Για τις «χρωματικές αξίες στην ποίηση του Μιχάλη Πασιαρδή» μίλησε στις 18 Μαρτίου ο εικαστικός και καθηγητής Σάββας Χριστοδουλίδης, αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο ο ποιητής προσεγγίζει την έννοια του χρώματος στα ποιήματά του.

Θέτοντας το ερώτημα «κρύβει ο ποιητής μέσα του έναν ζωγράφο;», ο κ. Χριστοδουλίδης ανέπτυξε την ομιλία του γύρω από στίχους του Πασιαρδή που αναφέρονται σε χρώματα αλλά και σε ποιήματά του αφιερωμένα σε σημαντικούς Κύπριους ζωγράφους, όπως ο Διαμαντής, ο Σάββα, ο Κάνθος, ο Πολ Γεωργίου, ο χαράκτης Χαμπής Τσαγγάρης και άλλοι.

Πιο κάτω παραθέτουμε αποσπάσματα από την πολύ ενδιαφέρουσα διάλεξη, την οποία ευγενικά μας παραχώρησε ο κ. Χριστοδουλίδης:

«Το φθινόπωρο του 2017, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αιγαίον ‘Τα τετράστιχα’ του Μιχάλη Πασιαρδή. Με την πρώτη ματιά και απρόσκοπτα αντιλαμβάνομαι ότι το χρώμα αποτελεί για τον ποιητή κορυφαία έκφανση μιας δυναμικής υπαρκτικού χαρακτήρα. Ο ποιητής μιλά για το χρώμα, στοχάζεται γύρω από αρχές και φαινόμενα τα οποία το διέπουν ή απορρέουν από αυτό. ‘Η ποίηση ως γλώσσα των Τεχνών’, όπως την ορίζει ο Χρίστος Γιανναράς στην Οντολογία του Προσώπου, λέει αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί με τη σημαντική των εννοιών, δηλαδή την κοινότυπη σύνδεση σημαίνοντος – σημαινομένου. Αποβλέπει, σύμφωνα με τον ίδιο, στο ‘να γνωστοποιήσει την ετερότητα-μοναδικότητα της προσωπικής σχέσης με κάθε έναντι λόγω προσωπικού ενεργήματος». Εδώ έγκειται και το τόλμημα του ποιητή. Ανάγει το προσωπικό βίωμα σε ετερότητα καθιστώντας την εκάστοτε επιλεγμένη από μέρους του χρωματική αξία σε ένα κατά σύμπτωση ή κατ’ αναγκαιότητα κορυφαίο ηθικό σημείο σύνολης της ποίησής του.

Στα ποιήματα του Πασιαρδή το χρώμα βιώνεται εμπειρικά και συνάμα δείχνεται, με άλλα λόγια εικονολογείται. Το χρώμα συμβάλλει στην κατανόηση μιας κοινωνούμενης πραγματικότητας, που γνωρίζεται ή καλύτερα κοινοποιείται με ολβιότητα ως εμπειρία προσωπικής σχέσης. Στέκω σε προχθεσινή στιχομυθία μου με τον ποιητή.

‘Η ποίηση σας επισκέπτεται’; τον ρωτώ.

‘Έχει καιρό να μου κτυπήσει την πόρτα’, απαντά.

‘Τα χρώματα σας επισκέπτονται’; ρωτώ εκ νέου.

‘Καθημερινή η παρουσία τους. Ποίηση είναι όταν τα χρώματα γίνονται λόγος’, αποκρίνεται.

Η σχέση του ποιητή με τη ζωγραφική διαφαίνεται στα πρώιμα κιόλας ποιήματά του. Στέκομαι εντούτοις σε τετράστιχο της ενότητας Γ΄ το οποίο περιλαμβάνεται στη μόλις προαναφερθείσα έκδοση, αποκαλυπτικό της αντίληψης του καλλιτέχνη όσον αφορά το εικαστικό εγχείρημα. Γράφει:

Καρτζιήν που είκοσι πουλλιά τα χρώματα ν’ να βάλω

τζιαι ‘που το κάθε ‘ναν πουλλίν ‘πό ‘ναν φτερόν να βκάλω

να τα βουττώ στα χρώματα τζιαι να σε ζωγκραφίζω

τζιαι να λαλώ πως σε θωρώ τζι’ακόμα πως σού τζιίζω.

Ο ποιητής αυτοχρίζεται ζωγράφος και ενδίδει στην πρακτική της ζωγραφικής με τρόπο καθ’ όλα ιδιότυπο. Επιλέγει ως μέσο-εργαλείο πραγμάτωσης ενός έργου το φτερό, στοιχείο δηλωτικό της ανάγκης του η διατύπωσή του να υπόκειται και να αποπνέει συνάμα ελαφρότητα. Η χρήση από μέρους του πολλών χρωμάτων, 20 στο σύνολο, όσο των φτερών στα οποία αναφέρεται, καταδεικνύει το εύρος του ενδιαφέροντός του αλλά και την αντίληψή του για τη χρωματική ποικιλότητα.

Το λευκό χρώμα

Η προτίμηση του ποιητή για το λευκό είναι εμφανής στην ολότητα του ποιητικού του έργου. Υιοθετεί την πάγια πεποίθηση ότι το λευκό εμπίπτει στην κατηγορία των μη χρωμάτων, με άλλα λόγια των ουδέτερων χρωμάτων, και εστιάζει σε εκφάνσεις του πρωτοφανείς και νοήματα που το ίδιο το χρώμα κομίζει και μέσα από τα οποία ενεργείται. Το λευκό εμπεριέχει και εμπεριέχεται σε τονικότητές του αδιάλειπτα. Η ανεξάντλητη μάλιστα τονικότητά του, ταυτόσημη της φωτεινότητάς του, ενίοτε εξωθείται από μέρους του ποιητή σε βαθμό ώστε ο συσχετισμός του χρώματος με την αξία του ουδέτερου να μην υφίσταται πλέον. Γράφει σε ποίημα της συλλογής ‘Ο δρόμος της ποίησης Β΄’:

Η λευκότητα, είπε, είναι το άλλο άσπρο,

κάτι σαν άσπρο μες στο άσπρο, που καταργεί

το αυστηρά ουδέτερο…

Η παλέτα των χρωμάτων

Αφήνοντας κατά μέρος το λευκό, ο ποιητής διερευνά εκφάνσεις και ιδιότητες και άλλων χρωμάτων. Στους στίχους που ακολουθούν εστιάζει το ενδιαφέρον του στον αμετάβλητο χαρακτήρα μιας χρωματικής αξίας, στη δυνατότητα δηλαδή του χρώματος να παραμένει ατόφιο ως προς τη σύστασή του και ως προς την τονική του εμβέλεια. Γράφει:

Όπως θωρώ τα τζιύμματα νά ‘ρκουνται της θαλάσσου

μοιάζουν με ρούχα της βαφής που χρώμαν εν αλλάσσουν.

Έ’μ’  πάντα τους τα ίδια. Στρωτά γιά θυμωμένα, σαν την καρκιά’μ’ μου που λαλεί τζαι μάσιεται για σένα.

Το χρώμα του συναισθήματος είναι ομοειδές με το χρώμα κυμάτων και ανυποχώρητο όπως αυτό που χρωστικές ουσίες εγγυούνται σε είδη ένδυσης. Και παρά τις εκφάνσεις του ψυχισμού και τις κλιμακώσεις ή τις διακυμάνσεις που διανθίζουν τον εσώτερο κόσμο, σύμφωνα πάντα με τον ποιητή, η χρωματική του συναισθήματος δεν εμφανίζεται μετακλητή. Η εμπειρία της θέασης ενός διασαλευμένου θαλάσσιου χώρου μεταστρέφεται σε εγχείρημα ενδοσκόπησης κοινού παρονομαστή προκειμένου να αποτελέσει την εικονοποίηση μιας εμμονής ακατάπαυστα και πολέμια λεκτικής ως προς τον ίδιο τον εαυτό.

Το πράσινο χρώμα μοιάζει επίσης να μην υπόκειται σε μεταβολή και να μην επιδέχεται προσμείξεις. Λέει ο ποιητής:

Το πράσινον πόν έγινεν τζίτρινον που ελάλες

ούτεν σαν το πορτοκκαλλίν που πάντα επαρακάλες

έμεινεν έτσι πράσινον, εν άλλαξεν το χρώμα

ούλα που κάτι νά ’κρύψεν τζιαι κρύφκει το ακόμα

Στην παλέτα του ποιητή διακρίνουμε βασικά και συμπληρωματικά χρώματα. Η ανάγκη από μέρους του για μεταβολή των χρωμάτων σε άλλα ιδιαίτερης προτίμησής του διατηρείται σε επίπεδο υπόνοιας όσον αφορά το κίτρινο ή σε επίπεδο προσδοκίας όσον αφορά το πορτοκαλί. Επισημαίνει εντούτοις την ιδιότητα του πράσινου να μην επιδέχεται οποιαδήποτε αλλοίωση, αφήνοντας να νοηθεί ότι ο αμετάβλητός του χαρακτήρας εγγυάται στο χρώμα αδιάλειπτη κρυπτικότητα. Το πράσινο συμβάλλει στην εδραίωση μιας συνθήκης αποσιώπησης. Και το ανείπωτο, στους στίχους, είναι συνώνυμο του αφανέρωτου.

Τηλέμαχος Κάνθος, «Απλωμένα ρούχα», 1980. Λάδι σε καμβά, 51χ38 εκ. Συλλογή οικογένειας Κάνθου.

Το βλέμμα των ζωγράφων

Ο Πασιαρδής εκτιμά και συναναστρέφεται καλλιτέχνες του τόπου. Στη συλλογή ‘Ο δρόμος της ποίησης Β΄ του 1976, και συγκεκριμένα στην ενότητα ‘Οι άλλες μέρες’, αφιερώνει ποίημά του στον λαϊκό ζωγράφο Μιχαήλ Κκάσιαλο ο οποίος λίγες μέρες μετά τη δεύτερη επέλαση των Τούρκων, το 1974, πεθαίνει κατόπιν τραυματισμού. Ο ποιητής εκφράζει τη λύπη του για τον χαμό του Κκάσιαλου και την απογοήτευσή του που δεν αξιώθηκε να αποδώσει μέσα από τη ζωγραφική του εντυπώσεις του πολέμου. Γράφει χαρακτηριστικά:

“Tζι’ ό,τ’ είδες τζι’ έζησες να τα στορίσεις πάνω / σ’ έναν φτανόξυλον, σαν τ’ άλλα πόπκιασες / τζι’ έκαμες τα τζι’ εφέγγαν ούλον χρώμαν […]”.

Στην ενότητα ‘Είκοσι προϊουλιανά ποιήματα’ από την ίδια συλλογή, το ποίημα ‘Κυπριώτης’ είναι αφιερωμένο στον Αδαμάντιο Διαμαντή. Στην αρχή του ποιήματος ο Πασιαρδής εγκωμιάζει την ευρύτητα του βλέμματος του πρωτεργάτη της τέχνης στον τόπο μας γράφοντας: “Άφηνε το βλέμμα του να ξεμακραίνει σιωπηλά / όπως αυτός ο κάμπος που ξεμακραίνει και τον αγαπάμε…”. Αλλά και το ποίημα ‘Το πηγάδι του μικρού στενού’ από την ενότητα ‘Δια-στάσεις’ είναι αφιερωμένο στον ίδιο ζωγράφο.

Στην ενότητα ‘Δια-στάσεις’ περιλαμβάνεται και το ποίημα ‘Ιχνηλασία’, αφιερωμένο στον Γεώργιο Πολ Γεωργίου. Εδώ και πάλι το βλέμμα του ζωγράφου αποτελεί για τον ποιητή αντικείμενο σχολιασμού:

“Ωστόσο το βλέμμα του έδειχνε παλιών καημών / τα φανερώματα απάνω στον ασβεστωμένο τοίχο”, επισημαίνει.

Τέλος, από τα ‘Τετράστιχα Γ΄’, στίχοι αφιερώνονται στον χαράκτη Χαμπή Τσαγκάρη (2005).

Η υλικότητα του χρώματος 

Στην ενότητα ‘Κοιτάσματα’, ο Πασιαρδής διερευνά το ζήτημα της υλικότητας ενός χρώματος. Γράφει:

Έσκαψα όλα τα χώματα

όλα τα νερά

όλα τα χρώματα

έβρισκα πάντα το πρόσωπό σου

στην ώρα της πρώτης θλίψης του.

Ο ποιητής σκάβει, μεταξύ άλλων, τα χρώματα μέχρι να δει να φανερώνεται προσφιλές του πρόσωπο. Ο ίδιος αντιλαμβάνεται το χρώμα ως ογκομετρική αξία, ή ακόμα ως στρώση της οποίας το βάθος επιδέχεται σκαλιστική διάνοιξη. Στους στίχους τα χρώματα αναμοχλεύονται σε βαθμό που καθίστανται αποκαλυπτικά. Ο ποιητής, σκαφέας ή αρχαιολόγος, ανασύρει από το βάθος του χρώματος πρόσωπο. Στην ουσία πιθανολογεί ως υπαρκτό το ανύπαρκτο. Διά της διάνοιξης καταδεικνύει το άρρητο, τη θλίψη δηλαδή. Και η σχέση του με το φαντασιακό εύρημα, το πρόσωπο, δεν είναι παρά έκφραση ατομικής ανάγκης και επιθυμία. Το χρώμα φανερώνει, σύμφωνα με τον ποιητή, κάτι ορατό, αλλά ουδόλως ένσαρκο. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι εδώ διανοίγεται ένα πεδίο της φαινομενολογίας της τέχνης. Ο ποιητής -όπως το ίδιο θα συνέβαινε με έναν ζωγράφο- καθιστά ορατό αυτό το οποίο μέχρι στιγμής δεν είχε αντιληφθεί ή δει κανείς.

‘Στα μικρά ποιήματα ενός απογεύματος’ ο Πασιαρδής επιχειρεί τον χρωματισμό μιας περιοχής.

Η πλατεία

ξαφνικά

έγινε κόκκινη

όχι από σημαίες

μ’ απ’ το λιόγερμα

που ‘πεσε απρόσμενα

σα σφαγμένο κριάρι

Έξω από όποια πολιτικοκοινωνική νύξη που η αναφορά σε κόκκινες σημαίες θα δικαιολογούσε, ο ποιητής μοιάζει να αρέσκεται στον χρωματισμό μιας πλατείας την ώρα που πέφτει o ήλιος.

Το κόκκινο χρώμα είναι προσφιλές στον ποιητή όπως το μαρτυρά και το ακόλουθο τετράστιχο:

Το μήλον πάνω στημ μηλιά πριχού να κοτσιινίσει

Θωρεί σε ‘σένα που μακρά τζιαι θέλει να σου τζιίσει,

να πάρει που το κότσιινον πόν’ εις το πρόσωπόσ σου

για να λαλεί το χρώμαν του κρατεί που το δικό σου.

Κλείνω τον σχολιασμό με στίχους από την ενότητα ‘Κοιτάσματα’, ενδεικτικούς και πάλι του ενδιαφέροντος του ποιητή όχι μόνο για την πρακτική της ζωγραφικής αλλά και για την ίδια τη ζωγραφική διατύπωση, για το έργο τέχνης:

Όταν πέθανε ανοίξανε τη διαθήκη του και

βρήκαν τη ζωγραφιά κάποιου πουλιού

έτσι ονειρεύτηκε να ζήσει, και δεν έζησε.

Ο ποιητής, με χειρονομία διττής συμβολικής εμβέλειας, επιχειρεί από τη μια τον εγκυβωτισμό του έργου τέχνης ως μεμονωμένου συντελεστή μιας μεταθανάτιας γραπτής κληροδότησης όπως είναι η διαθήκη και από την άλλη ανάγει το πουλί σε μοτίβο ανεκπλήρωτης επιθυμίας. Στους στίχους διακρίνουμε μια συντακτική και παραστατική οργάνωση ανεπαίσθητη, ελαφριά, δηλωτικής παρ’ όλα αυτά λύπης ή και δυσαρέσκειας για το ανεκπλήρωτο. Επιθυμία να μεταμορφωθεί σε πουλί εκφράζει και ο Giacomo Leopardi στο ‘Εγκώμιο των πουλιών’, το φθινόπωρο του 1824, και συγκεκριμένα στην καταληκτική παράγραφο του πεζού αριστουργήματός του.

O ποιητής, ο κάθε ποιητής τραγουδά. ‘Ο ποιητής ωσάν αηδόνι στα σκοτεινά τραγουδά γλυκά […]’ λέει ο Percy Shelley στην ‘Υπεράσπιση της ποίησης’ του 1821.

‘Μα το άσκημο, το θανάσιμο, εδώ / πώς το δέχεσαι, πώς το υποφέρεις;’ ρωτά σε πρώιμους στίχους ο Ρίλκε τον ποιητή, απευθυνόμενος αναμφίβολα στον εαυτό του. ‘Τραγουδώ’, ανταποκρίνεται επίσης.

Τραγουδά ο δικός μας ποιητής; Με ιώβεια υπομονή, με εμμονή στην αίσθηση, μοναστικός μέσα στην τύρβη της ρουτίνας και τη ματαιότητα των ανθρωπίνων, ο Πασιαρδής τραγουδά και ζωγραφίζει την κρυμμένη ομορφιά, την απώτατη ουσία του κόσμου. ‘Με το βλέμμα του να κατευθύνεται στο χρώμα […] με το βλέμμα του να ενώνεται με το χρώμα’, ‘για μια τέχνη της αίσθησης και κατ’ επέκταση του βιωμένου κόσμου’, όπως έλεγε ο Βαλερύ.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Θάλασσα Κυρίως Ταραγμένη

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως «Όσα παίρνει η θάλασσα, όσα αφήνει, αυτά που παρασέρνει κι ...

Ένα μνημείο για τη Μαφάλντα

Μακριά είναι η ιστορία του εξαιρετικά δημοφιλούς κόμικ «Μαφάλντα». Το δημιούργησε ο Χοακίν Σαλβαδόρ ...

Η Αριάνα Ζάκου εκθέτει στην Alpha C.K. Art Gallery

Τη δεύτερη ατομική έκθεση της νεαρής Κύπριας ζωγράφου Αριάνας Ζάκου παρουσιάζει στα τέλη Ιανουαρίου ...

Δημοπρασία έργων από τον Οίκο Ψαθάρη

Ο Οίκος Ψαθάρης ανακοινώνει την ανοιξιάτικη του δημοπρασία η οποία περιλαμβάνει έργα κορυφαίων Κυπρίων ...

Κυκλοφόρησε το δίτομο έργο της Βέρας Κορφιώτη

«Ιερή παράδοση και οι μύστες της Magna Graecia» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου ...

Obs-cu-ra | Πορτρέτα πανδημίας από τη Βραζιλία

Μπορούμε να πούμε ότι η ιστορία της φωτογραφίας σχετίζεται άμεσα με την άποψη ενός ...

X