου, είναι τόσο φορτωμένο από τους σωρούς των εφημερίδων, των βιβλίων και των αντικειμένων που υπάρχουν παντού, που δημιουργεί το κλειστοφοβικό αίσθημα εγκλεισμού που αισθάνονται τα πρόσωπα σε αυτή τη μικρή σοφίτα, αλλά και την αναρχία που υπάρχει στο μυαλό και τα λόγια του ήρωα. Ο Τζίμι κινείται παντού και επιβάλλεται σε όλο τον χώρο. Το σαλόνι είναι ο δικός του κόσμος. Στον κόσμο αυτό υπάρχουν σημεία αναφοράς για τους υπόλοιπους ήρωες οι οποίοι τα διαχειρίζονται τελετουργικά, προσδίδοντάς τους μια δυναμική συμβόλου: η σιδερώστρα, τα στοιβαγμένα ρούχα, το σιδέρωμα, το τσάι, η εφημερίδα, η πίπα, το τσιγάρο, οι μάσκες.

    Ένας άλλος προσφιλής τρόπος της Μαρίας Κυριάκου να δημιουργεί ρωγμές στον σκηνικό ρεαλισμό είναι τα ηχητικά τοπία που δημιουργεί, τα οποία είτε διακόπτουν τη ροή του λόγου, είτε λειτουργούν ως αντανάκλαση της ψυχικής κατάστασης των ηρώων. Ομολογώ ότι τη μέρα που παρακολούθησα την παράσταση, ψήγματα μόνο κατάφερα να διασώσω από τον ηχητικό κόσμο της παράστασης, λόγω τεχνικών προβλημάτων και λοιπών άλλων παρεμβολών [όπως την πλήρη, σε κανονική ένταση φωνής, συνομιλία θεατή στο κινητό τηλέφωνο]. Οι ήχοι, από όσα κατάφερα εν τέλει να αντιληφθώ, κινήθηκαν σε τρία επίπεδα. Το πρώτο ήταν ο ήχος της καμπάνας ο οποίος, εισβάλλοντας στον προσωπικό χώρο του Τζίμι, του έδινε την ευκαιρία να στρέψει την οργή του προς τη θρησκεία. Το δεύτερο ήταν οι μουσικοί ήχοι του Τζίμι οι οποίοι λειτουργούσαν μεν ως καθρέφτης της δικής του ψυχικής κατάστασης, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούσαν ένταση και εκνευρισμό στα υπόλοιπα πρόσωπα, ευνουχίζοντας τη δυνατότητα της καθαρής σκέψης. Το τρίτο ήταν η παρεμβολή ενός ήχου αντιληπτού μόνο στους θεατές, ο οποίος για λίγα δευτερόλεπτα δημιουργούσε αλλαγή στον φωτισμό και πάγωμα στους ηθοποιούς, προοικονομώντας έναν νέο κύκλο μάχης. Δεν μπόρεσα να διακρίνω αν η έλλειψη συγχρονισμού ανάμεσα στην εναλλαγή των φωτισμών [Βασίλης Πετεινάρης] και τους ηθοποιούς, αλλά και η παρατεταμένη διάρκεια της συσκότισης στην εναλλαγή των σκηνών, οφειλόταν και αυτή, εν μέρει, στα τεχνικά προβλήματα που προέκυψαν τη συγκεκριμένη βραδιά.

    Μεταξύ μιας κλασικής και πιστής στο κείμενο προσέγγισης ή σκηνικής αποδόμησης του ρεαλισμού του κειμένου και του χωροχρονικού του πλαισίου, η Μαρία Κυριάκου επέλεξε τη μέση οδό.

    Οι ηθοποιοί, όπως συμβαίνει στις πλείστες παραστάσεις της Μαρίας Κυριάκου, κατορθώνουν να δημιουργήσουν τη σκηνική χημεία που απαιτείται για να λειτουργήσει το ίδιο το κείμενο και η παράσταση [το δέσιμο και ο επαγγελματισμός της ομάδας ήταν εμφανή στα όσα απρόοπτα είχαν συμβεί επί σκηνής και πλατείας το συγκεκριμένο βράδυ]. Στην προκειμένη περίπτωση, η ερμηνεία των ηθοποιών χτίζεται και κινείται γύρω από τον εξαιρετικό Στέλιο Ανδρονίκου, ο οποίος δίνει στον οργισμένο ήρωά του μια πολυεπίπεδη ερμηνεία που δεν παραμένει στην επιφάνεια της οργής, αλλά φωτίζει τις εσωτερικές ρωγμές της, αφήνοντας να διαφανεί τόσο η σκληρότητα, όσο και το χιούμορ, ο ιδεαλισμός, η θλίψη, η γραφικότητα, η ευαισθησία και εν τέλει η τραγικότητά του. Η ερμηνεία του δίνει στον ήρωα μια σύγχρονη υπόσταση και τον καθιστά διαχρονικό και οικείο. Στον αντίποδα της έντασης του Ανδρονίκου στέκεται η ερμηνεία της Μαρίνας Μανδρή στον ρόλο της Άλισον, η οποία δημιουργεί με την κίνηση και την ομιλία της το μεγαλοαστικό κοινωνικό υπόβαθρο της ηρωίδας, κρατώντας την, ίσως, σε υπερβολικά χαμηλούς τόνους. Η οργή της Άλισον είναι βουβή μεν, αλλά είναι οργή. Στην ερμηνεία της Μανδρή φάνηκε πιο πολύ η αδυναμία της να αποκολληθεί από τον Τζίμι, παρά η οργή για την κατάσταση την οποία βιώνει λόγω των δικών της –λανθασμένων; ορθών;– επιλογών. Ο Αντρέας Νικολαΐδης έδωσε τη λαϊκή καταγωγή και αθωότητα του Κλιφ, χωρίς όμως να προσδίδει στον ήρωα την ένταση και το σκηνικό εκτόπισμα που τον καθιστούν το σημείο εκτόνωσης των εντάσεων, αλλά και ισορροπίας του ζευγαριού. Η Μέλανη Στέλιου, αν και πολύ πειστική στην ερμηνεία της, θεωρώ ότι δεν ταίριαζε ηλικιακά και υφολογικά στον ρόλο της Ελένα. Η Μέλανη Στέλιου έδωσε στην ηρωίδα κομψότητα και καθωσπρεπισμό, αλλά όχι την υπόγεια γοητεία, το χιούμορ, την ειρωνεία και εν τέλει την έλξη που της ασκεί ο Τζίμι. Ο Μηνάς Τίγκιλης κάνει ένα εύστοχο πέρασμα, με ευαισθησία και χιούμορ, στον σύντομο αλλά αποκαλυπτικό, για το παρελθόν της Άλισον, ρόλο του πατέρα, με μια δόση, υπερβολικής ίσως, μεταμέλειας.

    Τα «Οργισμένα Νιάτα» του Όσμπορν μπορεί σήμερα να μην ηχούν και τόσο οργισμένα. Μπορούν, ωστόσο, να βρουν αντιστοιχίες με τη σημερινή οργισμένη γενιά. Και μπορεί οι αντιστοιχίες με το σήμερα να έλειπαν από την ανάγνωση της Μαρίας Κυριάκου, ωστόσο η παράσταση επιχειρεί μια ενδοσκόπηση σε όλους τους χαρακτήρες του έργου, αναδεικνύοντας ότι τα «Οργισμένα Νιάτα» αγγίζουν πολύ περισσότερα θέματα από την κραυγαλέα νεανική οργή.

     

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Ευρυδίκη

    Ο Μάριος Μεττής διάβασε το έργο της Σάρα Ρουλ σαν ένα ταξίδι της Ευρυδίκης ...

    Not Not Not Not Not Enough Oxygen

    Το σκηνικό της Λύδιας Μανδρίδου, οι φωτισμοί της Καρολίνας Σπύρου και το ηχητικό τοπίο ...

    Ο Χάσης

    Η Μαγδαλένα Ζήρα τολμά σε κάθε της δουλειά να θέτει τον πήχη ψηλά και ...

    Ο Θείος Γιάννης

    Ο Ευριπίδης Δίκαιος έλυσε όλα τα πρακτικά προβλήματα που προκύπτουν, εκ των πραγμάτων, σε ...

    Dark Vanilla Jungle

    Συγγραφέας: Philip Ridley Μετάφραση / διασκευή / σκηνοθεσία: Εβίτα Ιωάννου Δραματουργια/Καλλιτεχνικη Επιμελεια: Φωτεινη Μιχαηλιδου ...

    Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια

    Η σκηνοθετική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη παραμένει εμμονικά προσκολλημένη στην προσπάθεια αποσύνδεσης της παράστασης ...

    X