Ένα αλλιώτικο μουσείο στην Αθήνα

  • Ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί θεαμάτων, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, είναι το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας, δέκα εννέα λεπτά με τα πόδια από το Σύνταγμα και τον πεζόδρομο της Ερμού, στον λόφο του Μετς 

    Καθώς περιμένω την αναχώρηση της πτήσης Αθήνα-Λάρνακα στο Ελευθέριος Βενιζέλος, παρατηρώ ότι πολλοί επιβάτες καταφθάνουν φορτωμένοι με ψώνια. Οι μεγάλες χάρτινες τσάντες, με τα γνωστά ονόματα της μόδας, έχουν την τιμητική τους. Χαίρομαι να βλέπω αυτούς κι αυτές που τις κρατάνε, να διαβάζω στα πρόσωπά τους την ικανοποίηση της αγοροθεραπείας, αυτή τη λεπτή χαρά που έχουμε όλοι όταν αποκτούμε καινούργια πράγματα. Περιττή ή όχι αυτή η αίσθηση είναι απαραίτητη -έως ένα βαθμό και με μέτρο- για το καλό του εμπορίου, από τη μια, αλλά και της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, από την άλλη.

    Διερωτώμαι όμως, πέρα από τις επισκέψεις στα ημερήσια και τα νυχτερινά μαγαζιά, με τι άλλο να εμπλουτίστηκε η ψυχή και το πνεύμα τους σ’ αυτό το ταξίδι; Είναι η Αθήνα μόνο τόπος διασκέδασης και shopping ή και τόπος πολιτισμού; Απόλαυσαν άραγε μια καλή παράσταση στο θέατρο ή στη Λυρική, επισκέφτηκαν ένα από τα μουσεία που καρδιοχτυπούν στο κέντρο της πόλης, περιδιάβηκαν κάποια έκθεση, κάποιο βιβλιοπωλείο από τα τόσα που υπάρχουν στην Αθήνα; Διότι -επιμένω- τι να τα κάνεις τα λούσα αν είσαι τούβλο απελέκητο; Σε τι χρησιμεύουν τα ακριβά φορέματα αν το περιεχόμενο, όσο επιθυμητό κι αν φαντάζει στα μάτια κάποιων άλλων, είναι άδειο;

    Ο συνολικός αριθμός των γλυπτών, ναΐσκων, επιτύμβιων στηλών, ξεπερνάει τα χίλια και είναι φτιαγμένα από χέρια άξιων καλλιτεχνών του μαρμάρου όπως οι Γιαννούλης Χαλεπάς, Ιωάννης Βιτσάρης, Δημήτριος Φιλιππότης και πολλοί άλλοι

    Η καλλιεργημένη ψυχή κάνει το δέμας να φαίνεται ακόμα πιο όμορφο απ’ ό,τι το έφτιαξε η μητέρα Φύσις, ή για να το πω διαφορετικά, με την καλλιέργεια της ψυχής, η ομορφιά της όψης νικάει ακόμα και τη φθορά του χρόνου.

    Αθήνα μου φως μου καμάρι του κόσμου Αθήνα
    Αθάνατη πόλη σ’ αγάπησαν όλοι τρελά

    Το πού θα πληροφορηθεί ο επισκέπτης τα σχετικά με τα δρώμενα της “αθάνατης” πόλης είναι εύκολο, αρκεί να ψάξει στο ίντερνετ ή στους οδηγούς θεαμάτων: πολλές θεατρικές παραστάσεις, καλές ταινίες, αρκετά μουσεία (λυπηρό που η Εθνική Πινακοθήκη μαζί με το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης παραμένουν κλειστά), το δραστήριο Μέγαρο Μουσικής, τα ιδρύματα Ωνάση, Νιάρχου και φυσικά οι αρχαιολογικοί χώροι, ανοιχτοί στην σπουδή και τον περίπατο. Και με όλα αυτά, ένα σημείο αλλιώτικο από τα άλλα, ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, ένας τόπος που δεν θα σκεφτόταν εύκολα -για λόγους ευνόητους- να επισκεφτεί κάποιος και τον οποίο σας συνιστώ ανεπιφύλακτα: πρόκειται για το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας, δέκα εννέα λεπτά με τα πόδια από το Σύνταγμα και τον πεζόδρομο της Ερμού, στον λόφο του Μετς.
    Αν και δεν έχει τη φήμη ή την αίγλη του παρισινού Pere Lachaise (το κοιμητήριο όπου αναπαύονται μερικές από τις πιο γνωστές προσωπικότητες του κόσμου, όπως ο Ντελακρουά, ο Όσκαρ Γουάιλντ, ο Απολιναίρ, η Μαρία Κάλλας, η Σιμόν Σινιορέ, ο Υβ Μοντάν, η Εντίθ Πιάφ, ο Τζιμ Μόρισον για να αναφέρω ελάχιστους) είναι εξίσου σημαντικό για δυο τουλάχιστον λόγους: Πρώτον επειδή εκεί αναπαύονται μερικές από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της νεότερης Ελλάδας, ήρωες της Επανάστασης και άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών, της πολιτικής και δεύτερον, διότι είναι το πιο σημαντικό μουσείο της ελληνικής γλυπτικής του 19ου αιώνα. Επιπρόσθετα θα έλεγα ότι είναι ένας πνεύμονας γαλήνης στο χάος της πρωτεύουσας, ένα άλσος όπου συνυπάρχουν ειρηνικά ορθόδοξοι, καθολικοί, προτεστάντες και Εβραίοι.

    Η ζωή και ο θάνατος είναι σαν τις δυο όψεις της παλάμης μας: με τη μέσα παίρνουμε αυτό που έχουμε ανάγκη για να ζήσουμε, με την έξω διώχνουμε ή εξορκίζουμε ό,τι θεωρούμε κακό. Ο άνθρωπος δεν μπόρεσε ποτέ να δεχτεί τον θάνατο – όσο κι αν πίστεψε ότι με τη βοήθεια των απανταχού θεών, θρησκειών και φιλοσοφικών θεωριών θα το κατάφερνε. Με την ιδέα του μπορεί ενίοτε να συμφιλιώνεται, με τον ίδιο τον θάνατο όμως ποτέ. Και στην προσπάθειά του να επεκτείνει τη μνήμη, έχτισε μνημεία, τόπους επικοινωνίας τόσο με τους απογόνους του όσο και με το μακρινό, άγνωστο σ’ αυτόν μέλλον. Στην αρχαία Αθήνα υπήρξαν διάφοροι τόποι ταφής, έως ότου καθιερώθηκαν επίσημα το Δημόσιο Σήμα και ο Κεραμεικός.

    Το Α’ Νεκροταφείο ιδρύθηκε με βασιλικό διάταγμα το 1837. Αν και δεν γνωρίζουμε ποιος το σχεδίασε αρχικά, δέχτηκε αρκετές αλλαγές μέχρι να αποκτήσει τη σημερινή του μορφή. Το κεντρικό τμήμα, αυτό που ονομάζουν “ζώνη πολυτελείας” περιλαμβάνει αξιόλογα γλυπτά και αποτελεί μοναδικό υπαίθριο μουσείο γλυπτικής και ταφικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα.

    Ο συνολικός αριθμός των γλυπτών, των ναΐσκων, των επιτύμβιων στηλών, ξεπερνάει τα 1.000 και είναι φτιαγμένα από χέρια άξιων καλλιτεχνών του μαρμάρου όπως οι Γιαννούλης Χαλεπάς, Ιωάννης Βιτσάρης, Δημήτριος Φιλιππότης, Γεώργιος Μπονάνος, αδελφοί Μαλακατέ, Νικόλαος Γεωργαντής, Μιχαήλ Τόμπρος, Κοσμάς Ξενάκης, Αχιλλέας Απέργης, Γιώργος Ζογγολόπουλος, Γιάννης Παπάς, Κώστας Βαλσάμης, Κλέαρχος Λουκόπουλος και πολλοί άλλοι.

    Τα ταφικά επιγράμματα -ιδιαίτερα εκείνα του 19ου αιώνα, που ακολουθούν το ρομαντικό ύφος της εποχής τους- αν και δεν φτάνουν τους σπουδαίους αρχαίους επιγραμματοποιούς, εξακολουθούν, παρά τη διαφορετική αντίληψη της εποχής μας, να συγκινούν τους επισκέπτες.
    Οι προσωπικότητες που αναπαύονται εντός του είναι πάμπολλες και πιστεύω ότι αξίζει να αναφερθούν τιμητικά ορισμένοι. Αρχίζοντας από τους αγωνιστές, Ιωάννη Μακρυγιάννη, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Οδυσσέα Ανδρούτσο, Κίτσο Τζαβέλα, Κωνσταντίνο Κανάρη, Γρηγόρη Λαμπράκη, Αλέξανδρο Παναγούλη, Σωτήρη Πέτρουλα, Νικηφόρο Μανδηλαρά, πηγαίνοντας στους ευεργέτες Μιχαήλ Τοσίτσα, Γεώργιο Αβέρωφ, Ιωάννη Βαρβάκη, Δημήτριο Αιγινήτη, Ανδρέα Συγγρό, στους διανοούμενους και ποιητές Αδαμάντιο Κοραή, Δημήτρη Κορομηλά, Κώστα Βάρναλη, Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργο Σεφέρη, Μυρτιώτισσα, Κωστή Παλαμά, Κώστα Καρυωτάκη, Μέλπω Μερλιέ, στους ηθοποιούς Δημήτρη Χορν, Τζένη Καρέζη, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Σοφία Βέμπο, Μάνο Κατράκη, Μελίνα Μερκούρη, Ζιλ Ντασέν, Μαρίκα Κοτοπούλη, Κάρολο Κουν, Έλλη Λαμπέτη, Αλέξη Μινωτή, Ελένη Παπαδάκη, στους ζωγράφους Ελένη Αλταμούρα, Ιωάννη Αλταμούρα, Νίκο Εγγονόπουλο, Θωμά Θωμόπουλο, Γιάννη Τσαρούχη, στους μουσικούς Δημήτρη Μητρόπουλο, Μανώλη Καλομοίρη και τέλος στους πολιτικούς Γεώργιο Παπανδρέου, Ανδρέα Παπανδρέου, Αντώνη Τρίτση, Γιάννο Κρανιδιώτη. Η λίστα είναι μεγάλη, η βόλτα ειρηνική.

    Και όπως συμβαίνει σε όλα τα μουσεία, έτσι κι εδώ υπάρχουν καθημερινές ιστορίες που δεν γράφονται στα επίσημα βιβλία. Το 1946, αποφασίστηκε να κατεδαφιστεί ένα μαυσωλείο με τοιχογραφίες του Φώτη Κόντογλου ενώ η διάσημη “Κοιμωμένη” του Χαλεπά -το πιο γνωστό στο ευρύ κοινό γλυπτό του κοιμητηρίου, στον τάφο της νεαρής Σοφίας Αφεντάκη- έγινε αντικείμενο διαμάχης μεταξύ του ανιψιού της νεκρής, αντιστράτηγου Μ. Χατζημιχάλη, και του Δήμου της Αθήνας.

    Ο Χατζημιχάλης θέλησε να μετακινήσει και να πουλήσει το γλυπτό σε Αμερικανούς, ισχυριζόμενος ότι δεν ανήκε στον Χαλεπά ούτε στο Α’ Νεκροταφείο αλλά στον νόμιμο δικαιούχο της ταφικής έκτασης. Δεν τα κατάφερε και από το 1951 με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού η «Κοιμωμένη» είναι το πρώτο γλυπτό του Α’ Νεκροταφείου που κρίθηκε διατηρητέο.

    Το 1988 (επί δημαρχίας Μιλτιάδη Έβερτ) ενόψει της εκταφής των οστών του ζωγράφου Γιάννη Γαΐτη και της μεταφοράς τους στο νεκροταφείο της Ίου, ζητήθηκε να μεταφερθεί και το επιτύμβιο, το οποίο είχε φιλοτεχνήσει η γυναίκα του, η σημαντική γλύπτρια Γαβριέλλα Σίμωσι, όμως η αρμόδια υπηρεσία του δήμου αρνήθηκε να παραχωρήσει το γλυπτό στην οικογένεια και ζήτησε χρόνο για να αποφασίσει πώς θα το αξιοποιήσει. Απ’ ό,τι γνωρίζω η τύχη του επιτύμβιου αγνοείται έκτοτε.

    ΛΕΖΑΝΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: Έργο του Αχιλλέα Απέργη. Ο γλύπτης παρουσιάζει την ψυχή με τη μορφή ενός γυμνού κοριτσιού που μας προτείνει τη σιγή.

    • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

      Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

    You May Also Like

    Νεπάλ [μέρος πρώτο]

    Όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού, τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς πουλούσαν “λοταρίες”, κάτι κλειστά πολύχρωμα ...

    Για πάντα

    Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Φτάνοντας από τη Λευκωσία στην Αθήνα μετά από σαράντα ημέρες ...

    Νάγκι Γκούμπα* Μέρος Β’

    Πρωί-πρωί φόρτωσα το έργο στο τζιπ και ξεκίνησα για το Νάγκι Γκούμπα με την ...

    Έφη Στρούζα: Ένα Νέο Ταξίδι

    Φεύγει φευ ο χρόνος, φθίνει φευ η ύλη, φθείρονται οι φθόγγοι. Φαιοκόκκινα φύλλα, οι ...

    Εικόνες από μια έκθεση

    Στη Μίριαμ Λυσιώτη Στην καρδιά της νύχτας το όνειρο, υπαγορεύει αυτό που θα φτιάξουν ...

    Καλή Χρονιά στον πολιτισμό

    Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Ένα κομμάτι βασιλόπιτα στον πολιτισμό της Κύπρου για την απόκτηση ...

    X