«Καθώς διέσχιζα τον ποταμό προς το Ιλ Σεν-Λουί, ένα γνώριμο αίσθημα καταλάγιασε μέσα μου: ήταν το αίσθημα ότι ζω μια ιστορική στιγμή, ότι μπροστά στα μάτια μου ξεδιπλώνεται ένα γεγονός, η ηχώ του οποίου θα παραμένει για χρόνια μετά.

Μετά απ’ αυτό το αίσθημα, ένιωσα ένα άλλο: εκείνο που νιώθει κανείς όταν κάτι που θεωρεί δεδομένο αλλάζει. Όταν κάτι που θεωρεί άφθαρτο φθείρεται. Η τάξη πραγμάτων μετατοπίζεται. Τα μνημεία θεωρητικά μας ξεπερνούν, υπάρχουν μετά από μας. Λογαριάζουμε τους εαυτούς μας και τη διάρκεια της ζωής μας σε σχέση μ’ αυτά. Δεν θα έπρεπε να τα βλέπουμε να καίγονται μπροστά στα μάτια μας. Η θλίψη μας είναι προσωπική και συλλογική συνάμα. Tout passe, tout casse, tout lasse, λέει μια γαλλική παροιμία. Όλα περνούν, όλα σπάνε, όλα φεύγουν» – Ρέιτσελ Ντονάντιο, The Atlantic

Στην πρώτη του αντίδραση το βράδυ της Δευτέρας, 15 Απριλίου, καθώς οι φλόγες μαίνονταν στη στέγη του καθεδρικού ναού της Παναγίας των Παρισίων, ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν μίλησε για τη σημασία του ναού στη ζωή της Γαλλίας. «Η Παναγία των Παρισίων είναι η ιστορία μας, η λογοτεχνία μας, η φαντασία μας, το μέρος όπου ζήσαμε όλες τις μεγάλες μας στιγμές: τις πληγές, τους πολέμους, την ελευθερία μας. Η Παναγία των Παρισίων βρίσκεται στο επίκεντρο των ζωών μας. Είναι ένας καθεδρικός που ανήκει σε όλες τις γυναίκες και σε όλους τους άνδρες της Γαλλίας, ακόμη κι αν δεν τον έχουν δει ποτέ».

Πώς γίνεται να ταυτίζεται κανείς τόσο με ένα μνημείο, ώστε να το θεωρεί δικό του, ενώ δεν το έχει ζήσει ποτέ; Ή το έζησε σαν φόντο σε μια φωτογραφία, από ένα ταξίδι στο Παρίσι; Ή το είδε σε μια ταινία, το διάβασε σε ένα βιβλίο, το είδε σε ένα πλάνο δευτερολέπτων σε κάποιο δελτίο ειδήσεων;

«Η Παναγία των Παρισίων [είναι] ένα μνημείο λογοτεχνικής κληρονομιάς, μοναδικό στο συλλογικό μας φαντασιακό. Κληρονομιά των Γάλλων αλλά και της ανθρωπότητας. Αυτό το δράμα μάς θυμίζει τη δύναμη που έχουν τα μνημεία να μας συνδέουν», ανέφερε σε ανακοίνωσή της η γενική γραμματέας της UNESCO, Οντρεΐ Αζουλέ.

Στην εμβληματική τηλεοπτική σειρά Civilization/Πολιτισμός [1966-1969], ο Κένεθ Κλαρκ βρέθηκε μπροστά από την Παναγία των Παρισίων το ’69. «Τι είναι ο πολιτισμός;», αναρωτήθηκε στην κάμερα. «Δεν ξέρω, δεν μπορώ ακόμη να τον προσδιορίσω με λόγια, αλλά νομίζω πως μπορώ να τον αναγνωρίσω όταν τον δω», είπε, και γυρίζοντας προς τον ναό «τον κοιτάζω αυτή τη στιγμή».

Πραγματικά, είναι μάλλον ανεξήγητη η συγκίνηση που τόσος κόσμος ένιωσε κοιτάζοντας τον φλεγόμενο ναό. Όχι όμως παράλογη. «Η κουλτούρα δεν είναι κάτι που μπορεί να περιγράψει κανείς, είναι κάτι όμως που μπορεί να νιώσει». Γάλλος το είπε κι αυτό, σε ανυποψίαστο χρόνο, σε μια παρουσίαση στη Λευκωσία προ ετών.

Από θρησκευτικό, πολιτιστικό μνημείο

Ο καθεδρικός ναός της Παναγίας των Παρισίων θεωρείται το κορυφαίο δείγμα γοτθικής αρχιτεκτονικής της Γαλλίας. Με 13 εκατομμύρια επισκέπτες τον χρόνο, αποτελεί ορόσημο της Πόλης του Φωτός και είναι στη λίστα της UNESCO με τα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς ως μέρος από τις «όχθες του Σηκουάνα», μαζί με τα γεφύρια, τις αποβάθρες και την ιστορική περιοχή που διαπερνά τον ποταμό του Παρισιού. Η οικοδόμηση της Παναγίας των Παρισίων ξεκίνησε το 1160 και μέχρι την ολοκλήρωσή της πέρασαν εκατό χρόνια. Στους οκτώ αιώνες ύπαρξής της, αποδείχθηκε ένα ξεχωριστό αρχιτεκτονικό επίτευγμα που ισορροπούσε μοναδικά ανάμεσα στη θρησκευτική του αποστολή και την καλλιτεχνική [πολιτιστική] του αξία.

Από ένα παράγωγο πολιτισμού, ένα βιβλίο, ξεκίνησε η σύγχρονη θεώρηση της Παναγίας των Παρισίων ως πολιτιστικό μνημείο, με αποτέλεσμα να κερδίσει μια θέση ως συλλογική αναφορά στις ζωές των ανθρώπων. Εξαιτίας της πυρκαγιάς που ξέσπασε στη στέγη του ναού, μάθαμε ότι αυτός ήταν ένα ερείπιο προτού ο Βίκτωρας Ουγκώ γράψει το εμβληματικό του μυθιστόρημα «Η Παναγία των Παρισίων» [1831], με πρωταγωνιστές τον Κουασιμόδο και την Εσμεράλδα, και σκηνικό τον ομώνυμο ναό. Ο Ουγκώ, αυτός ο μέγας λογοτέχνης του Ρομαντισμού στη Γαλλία, που ήταν επίσης πολιτικό ον και καθόλου θρησκευόμενος, μετατόπισε την αξία του ναού αφενός από τόπο θρησκευτικής ευλάβειας σε μνημείο πολιτισμού, αφετέρου σε ένα -απαραιτήτως- ρομαντικό σκηνικό. Πώς ήταν κάποτε ο Δημοτικός Κήπος Λευκωσίας το φόντο για τις φωτογραφίες στα γαμήλια άλμπουμ των δεκαετιών ’80-90; Κάπως έτσι.

Το έργο και η αύρα του

Η δημοφιλία της αγάπης του Κουασιμόδου και της Εσμεράλδας ήταν τέτοια που η «Παναγία των Παρισίων» κατέστη σύμβολο της γαλλικής ταυτότητας, οδηγώντας μάλιστα στην ανακαίνιση του οικοδομήματος τον 19ο αιώνα. Και έτσι έγινε «η μεγάλη σκηνή όπου έλαβαν χώρα τα μεγαλύτερα γεγονότα της Γαλλίας», κατά τον ιστορικό Ρόμπερτ Ντάρτον. Αλλά και η ελάχιστη στιγμή κάθε περαστικού, επισκέπτη, τουρίστα, ερωτευμένου στη γαλλική πόλη. Και πέρα από τη ζωντανή παρουσία στην πόλη, ήταν η παρουσία μέσα από την τέχνη. Εκατομμύρια άνθρωποι γνωρίζουν την Παναγία των Παρισίων μέσα από το βιβλίο του Ουγκώ [που σε πολλές σελίδες διαδικτυακού εμπορίου έγινε sold out ώρες μετά το ξέσπασμα της πυρκαγιάς στον ναό], μέσα από τον κινηματογράφο, τα παραμύθια, τις καρτ ποστάλ, τις φωτογραφίες. Μέσα, δηλαδή, από την αναπαραγωγή της ως έργο τέχνης.

Το είχε πει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν το 1936, μιλώντας για το έργο τέχνης, την αναπαραγωγή του και την αύρα του. Ο Γερμανοεβραίος φιλόσοφος υποστήριξε στο δοκίμιό του «Το έργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του», ότι ένα έργο τέχνης, από τη στιγμή που γίνεται φετιχιστικό αντικείμενο, τοποθετείται σε ένα ειδικό πολιτισμικό [και θρησκευτικό] πλαίσιο. Και πως μαζί με το ίδιο το έργο που αναπαράγεται -μέσα από τη φωτογραφική του απεικόνιση ή άλλως πως- αναπαράγεται και η αύρα του, πολλαπλασιάζοντας την υπόσταση και την αξία του. Η ίδια η αναπαραγωγή του έργου [η μέθοδος -δηλαδή- μέσα από την οποία ένα έργο αναπαράγεται που συνήθως είναι η τεχνολογία], δεν είναι απλά «μηχανές». Αντίθετα, είναι ένας τρόπος να σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας και με τον κόσμο. Αυτή η σχέση είναι τόσο δυνατή που εντυπωσιάζει συχνά κι εμάς τους ίδιους. Η σχέση μας με ένα έργο τέχνης, με ένα κτήριο, με έναν τόπο. Η φωτογραφία που βγάλαμε με τον ναό ως φόντο, η καρτ ποστάλ που λάβαμε όταν μια φίλη μας ήταν εκεί, εκείνη η μέρα που είδαμε από τον καναπέ του σπιτιού μας την παραγωγή της Ντίσνεϊ με τον Κουασιμόδο και την Εσμεράλδα ή την Όντρεϊ Χέπμπορν να συναντά τον Κάρι Γκραντ μπροστά από τη Notre Dame στην ταινία Charade του ’63 και την Οντρέι Τοτού να διηγείται πώς η μητέρα της έχασε τη ζωή της μπροστά από τον ναό στην ταινία Amelie του 2001.

Μπροστά στον φλεγόμενο καθεδρικό, η εμπειρία μας από αυτόν και η όποια σχέση του με μας -ακόμα κι αν δεν τον είδαμε ποτέ από κοντά- γίνεται λόγος να νιώθουμε απώλεια. Μια απώλεια προσωπική, όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο Πλάθιντο Ντομίνγκο, πρόεδρος της Europa Nostra. Δεν εξηγείται με λόγια, αλλά νιώθει εύκολα κανείς την απώλεια, όταν ένα κομμάτι του πολιτισμού χάνεται. Γιατί συνοψίζεται στο τι είναι ο κόσμος σήμερα.

  • Μερόπη Μωυσέως

    Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

You May Also Like

16ο Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου Φάρος

Παρά τις οικονομικές «αντιξοότητες», το γνωστό φεστιβάλ επιστρέφει, προσφέροντας στο κοινό συναυλίες από μερικούς ...

Διεθνές Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος 2015

Πέντε παραγωγές ανεβαίνουν φέτος στο πλαίσιο του «Διεθνούς Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος 2015», το ...

Διαψεύδει το υπουργείο Πολιτισμού για τις επιγραφές

Ανώτατα στελέχη του υπουργείου Πολιτισμού διαψεύδουν την ανεύρεση δύο επιγραφών μέσα στον τάφο της ...

To Cirque du Soleil για πρώτη φορά στην Ελλάδα

Το περίφημο Cirque du Soleil θα δώσει για πρώτη φορά παραστάσεις στην Ελλάδα με ...

Στον Κεν Λόουτς ο Χρυσός Φοίνικας των Καννών

Ο Κεν Λόουτς είναι ο νικητής του φετινού φεστιβάλ των Καννών, ο οποίος απέσπασε ...

Kάμψη παρουσιάζει η πολιτιστική συμμετοχή στην Ευρώπη

Ότι ο πολιτιστικός χαρακτήρας της Ευρώπης εξασθενεί, είναι το γενικό συμπέρασμα νέας έρευνας του ...

X