Γράφει ο Νίνος Φένεκ Μικελλίδης

Δυο ακόμη αριστουργηματικές ταινίες, «Μια κρυμμένη ζωή», μια ραψωδία ενάντια στον πόλεμο από τον Αμερικανό Τέρενς Μάλικ και «Η λίμνη με τις αγριόπαπιες», ένα βουτηγμένο σε μαύρη ατμόσφαιρα φιλμ νουάρ του Κινέζου Ντιάο Γινάν, προστέθηκαν στα φαβορί που θα διαγωνιστούν για τον Χρυσό Φοίνικα του 72ου φεστιβάλ των Καννών.

Σήμερα, Δευτέρα, αναμένεται να προβληθεί μια άλλη πολυαναμενόμενη ταινία, «Ο νεαρός Αχμέντ» των αδερφών Ζαν-Πιέρ και Λικ Νταρντέν, δυο σημαντικών, βραβευμένων στο παρελθόν δυο φορές με τον Χρυσό Φοίνικα, σκηνοθετών.

Κρυμμένη Ζωή, του Τέρενς Μάλικ

Με την ταινία του «Μια κρυμμένη ζωή»/A hidden life, ο Τέρενς Μάλικ (βραβευμένος το 2011 με το Χρυσό Φοίνικα για το «Δέντρο της ζωής») συνδυάζει την ομορφιά της φύσης που συναντήσαμε στις πρώτες ταινίες του («Badlands» και «Μέρες ευτυχίας»), με τα μεγάλα κοινωνικά/πολιτικά θέματα που συναντήσαμε σε κατοπινές ταινίες του (ιδιαίτερα στη «Λεπτή κόκκινη γραμμή») για να μας μιλήσει για βασικά ηθικά, πνευματικά και πολιτικά θέματα που δεν έπαψαν να απασχολούν τις κοινωνίες μας.
Θέματα που αναπτύσσει μέσα από μια αληθινή ιστορία, εκείνη του Αυστριακού Φραντζ Γιάγκερστατερ (ένας εξαίρετος Αουγκούστ Ντιλ, που ερμήνευε τον αξιωματικό των Ες-Ες στην ταινία του Ταραντίνο «Inglorious Basterds»), ενός πιστού Καθολικού, αντιρρησία συνείδησης, που, στη διάρκεια του β΄ παγκόσμιου πολέμου, επειδή αρνήθηκε να δηλώσει υποταγή στον Χίτλερ και να υπηρετήσει στο στρατό του Γ΄Ράιχ, φυλακίστηκε, βασανίστηκε και εκτελέστηκε.

Η ταινία αρχίζει με ένα πρόλογο, με επίκαιρα από την περίοδο της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία, πριν μας μεταφέρει, στα 1939, σ’ ένα ορεινό ειδυλλιακό χωριό της Αυστρίας, όπου ο αγρότης Φραντζ και η γυναίκα του, Φάνη, περνούν, μαζί με τις τρεις μικρές ξανθές κόρες τους, ειδυλλιακές μέρες (παρόμοιες με εκείνες στις «Μέρες ευτυχίας»), ώσπου, μεταφερόμαστε, ξαφνικά, στα 1940, όταν ο Φραντζ καλείται να υπηρετήσει στη Στρατιωτική Βάση. Εκεί, ενώ οι άλλοι συνάδελφοί του αρχίζουν να υποτάσσονται στις χιτλερικές απαιτήσεις (η παράδοση της Αυστρίας στον Χίτλερ περνάει έμμεσα), ο Φραντζ αρνείται ακόμη και να χαιρετήσει χιτλερικά τους ανώτερούς του.

Η επιστροφή του στο χωριό και η άρνησή του, αρχικά, να καταταγεί στο γερμανικό στρατό, αντιμετωπίζεται εχθρικά από τους συμπολίτες του που είτε τον αποφεύγουν, είτε προσπαθούν, όπως ο ρατσιστής δήμαρχος του χωριού, να τον μεταπείσουν. «Τι συμβαίνει στη χώρα μας; Με τόσες άλλες φυλές, με τους μετανάστες;», τον ρωτάει, όπως ρωτάνε σήμερα τους Αυστριακούς οι ηγέτες της ακροδεξιάς κυβέρνησης; Δεν είναι τυχαίο, που ο Μάλικ επέλεξε σήμερα αυτή την ιστορία, σε μια περίοδο που τόσο η Αυστρία όσο και η Πολωνία, μαζί με άλλα ακροδεξιά κόμματα που εκμεταλλεύονται τη φτώχεια, τους μετανάστες και τη λιτότητα, για να επιβάλουν τα δικά τους νεοφασιστικά σχέδια. Ο Χριστιανός όμως Φραντζ, πιστός στη θρησκεία του (όχι όμως στην εκκλησία, όπως ανακαλύπτουμε πολύ σύντομα), που πιστεύει στην ειρήνη και είναι ενάντια σε κάθε πόλεμο, στρέφεται αρχικά στον ιερέα του χωριού και στη συνέχεια στον Επίσκοπο της περιοχής του, που αρνούνται να τον υποστηρίξουν. «Η θυσία σου δεν θα έχει όφελος για κανένα», θα του πει ο ένας, ενώ ο ανώτερός του, θα αποφύγει την όποια συμβουλή, με τον Φραντζ να του απαντάει, «ο θεός μας έδωσε την ελεύθερη βούληση, γι’ αυτό και είμαστε υπεύθυνοι για όσα κάνουμε και όσα δεν κάνουμε».

Ο Μάλικ, με το λαμπρό στιλ του, την αγάπη του για τη φύση, με λυρισμό και ποίηση, με ωραία χρήση της μουσικής και με τα θέματα που θέτει, μπροστά στην ομορφιά και το μεγαλείο της φύσης αντιπαραθέτει την ωμότητα και τη βία μιας αρρωστημένης κοινωνίας

Αργότερα, ο Φραντζ θα κληθεί να υπηρετήσει στο στρατό, η άρνησή του όμως να πολεμήσει θα τον οδηγήσει το 1943 σε φυλακή στο Βερολίνο, όπου, με διάφορους τρόπους, οι εκπρόσωποι των Ες-Ες και αργότερα ο δικηγόρος του (όταν καταδικαστεί σε θάνατο και του προτείνεται να υπογράψει ένα κείμενο μετάνοιας), προσπαθούν να τον μεταπείσουν. Παράλληλα με τις σκηνές του βασανισμένου αλλά αποφασισμένου να αντισταθεί με το δικό του τρόπο, Φραντζ στη φυλακή, η ζωή στο χωριό συνεχίζεται αν και όχι με την ίδια ειδυλλιακή εικόνα των πρώτων σκηνών. Οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν εχθρικά τη Φάνη και τα παιδιά της (στη διάρκεια του θερισμού τις βρίζουν, ξένα παιδιά τους ρίχνουν λάσπες στα πρόσωπα των τριών κοριτσιών, ενώ μια γυναίκα φτύνει τη Φάνη), αν και, υπάρχουν και στιγμές που κάποια άλλα άτομα δείχνουν να τις συμπαθούν (μια γυναίκα τη βοηθάει να μαζέψει τα πράγματά της που άλλοι της είχαν ρίξει στο έδαφος, ενώ η ίδια η Φάνη βοηθά μιαν, εγκαταλειμμένη από τους άλλους, μοναχική γυναίκα).

Ο Μάλικ, με το εκπληκτικό όπως πάντα, εικαστικά λαμπρό, στιλ του, με την αγάπη του για τη φύση (τα δέντρα, τον άνεμο, τα ποτάμια, τα ζώα, τη γη) που δυστυχώς δεν πάψαμε να καταστρέφουμε (φύση που τόσο είχε εξάρει σε ταινίες όπως «Το δέντρο της ζωής» και «Μέχρι το θαύμα»), με λυρισμό και ποίηση, με ωραία χρήση της μουσικής, ιδιαίτερα της κλασικής (μαζί και του Μπαχ), καθώς και με τα θέματα που θέτει, με τρόπο πάντα διαλεκτικό, όπως στις συζητήσεις με τους δυο εκπροσώπους της εκκλησίας όσο και με εκείνη με τον δικαστή (ο Μπρούνο Γκανζ εξαίρετος σ’ ένα μικρό αλλά σημαντικό ρόλο) καθώς και με τις παράλληλες σκηνές που μοντάρει με ακρίβεια ελεγχόμενη ισορροπία, όπου μπροστά στην ομορφιά και το μεγαλείο της φύσης (με τα ωραία χρώματα της φωτογραφίας του Γιόργκ Βίντμερ) αντιπαραθέτει την ωμότητα και τη βία μιας αρρωστημένης κοινωνίας, καταφέρνει, παρά τις τρεις ώρες που διαρκεί η ταινία, να κρατήσει το ενδιαφέρον σου από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Κι αν ο Φραντζ πιστεύει πως ο Θεός είναι εκείνος που τελικά θα τον δικαιώσει, ο Μάλικ αφήνει πολύ πιο ανοικτό το φινάλε του, όταν, με την επιστροφή στους αγρούς, ακούμε τη γυναίκα του, που συνεχίζει να τους καλλιεργεί, να μας λέει πως η θυσία του Φραντζ δεν πήγε χαμένη γιατί η παρουσία του εξακολουθεί να υπάρχει ακριβώς σ’ αυτούς τους αγρούς, στη γη που αγάπησε και που υπηρέτησε με τον καλύτερο τρόπο που μπορούσε.

Η λίμνη με τις αγριόπαπιες, του Ντιάο Γινάν

Στο φιλμ νουάρ στρέφεται για μια ακόμη φορά, ύστερα από τη βραβευμένη στο Βερολίνο ταινία του, «Μαύρο κάρβουνο, λεπτός πάγος» (Χρυσή Άρκτο του 2014), ο Κινέζος σκηνοθέτης Ντιάο Γινάν, με την ταινία του «Η λίμνη με τις αγριόπαπιες»/The wild goose lake.

Μια γυναίκα, η Γκουέι, η μοιραία (η «femme fatale») των κλασικών νουάρ, συναντά έναν τραυματισμένο άντρα, τον Ζου, κοντά σ’ ένα σιδηροδρομικό σταθμό. Συνάντηση που θα μας οδηγήσει σε δυο μεγάλα φλας-μπακ, όπου θα μάθουμε για την μέχρι τότε πορεία και των δυο. Ο Ζου, κυνηγημένος από την αστυνομία, είχε πάρει μέρος σε μια συνάντηση συμμοριών για τον έλεγχο της περιοχής, συνάντηση που κατέληξε σε άγρια σύγκρουση, ενώ με το κυνηγητό που ακολούθησε, ο Ζου σκότωσε έναν αστυνομικό.

Η Γκουέι είναι μια πόρνη που προσφέρει τις υπηρεσίες της στην περιοχή γύρω από τη λίμνη του τίτλου (περιοχή κοντά στην πόλη Γιουχάν της Κεντρικής Κίνας), και που τώρα έχει σταλεί από τον αρχηγό της συμμορίας να βοηθήσει (αν και ποτέ δεν είσαι σίγουρος με τις μοιραίες γυναίκες) τον Γου να γλιτώσει από την αστυνομία.

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας εκτυλίσσεται γύρω από, και μέσα στη λίμνη του τίτλου με τον Ζου να προσπαθεί με διάφορους τρόπους να διαφύγει την αστυνομία η οποία, με τη σειρά της, στήνει διάφορες ενέδρες για να μπορέσει να τον συλλάβει.

Οπως σε κάθε φιλμ νουάρ, όπου η ατμόσφαιρα είναι μαύρη (κατάμαυρη σ’ αυτή την περίπτωση), δεν μπορείς παρά να περιμένεις το θάνατο του κυνηγημένου. Αυτό όμως που κατάφερε ο Ντιάο Γιαν είναι να φτιάξει μια συναρπαστική ταινία με θέματα όπως ο έλεγχος, η εξουσία, η φιλία, ο έρωτας αλλά και η προδοσία. Με σκηνές δοσμένες με αρκετή πρωτοτυπία και εκπλήξεις, συχνά με λυρική διάθεση, με εξαίρετο ρυθμό, με ευρηματικές ανατροπές, με ένα συνεχές, που δεν σε αφήνει να πάρεις αναπνοή, σασπένς, αντιπαραθέτοντας τις ήρεμες σκηνές με σκηνές βίαιων, ιδιαίτερα ωμών όταν χρειάζεται, εξάρσεων, από τις οποίες δεν λείπει κι ένα μαύρο χιούμορ (όπως στη σκηνή που ο Ζου σκοτώνει έναν αντίπαλό του με μια, πιστέψτε το ή όχι, ομπρέλα), συχνά δοσμένες με σουρεαλιστική νότα, με εκπληκτικές συνθέσεις πλάνων αλλά κι ένα εντυπωσιακό συχνά μοντάζ.

Το πορτρέτο ενός φλεγόμενου κοριτσιού, της Σελίν Σιαμά

Στην ταινία «Το πορτρέτο ενός φλεγόμενου κοριτσιού»/The portrait of a lady on fire, της Ιταλίδας Σελίν Σιαμά (διαγωνιστικό τμήμα), η σκηνοθέτρια στρέφεται σε μια ταινία εποχής για να καταγράψει τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δυο γυναίκες και που θα καταλήξει σε ένα λεσβιακό έρωτα: μια ζωγράφο, που φτάνει σε ένα νησί για να ζωγραφίσει μια νεαρή γυναίκα, με τον πίνακα που θα σταλεί στο Μιλάνο, στον μελλοντικό της σύζυγο, με τον οποίο σχεδιάζει να την παντρέψει η μητέρα της.

Η Σιαμά αναπτύσσει με λεπτότητα, με επιμονή στις λεπτομέρειες τόσο της εποχής όσο και στη συμπεριφορά των τριών πρωταγωνιστριών της (εξαίρετες στους δυο ρόλους των δυο κοριτσιών, οι Αντέλ Ενέλ και Νοεμί Μερλάν, καθώς και η Βαλέρια Γκολίνο στο ρόλο της μητέρας), καθώς και στην όλη ατμόσφαιρα γύρω από το ρόλο των γυναικών (όπως στις σκηνές της έκτρωσης, ή εκείνες μιας βραδιάς μαγείας, με τις γυναίκες της περιοχής να ψάλλουν ένα παράξενο τραγούδι), ενώ, ταυτόχρονα, καταφέρνει να δώσει στο μύθο της Ευρυδίκης και του Ορφέα μια διαφορετική, ωραία εκδοχή. Μια ωραία, δοσμένη με αίσθημα, ταινία με ερμηνείες που αξίζουν κάποιο από τα βραβεία του φεστιβάλ.

*Ο Νίνος Φένεκ Μικελλίδης είναι ο ανταποκριτής του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων στο Φεστιβάλ των Καννών. 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Κυπριακή πρεμιέρα για το ντοκιμαντέρ «Human Flow»

Μετά την επιτυχημένη πορεία που σημείωσε διεθνώς το ντοκιμαντέρ «Human Flow/Αθρώπινη Ροή» του Ai Weiwei, ...

Κωνσταντίνος Πατσαλίδης: «Ήταν χρέος μου να κάνω την ταινία ’30’»

Γράφει η Κατερίνα Μιχάηλου Κάνοντας μία «στάση» από τη φεστιβαλική τους πορεία τόσο η ...

1ο Διεθνές Φεστιβάλ ΑΕΙ Ντοκιμαντέρ και Πολιτισμού

Η Τετρακτύς Φιλμς σε συνεργασία με τον Δήμο Αγλαντζιάς, το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου και ...

Η Ζωή Λάσκαρη στην Κύπρο

Η περίοδος 1962 – 1967 ήτανε τέτοια ώστε ευνοούσε την κάθοδο στην Κύπρο πολλών ...

Πώς να φτιάξεις μια ταινία [Μέρος Γ’] |Τα Γυρίσματα

Η παραγωγή μιας ταινίας, όπως έχουμε δει, βασίζεται σε συστηματική οργάνωση, εξειδικευμένο καταμερισμό εργασίας ...

Σε Κύπρια ερευνήτρια ένα από τα Βραβεία Bowdoin του Harvard για το 2018

Η Αργυρώ Νικολάου, Κύπρια ερευνήτρια και σκηνοθέτις, τιμήθηκε με το βραβείο Bowdoin του πανεπιστημίου ...

X