Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

Το «Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Μάριου Πιπερίδη, η οποία αποτελεί ίσως την πρώτη feelgood ταινία που πραγματεύεται το Κυπριακό! Ο Γιάννης ετοιμάζεται να φύγει από την Κύπρο για να αναζητήσει την τύχη του στην Ολλανδία. Ο σκύλος του, Τζίμι, έχει άλλα σχέδια: θα περάσει την πράσινη γραμμή και όταν ο Γιάννης περάσει το οδόφραγμα για να τον φέρει πίσω, θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον νόμο που απαγορεύει τη διέλευση ζώων από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές. Στην προσπάθειά του να βρει έναν τρόπο να φυγαδεύσει τον Τζίμι, θα συνεργαστεί με έναν Τουρκοκύπριο και έναν Τούρκο έποικο.

Διαβάστε ακόμη: All is by my side, της Κατερίνας Ηλιάδη

Ελληνικής καταγωγής Γερμανός, ο Αδάμ Μπουσδούκος στην ταινία υποδύεται τον -μισό Έλληνα, μισό Κύπριο- Γιάννη που επιχειρώντας να φυγαδεύσει τον σκύλο του βιώνει ολόκληρη την παράνοια του κυπριακού προβλήματος: στην άλλη πλευρά γνωρίζει τον Τούρκο έποικο Χασάν, ο οποίος ζει στο σπίτι της οικογένειάς του. Σε ποιον από τους δύο ανήκει το σπίτι; Και ο Χασάν, ο οποίος γεννήθηκε στην Κύπρο, γιατί δεν είναι Κύπριος αλλά Τούρκος έποικος;

μάθαμε την Ιστορία μισώντας τους Τούρκους για όσα έκαναν στους Έλληνες. Όμως οι καλύτεροί μου φίλοι ήταν Τούρκοι. Στην παιδική χαρά δεν υπήρχαν αυτά τα θέματα

Ο ίδιος ο Αδάμ Μπουσδούκος βίωσε από τη δική του πλευρά τα θέματα ταυτότητας που πραγματεύεται η ταινία: γεννήθηκε στο Αμβούργο το 1974, τη χρονιά της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. «Οι γονείς μου ήταν για διακοπές στην Ελλάδα εκείνο το καλοκαίρι και έφυγαν άρον-άρον φοβούμενοι ότι μπορεί να ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων».

Ο ίδιος νιώθει Έλληνας, πατρίδα του είναι «το Αμβούργο, όχι η Γερμανία» και τα γερμανικά η πρώτη του γλώσσα.

Ο Αδάμ Μπουσδούκος μίλησε στο «Π» μετά την προβολή της ταινίας «Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ» στο Ζήνα Πάλας στη Λευκωσία, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες Κύπρος 2019.

Γεννήθηκα στο Αμβούργο το 1974. Εκεί παραμένω και δεν θέλω κιόλας να φύγω απ’ εκεί, το αισθάνομαι πατρίδα μου. Στην αρχή ήταν δύσκολη η ζωή στη Γερμανία για τους γονείς μου και για τον μεγάλο μου αδελφό, που ήταν «φρέσκοι». Έναν ξένο στη Γερμανία, τον αδελφό μου για παράδειγμα, τον κορόιδευαν στο σχολείο. Για μένα ήταν πιο εύκολο, ήμασταν ήδη στη δεκαετία του ’80 όταν πήγα σχολείο. Η αλήθεια είναι ότι όλα τα μέλη της παρέας μου ήταν ξένοι. Και ήμασταν πάντα μαζί: Τούρκοι, Γιουγκοσλάβοι, Ιταλοί, Έλληνες. Αλλά πιο πολύ Τούρκοι. Οι καλύτεροί μου φίλοι ήταν Τούρκοι. Αλλά μεγαλώσαμε, πώς να σ’ το πω, ήμασταν πάντα δεύτερης κατηγορίας άνθρωποι. Όπως παθαίνουν σήμερα οι πρόσφυγες. Αισθανόμασταν πάντα κάπως, λίγο πιο πίσω. Με τον καιρό βέβαια αυτό άλλαξε. Σήμερα είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα. Όλο αυτό έγινε λίγο πιο… μούλτι κούλτι.

Το περιθώριο έγινε «ιν»! Και η περιοχή που ζούσανε παλιά οι ξένοι έγινε τόσο «ιν» που όλοι οι παλιοί δεν μπορούν να ζήσουν άλλο εκεί γιατί είναι ακριβά τα ενοίκια. Μόνο όσοι έχουν παλιά συμβόλαια όπως οι γονείς μου, που εδώ και 40 χρόνια ζουν στο ίδιο διαμέρισμα, καθώς έχουν ακόμη πολύ χαμηλό νοίκι.


Την Ιστορία της Κύπρου την ήξερα από μικρός, όπως ήξερα και την Ιστορία της Ελλάδας σε σχέση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και όσα γινόντουσαν, ή μάλλον όσα μας έλεγαν ότι γινόντουσαν. Σίγουρα υπάρχουν πολλές αποκλίσεις.

Στη Γερμανία πήγα στο ελληνικό σχολείο και μάθαμε την Ιστορία μισώντας τους Τούρκους για όσα έκαναν στους Έλληνες. Από την άλλη μεριά, οι καλύτεροί μου φίλοι ήταν Τούρκοι. Στην παιδική χαρά δεν υπήρχαν αυτά τα θέματα. Μπορεί να τα συζητούσαμε με παιδική γλώσσα. Αλλά είχαμε την ώρα να μπορούμε να γνωριστούμε. Οι γείτονές μας από πάνω ήταν Τούρκοι και είχαμε πάντα καλή σχέση. Γνωριστήκαμε, γίναμε φίλοι. Όχι μόνο τα παιδιά, αλλά και οι γονείς.

Κατάλαβα νωρίς πως αν χωρίσεις δύο λαούς και ο ένας δεν ξέρει τίποτα για τον άλλον, φυσικά θα μάθουν αυτά που μας μαθαίνουν και ξεκινά κι ένα μίσος μεταξύ τους. Γι’ αυτό το πιο βασικό είναι να γνωρίσει ο ένας τον άλλον και να καταλάβουν ότι υπάρχουν πιο πολλά κοινά παρά πράγματα που τους χωρίζουν. Και στην Κύπρο ξέρω ότι παλιά ζούσαν οι άνθρωποι μαζί και γιόρταζαν ο ένας με τις γιορτές του άλλου. 

Αισθάνομαι περισσότερο Έλληνας, αλλά στη Γερμανία γεννήθηκα, μιλάω τα γερμανικά καλύτερα από τα ελληνικά. Στη Γερμανία αισθάνομαι σπίτι μου. Είκοσι χρονών πήγα στην Ελλάδα για να βρω την τύχη μου. Έκατσα για μισό χρόνο στην Αθήνα, αλλά τότε κατάλαβα ότι δεν ανήκω σε εκείνη τη χώρα. Πήγα στην Ελλάδα και μιλούσα αγγλικά αντί ελληνικά. Και κατάλαβα ότι έπρεπε να ξαναγυρίσω. Κατάλαβα ότι το σπίτι μου είναι στο Αμβούργο. Αλλά έπρεπε να κάνω αυτό το ταξίδι. Για να ξέρω ποιος είμαι. Τότε άρχισα να εφαρμόζω και όλα τα όνειρά μου. 

Όταν μου έστειλε ο Μάριος (Πιπερίδης) το σενάριο και το διάβασα, είπα «ουάο»! Είναι ένα σενάριο που μπορείς να διαβάσεις σε μερικές ώρες και να το ‘χεις τελειώσει. Ξέρεις, πολλές φορές διαβάζεις σενάρια και λες «θα το διαβάσω αύριο» και το αφήνεις εκεί. Αυτό ήταν ένα σενάριο που το ρούφηξα κατευθείαν. Ο Μάριος λοιπόν με ρώτησε αν θέλω να παίξω τον πρώτο ρόλο και του είπα «ναι, θέλω!». Και ήρθα στην Κύπρο, γνωριστήκαμε, έμεινα αρκετό καιρό, μου έδειξε πολλά πράγματα, απάντησε σε πολλά ερωτήματα που είχα. Έμεινα δυόμισι-τρεις μήνες εδώ πριν από τα γυρίσματα, για να μάθω καλύτερα τι συμβαίνει.

Είχα ξαναέρθει στην Κύπρο το 2010 με μια άλλη ταινία, το «Soul Kitchen» (σ.σ. ταινία του Φατίχ Ακίν, του 2009, δείτε την όσοι δεν την έχετε δει μέχρι τώρα). Και τότε ο Πανίκος (Χρυσάνθου) με πήγε στα κατεχόμενα, μου έδειξε το σπίτι του. Αυτός με βοήθησε να καταλάβω πολλά πράγματα. Δεν γνώρισα ποτέ ανθρώπους που έχουν αντίθετη άποψη. Μπορώ να καταλάβω πολλά πράγματα και να καταλάβω 100% τι αισθάνονται. Αλλά είναι κρίμα να χαθεί η ελπίδα και να μην υπάρχει μια ματιά ελεύθερη, για να βρεθεί μια λύση.

Ποτέ δεν ξέρεις μια ταινία πού θα πάει. Εύχεσαι βέβαια να έχει μια καλή πορεία, γι’ αυτό την κάνεις κιόλας, αλλά δεν το ξέρεις από πριν. Χαίρομαι γιατί όταν βλέπεις πόσοι άνθρωποι παρακολουθούν και νιώθουν αυτή την ταινία, μπορείς να καταλάβεις ότι είναι καλή. Σε πολλά φεστιβάλ που ήμασταν, πολλοί δεν ήξεραν για την Κύπρο και το πρόβλημά της. Βρίσκεις με την ταινία έναν τρόπο να ενδιαφερθεί ο κόσμος για αυτά τα θέματα.

 + «Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ» από τις 9 Μαΐου στα KCineplex σε όλες τις πόλεις, στο ΡΙΟ Λεμεσού και στα Rio Premier Cinemas [στο νέο Nicosia Mall]. Από τις 11 μέχρι τις 21 Μαΐου, η ταινία θα προβάλλεται (με αγγλικούς υπότιτλους) στο σινεμά Πάνθεον στη Λευκωσία στις 20:00 και στις 22:00.  

  • Μερόπη Μωυσέως

    Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

You May Also Like

Σινεμά Πάνθεον reloaded

Επαναρχίζει τη δραστηριότητά του στο κέντρο της -και δη με έντονη σινεφίλ διάθεση- ο ...

«Το αλάτι της γης» στο σινεμά Πάνθεον

Τo ντοκιμαντέρ Το αλάτι της Γης / The salt of the earth, των Βιμ ...

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΘΟΚ – ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ : Κάλλιο αργά παρά ποτέ

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων του Εθνικού Θεάτρου και του ...

Αλίκη Δανέζη-Knutsen

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως, 5.9.2010 Η Θέμις Μπαζάκα στο ρόλο της Κύπριας μάνας, ο ...

O Γιώργος Χριστιανάκης μιλά στο «Π»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Τριάντα δύο χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση του κειμένου «Μια ...

Μάριος Ιωάννου Ηλία : H Πάφος ως ζωντανός φάρος πολιτισμού

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία Παύλος Βρυωνίδης Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Pafos2017 καταθέτει ...

X