Ένας Picasso

Το “A Picasso” ανήκει στην κατηγορία των έργων στα οποία ολόκληρη η δράση δημιουργείται και εξαντλείται σε ένα γρήγορο και ευφυές λεκτικό debate, ανάμεσα σε δύο ισχυρές προσωπικότητες

Συγγραφέας: Jeffrey Hatcher
Σκηνοθεσία: Ανδρέας Αραούζος
Ερμηνεύουν: Βαρνάβας Κυριαζής, Νιόβη Χαραλάμπους
Παραγωγή: Alpha Square

Η Alpha Square είναι μια από τις πιο δραστήριες θεατρικές ομάδες της Λευκωσίας [και όχι μόνο], με πέντε, και πλέον, παραγωγές τη χρονιά. Ο ιδρυτής και σκηνοθέτης της Alpha Square, Ανδρέας Αραούζος, έχει διαμορφώσει το προφίλ της ομάδας του τόσο ως προς τη θεματολογία και την αισθητική των έργων που επιλέγει, όσο και ως προς τους βασικούς του συνεργάτες. Με ιδιαίτερη «αδυναμία» σε κινηματογραφικές και μυθιστορηματικές διασκευές ή έργα δωματίου που αφορούν σημαντικές προσωπικότητες της τέχνης και της επιστήμης [νομπελίστες επιστήμονες, συγγραφείς, ζωγράφοι, εικαστικοί, ψυχαναλυτές], ο Ανδρέας Αραούζος, επενδύοντας στην επιτυχία και τη δημοτικότητά τους, ξέρει να προσελκύει το ενδιαφέρον του κοινού και να εξασφαλίζει μια γεμάτη πλατεία. Το προφίλ της ομάδας καθορίζεται και από τις πολύ συγκεκριμένες επιλογές χώρων [εξαιρουμένων των συνεργασιών με τον ΘΟΚ και την ΕΘΑΛ], όπου πραγματοποιούνται οι παραστάσεις. «Αρτιστίκ» πολυχώροι, πινακοθήκες, ιστορικές αίθουσες εποχής διαμορφώνονται, προσαρμόζονται και αναπροσαρμόζονται στις ανάγκες της εκάστοτε παραγωγής, με τη μερίδα του λέοντος να ανήκει στην αίθουσα διαλέξεων της Λεβέντειου Πινακοθήκης. Επιπλέον, οι πλείστες επιλογές του Ανδρέα Αραούζου φαίνεται να καθορίζονται από την εκλεκτική συγγένεια που τον συνδέει, πλέον, με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Βαρνάβα Κυριαζή, ο οποίος καλείται να μεταμορφωθεί εξωτερικά και να ερμηνεύσει τις ρηξικέλευθες και ευφυείς αυτές φυσιογνωμίες. Σε δύο μόλις μήνες [έχω την αίσθηση ότι η πληθώρα παραγωγών σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα δεν ευνοεί ούτε τη σκηνοθεσία, αλλά ούτε και τις ερμηνείες], τον είδαμε να μεταμορφώνεται από ηλικιωμένο Sigmund Freud στο φιλοσοφικό έργο «Ο Επισκέπτης» του Έρικ Εμάνουελ Σμιτ, σε 60χρονο Pablo Picasso στο έργο του Αμερικανού Jeffrey Hatcher «A Picasso». Δύο μεταμορφώσεις, ως προς την εξωτερική ομοιότητα τουλάχιστον, εντυπωσιακές.

Το «A Picasso» ανήκει στην κατηγορία των έργων στα οποία ολόκληρη η δράση δημιουργείται και εξαντλείται σε ένα γρήγορο και ευφυές λεκτικό debate, ανάμεσα σε δύο ισχυρές προσωπικότητες. Η λογομαχία που παρακολουθήσαμε ανάμεσα στον «άγνωστο» άνδρα [ο οποίος ισχυριζόταν ότι δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Θεό] και τον Freud, στην ιστορική αίθουσα του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Κύπρου, στην προκείμενη περίπτωση μεταφέρεται σε έναν χώρο τέχνης, στη Λεβέντειο Πινακοθήκη. Παίχτες σε αυτό το παιχνίδι, ο Ισπανός ζωγράφος Pablo Picasso και ένα φανταστικό πρόσωπο, μια Γερμανίδα πολιτιστική ακόλουθος των ναζί, η οποία αναλαμβάνει ρόλο ανακριτή ούτως ώστε να αποσπάσει από τον [υπό στενή παρακολούθηση εξαιτίας του πολιτικού αντίκτυπου που είχε η «Guernica»] ζωγράφο, την ομολογία της αυθεντικότητας, ή όχι, τριών έργων του. Στόχος είναι να διεκδικηθεί έστω και «ένας» Picasso, ούτως ώστε να καεί με άλλα έργα της λεγόμενης «εκφυλισμένης τέχνης». Το κείμενο του Hatcher είναι καλογραμμένο [εξίσου καλογραμμένη είναι και η μετάφραση του Βαρνάβα Κυριαζή], με έξυπνο χιούμορ και υποδόριο σαρκασμό, ενώ βασίζεται στη γρήγορη ανταλλαγή «ατάκας» [πότε ευφάνταστης και αναπάντεχης και πότε κλισέ και προβλέψιμης], ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες. Η δυναμική μετακινείται διαρκώς από τον έναν στον άλλο σαν ένα λεκτικό ταγκό, μια ταυρομαχία που δεν θα αναδείξει ούτε νικητή, ούτε χαμένο. Πέρα όμως από την επιδέξια γραφή και το πρωτότυπο κοινωνικό/πολιτικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται η δράση [ο Picasso ενάντια στον ολοκληρωτισμό των ναζί], το έργο δεν προσθέτει κάτι νέο στη μακρά λίστα των μελετών, βιογραφιών, έργων και ντοκιμαντέρ που ασχολούνται με τη ζωή και το έργο του ζωγράφου. Εστιάζοντας στην επιφάνεια των γνωστών ή έκδηλων χαρακτηριστικών, αντιλήψεων και απόψεών του –μισογυνισμός, έπαρση, μη πολιτικοποιημένη τέχνη, ιδιορρυθμία, αντιπαλότητα με άλλους καλλιτέχνες, απόρριψη του ρεαλισμού, προάσπιση του σουρεαλισμού– πιστεύω ότι το έργο του Hatcher δεν κατορθώνει να αποδώσει το βάθος και την πολυπλοκότητα της σύνθετης, ετερόκλητης και πολυσχιδούς προσωπικότητας του ζωγράφου, γλύπτη, χαράκτη, εικαστικού, σκηνογράφου, ποιητή Pablo Picasso.

Η γραμμική πλοκή του έργου, όσο δυναμικός κι αν είναι ο λόγος και οι εντάσεις, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για σκηνοθετική ευρηματικότητα και δημιουργία. Και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το «πρόβλημα» με τα περισσότερα έργα αυτού του είδους που συχνά επιλέγει ο Ανδρέας Αραούζος. Η εμπειρία και η μεθοδικότητα στον τρόπο με τον οποίο δουλεύει τον οδηγούν σε λύσεις που ξεγελούν τη μονοτονία του λόγου και δημιουργούν εστίες δράσης – εναλλαγή φωτισμού [Κώστας Χαραλάμπους] και ήχου που σηματοδοτούν τη σκέψη και τη μνήμη [αν και η συγκεκριμένη αίθουσα δεν ευνοεί ούτε τον φωτισμό, ούτε την καλή ακουστική]– ενώ μέσα από τη μελετημένη και λεπτομερή καθοδήγηση των ηθοποιών κατορθώνει να αναδείξει την καυστικότητα και τα υπονοούμενα του κειμένου. Οι σκηνοθετικές λύσεις, ωστόσο, λειτουργούν εν μέρει, χωρίς να κατορθώνουν να προσπελάσουν τη σχηματικότητα του έργου και την έλλειψη του στοιχείου της πρωτοτυπίας και της ανατροπής στην πλοκή και τη δομή. Το σκηνικό του Γιώργου Γιάννου, σε αντίθεση με τα εύστοχα και καλαίσθητα κοστούμια του, μοιάζει υπερβολικά «ανοιχτό» και δίνει περισσότερο την αίσθηση ενός ατελιέ, παρά ενός ανακριτικού υπογείου κάτω από τους δρόμους του Παρισιού, που θα αιτιολογούσε και το αίσθημα εγκλεισμού και παγίδευσης που ήδη, από την αρχή του έργου, αισθάνεται ο Picasso.

Οι ερμηνείες του Βαρνάβα Κυριαζή και της Νιόβης Χαραλάμπους, δύο ηθοποιών της παλαιότερης και της νεότερης γενιάς ηθοποιών που απέδειξαν πολλάκις το ταλέντο και τις δυνατότητές τους, στο συγκεκριμένο έργο δεν βρήκαν την απαραίτητη σκηνική χημεία που χρειαζόταν. Είχα την αίσθηση ότι, και από τους δύο ηθοποιούς, δόθηκε εύσχημα το εξωτερικό περίβλημα των ρόλων [οργή, ειρωνεία, σαρκασμός, αδυναμία, εξουσία, ευαισθησία, ερωτισμός], χωρίς ωστόσο να δημιουργείται το εσωτερικό τοπίο των χαρακτήρων. Ο Βαρνάβας Κυριαζής, μέσα από την εντυπωσιακή εξωτερική ομοιότητα με τον Picasso, πείθει πολύ περισσότερο στους χαμηλούς τόνους και στις ατάκες που αποδεικνύουν τον ευφυή σαρκασμό του ζωγράφου, παρά στα, υπερβολικά σε ένταση, ξεσπάσματα αγανάκτησης και οργής. Η Νιόβη Χαραλάμπους, σε έναν ρόλο εν τη γενέσει του εξιδανικευμένο και μη πειστικό, δεν κατορθώνει να δείξει τις μεταβάσεις από τη σκληρή και ευφυή ανακρίτρια σε θέση εξουσίας, στην ευάλωτη λάτρη τέχνης που αγωνίζεται να επιβιώσει σε ένα ανελεύθερο ολοκληρωτικό καθεστώς.

Έχοντας παρακολουθήσει, σχεδόν ανελλιπώς, τη συνεργασία του Ανδρέα Αραούζου με τον Βαρνάβα Κυριαζή, μέσα από την τελευταία τους καλλιτεχνική συνύπαρξη αισθάνθηκα ότι αυτή η συγγένεια, για να παραμείνει εκλεκτική, θα πρέπει να βρει τον τρόπο να ανανεώσει τη μέχρι τώρα δημιουργική της πορεία και να δοκιμάσει τις δυναμικές της σε νέα θεατρικά τοπία.

 

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Not Not Not Not Not Enough Oxygen

Το σκηνικό της Λύδιας Μανδρίδου, οι φωτισμοί της Καρολίνας Σπύρου και το ηχητικό τοπίο ...

A Room to Grow / Amen II

Ο χορευτής και χορογράφος Φώτης Νικολάου δίνει το δικό του ιδιαίτερο –και όχι μόνο ...

Η Φαλακρή Τραγουδίστρια

Τι έχει να πει σήμερα ο Ιονέσκο σε ένα κοινό εξοικειωμένο με ποικίλους, συχνά ...

COCK

Συγγραφέας: Μάικ Μπάρτλετ Μετάφραση: Κατερίνα Ευαγγελάτου Σκηνοθεσία: Κώστας Σιλβέστρος Παίζουν: Προκόπης Αγαθοκλέους, Ανδρέας Τσέλεπος, ...

Ψηλά από τη γέφυρα

Συγγραφέας: Arthur Miller Σκηνοθεσία: Στέλιος Καυκαρίδης Σκηνικά-Κοστούμια: Στέφανος Αθηαινίτης Φωτισμοί: Βικέντιος Χριστιανίδης Παραγωγή: Σατιρικό ...

Τα ορφανά

Συγγραφέας: Ντένις Κέλι Μετάφραση: Κοραλία Σωτηριάδου Σκηνοθεσία: Νεοκλής Νεοκλέους Σκηνογραφία / ενδυματολογία: Μαρίζα Παρτζίλη ...

X