Το «True detective» ξαναβρήκε τον εαυτό του

Στην πρώτη σεζόν μιλούσαμε όλοι για ένα νέο είδος σειράς, για μια άλλη τηλεόραση, κάναμε τεμενάδες στον δημιουργό της. Και μετά ήρθε η δεύτερη, η οποία μας προσγείωσε απότομα με μια άκρως απογοητευτική ιστορία και μια επανάληψη των όσων είχαμε δει στην πρώτη σεζόν με διαφορετικό στυλ και ύφος. Ευτυχώς, όμως, η τρίτη σεζόν ήρθε για να μας επιβεβαιώσει πως δικαίως πιστέψαμε στον Nic Pizzolatto. Φυσικά, πρώτα πίστεψε σε αυτόν το HBO, το οποίο έδωσε όσο χρόνο χρειαζόταν στον δημιουργό για να μπορέσει να αποδείξει πως η σειρά δεν ήταν απλώς ένα πυροτέχνημα.

Ο δημιουργός του «True detective» φαίνεται πως ξαναβρήκε τον χαμένο του εαυτό και κατάφερε με τον τρίτο κύκλο να δώσει στο κοινό μια σειρά όπως τη γνώρισε με εκείνο το απόκρυφο, σκοτεινό, μυστηριώδες της ύφος. Βρήκε τους κατάλληλους συνεργάτες, έγραψε και ξαναέγραψε το σενάριο, ώστε να ξαναπιάσει το νήμα από την αρχή, ενώ έμαθε από τα λάθη του αφήνοντας κατά μέρος τους πειραματισμούς και τα διαφορετικά μοτίβα, επιστρέφοντας στην εγκληματολογική ανθολογία που ο ίδιος μας γνώρισε.

Στο επίκεντρο της ιστορίας του τρίτου κύκλου είναι και πάλι μια εξαφάνιση. Τα δύο παιδιά χάθηκαν ένα τυπικό απόγευμα της κλασικής αμερικανικής οικογένειας, όταν ξεκίνησαν την καθιερωμένη τους βόλτα με τα ποδήλατα. Η διαδρομή των παιδιών με το ποδήλατο είναι εκείνο το έξυπνο τέχνασμα του δημιουργού που μετατρέπει τον θεατή σε έναν τρίτο ντετέκτιβ, με την κάμερα να δείχνει πολλά βλέμματα να σταματάνε πάνω στα παιδιά καθώς περνούν με τα ποδήλατα από μπροστά τους. Μυστήριος θάνατος, πολλοί προφανείς θύτες και κανένας ταυτόχρονα, και αναμνήσεις που βασανίζουν. Όλα, μα όλα σε μια σφιχτοδεμένη ιστορία δοσμένη με τη σωστή δοσολογία δράσης και διαλόγου.

Βασικότερο ατού της τρίτης σεζόν είναι ο οσκαρικός ηθοποιός Mahershala Ali, ωστόσο μετατρέπεται σύντομα και στο μεγαλύτερο μειονέκτημα της σειράς. Παρόλο που ο ίδιος ανταποκρίνεται στον ρόλο που του δίνεται, στο σύνολο της σειράς, σε σχέση με τους προηγούμενους κύκλους, δεν υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στους δύο ντετέκτιβ που ερευνούν την υπόθεση. Το κλασικό μπατσικό δίπολο μετατρέπεται σύντομα σε one man show, κυρίως επειδή επιλέχθηκε ένας πρώτης κλάσης ηθοποιός και ένας -όχι και τόσο λαμπερός- όπως ο Stephen Dorff, ο οποίος ματαίως προσπαθεί να φανεί ισάξιός του.

Αν και ξενίζει το γεγονός πως δεν υπάρχει η κόντρα ανάμεσα στους δύο μπάτσους, ώστε να βλέπουμε τις διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιστορίας, ο Ali καταφέρνει να σηκώσει όλο το βάρος της. Αρκούντως λακωνικός, καταφέρνει να σε βάλει εύκολα στο στόρι, αλλά και στα περίεργα που συμβαίνουν στον εγκέφαλό του. Και μαζί με το -στα όρια του εκνευριστικά ψυχεδελικού ταξιδιού- μπρος-πίσω στον χρόνο, η σειρά καταφέρνει να σε κερδίσει, τόσο ώστε να προτιμούσες να είχε τελειώσει ο κύκλος και να έμπαινες σε διαδικασία binge-watching.

  • Η σειρά προβάλλεται στη Nova
  • Μιχάλης Σταύρου

    Γεννήθηκε (1983), μπλα μπλα, σχολείο μπλα μπλα, πανεπιστήμιο για τα Μέσα Ενημέρωσης (Πάντειο) μπλα, μπλα, δημοσιογραφία σε τηλεόραση, sites, εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνο. Πλέον ενεργός «Πολίτης». Γράφει για όσα του αρέσουν και όσα τον εκνευρίζουν.

You May Also Like

Hard Sun: Μπάτσοι γουρούνια… μελλοντολόγοι

Ας ξεκινήσουμε από μερικά κλισέ. Που θα τα καταρρίψουμε στην πορεία. Όπως ακριβώς κάνει ...

The End of the F***ing World: Τα νιάτα τα μπερμπάντικα

«Είμαι ο James, είμαι 17 χρονών και είμαι αρκετά σίγουρος ότι είμαι ψυχοπαθής», εξηγεί ...

MotherFatherSon: Τα παιδιά μας δεν μας ανήκουν

Εκείνος, ο Max, είναι ένας χαρισματικός και αυτοδημιούργητος Αμερικανός επιχειρηματίας, μεγιστάνας των Μέσων. Εκείνη, ...

The Tick: Ο υπερήρωας της… καθημερινότητας

Αφού γνωρίσαμε όλους τους άλλους υπερήρωες, ήρθε η ώρα να γνωρίσουμε και έναν ο ...

Το “Press” μιλά για τη φάρα που θες και δεν θες να γνωρίσεις, τους δημοσιογράφους

Δύσκολο πράγμα να αναφέρεσαι σε σειρές που έχουν σχέση με τη δημοσιογραφία, όπως η ...

Μα τι στο καλό γίνεται με το La Casa de Papel;

Στην Ισπανία πήγε άκλαυτη, το Netflix όμως κατάφερε να την αναστήσει. Είναι όντως τόσο ...

X