Κριτική για δύο βιβλία ποίησης και διήγησης

  • Ο Χρυσόστομος Περικλέους γράφει για δύο βιβλία, την ποιητική συλλογή του Άντρου Λυρίτσα «…Πάντων των Αοράτων» και το δίγλωσσο έργο των Αλεξάνδρας Ζαμπά και Ουμίτ Ινατσί «Ίχνη Μνήμης», που χαρακτηρίζει «πρωτότυπη ψυχοθεραπευτική μέθοδο» 

     

    Άντρος Λυρίτσας

    «…Πάντων των Αοράτων»

    Αυτοέκδοση

    «Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα, οι μέτριοι από τα αισθήματα, και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι. Το εκ του μη όντος ον λογαριάζει»

    Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του Πλησίον

    Με αυτή τη ζυγαριά, στους «καλούς» ποιητές θα ενέτασσε ο Ελύτης τον Άντρο Λυρίτσα από το πρώτο κιόλας ποίημα της νέας του συλλογής «…Πάντων των Αοράτων» (2019). Αυτή είναι πράγματι η πρώτη γεύση από τη νέα του ποιητική δημιουργία. Μετατρέπει το «τίποτε» σε ποίηση. Δεν υπάρχει θέμα, δεν υπάρχει αφήγηση, δεν υπάρχει μύθος –άδικα θα ψάχνουν οι φιλόλογοι– δεν υπάρχει καν αίσθημα στους στίχους του.

    […] Πάνω στον γκρεμό των ανέμων

    Θα κανοναρχώ τον παράδεισο των κυπαρισσιών

    Στο θυμιατό θα καίω το λιβάνι στης έκστασης

    Τα ανομολόγητα όνειρα θα εξομολογώ

    Θα ευλογώ εκείνους που βαφτίστηκαν μες στη νεκρή τους θάλασσα

    Στον κήπο της Γεσθημανή φιλιά θ’ αποκομίζω

    Θα προσκυνώ τις μυροφόρες του έρωτα

    Θα κοινωνώ των πορφυρών μυστηρίων της άνοιξης

    Θα ψάλλω κοντάκια των πόθων και εφύμνια των στεναγμών

    Όσοι πιστοί […]

    Υπάρχει όμως η δόνηση της ψυχής, η αναρρίγηση που προκαλούν αυτοί οι στίχοι, «η ανατριχίλα που φωλιάζει στις ρίζες σου» θα πει ο ίδιος στο δεύτερο ποίημα. Μια ανατριχίλα που εντείνεται από μιαν αίσθηση μυστηριακή στην οποία εισάγουν μια ριπή από λέξεις μεταφυσικές ότι βγαλμένες από τη μεταφυσική της θρησκείας, λέξεις όπως: μοναστήρι, μετέωρα, κανοναρχώ, παράδεισος, θυμιατό, λιβάνι, ευλογώ, βαφτίστηκαν, Γεσθημανή, προσκυνώ, μυροφόρες, κοινωνώ, μυστηρίων, ψάλλω, όσοι πιστοί, Αραράτ, να με σταυρώσετε. Με τη δύναμη του υπόγειου φορτίου που κουβαλούν αυτές οι λέξεις, που ενισχύεται από την πυκνότητά τους μέσα στο ποίημα, σπάνε τους αρμούς της σκέψης, της συμβατικής λογικής, ανεβάζοντάς σε στο πεδίο του πνευματικού κατά που θα ’λεγε ο Ηράκλειτος. Και τον έρωτα ακόμα τον παίρνει πέρα από τον συμβατικό λυρισμό, μετατρέποντας τις ερωτικές στιγμές σε αναρρίγηση του πνεύματος «μα εγώ θέλω να μπω στη ρωγμή του κορμιού σου / σαν πλανεύτρα ψυχή και σαν θολό δάκρυ». Είναι ακόμα, όπως και στην προηγούμενή του συλλογή («Αντιποίηση ζωής», 2013), η ένταση των αντιθέσεων, που πάλλει ακόμα πιο δυνατά τις χορδές της ψυχής. Η Μαγδαληνή στον Ιησού: «Δεν σ’ ακολουθώ, πάντα μέσα σου ήμουν […] / Μα αυτός πάνω από τους γυμνούς της ώμους / Κοίταζε τα καρφιά και το ακάνθινο στεφάνι» ή αλλού, «Εσύ θα κλαις για έναν ήλιο που σε πρόδωσε / κι εγώ θα θάβω τη δικιά μου αθανασία».

    Πρόκειται για πυκνογραμμένη ποίηση, καθαρμένη από τον ρηχό λυρισμό, την πεζολογία, τον βερμπαλισμό, τη συναισθηματική φόρτιση. Κι οι στίχοι δουλεμένοι, συντεταγμένοι στην υψηλή λειτουργία όπου τους έχει τάξει ο ποιητής. «Η ποίηση είναι η απόσταξη της ζωής» μονολογεί ο ίδιος. Κι είναι πράγματι η ποίησή του τα αιθέρια έλαια από την απόσταξη ρόδων. Μένει στην ευαισθησία του αναγνώστη να νιώσει το άρωμα, να πιάσει τον σφυγμό των στίχων. Κι αν κατορθώσει την ευτυχισμένη στιγμή της ώσμωσης με την ποιητική λειτουργία, να ακούσει τον ποιητή καθώς θα του μιλά «με την άκρη των δακτύλων (του)», ανεβάζοντάς τον στη μεταρσίωση της έκστασης.

    Όλα εδώ τελειώνουν

    Αλλά μην απελπίζεσαι

    Την παραδεισένια πύλη την διάβηκες θριαμβευτής

    Την ώρα που ανάτελλες

    Με τις ρυτίδες του κόσμου στο μέτωπο

    Έκλαιες γοερά μα στα ματόκλαδά σου ανθίζαν πεταλούδες

    Τα δέντρα έτρεχαν στο δρόμο των αστεριών

    Κάθε νύχτα βουλιάζουμε στις λίμνες των ονείρων

    Αλλά βλαστούμε την επομένη μες στα κρόσσια του ήλιου

    Όσο η μήτρα κοχλάζει

    Στα χείλη μας θ’ ανθίζουν παπαρούνες

    Κάτω απ’ το χιόνι κοιμούνται τα μπουμπούκια

    Όταν το δάκρυ των αμυγδαλιών τρέξει στο χώμα

    Η αιώνια άνοιξη θα χορέψει γυμνή

    Και σε αυτούς τους στίχους αναδύεται «εκ του μη όντος» η ποίηση. Μέσα τους όμως παρεισφρέουν, πιο πολύ σαν υπονοούμενα που τα ανακαλύπτεις στην τρίτη-τέταρτη ανάγνωση, ψήγματα από τη διαισθητική αντίληψη του ποιητή για τον κόσμο. Δέχεται με επικούρεια γαλήνη πως δεν υπάρχει επέκεινα (στο επόμενο ποίημα: «Δεν υπάρχει ταφή μηδέ ανάσταση ούτε ανάληψη / Μονάχα Γολγοθάς»). Βλέπει την κληρονομιά του ανθρώπινου δράματος που την υπερβαίνει όμως με τις «πεταλούδες» που «ανθίζαν στα ματόκλαδα». Βλέπει την αδυναμία του ανθρώπου να μάθει από τα πάθη του, βλέπει τη δίψα του αίματος. Μεθά με τη ζωή των ανθρώπων του μόχθου: «Πάμε να φύγουμε αγαπημένη / Εκεί που τα δάκρυα δροσίζουν / Εκεί που ο κασμάς κτυπάει τη φλέβα του ήλιου / Κι ο αγρότης θερίζει το χρυσάφι της γης». Εκεί που «τα ρόδα έχουν μαραθεί», εκεί που «της παπαρούνας που ονειρεύεται / της χαράξαν το λαιμό», ο ποιητής κρατιέται στην κατάφαση της ζωής: «Θα αποστάξω την πέτρα / Να κυλήσει σαν δάκρυ η ζωή».

    Αντιμέτωπος με το ανθρώπινο δράμα, επινοεί, σαν περσόνα, τον άνθρωπο Ιησού, που εμφανίζεται σε σκόρπια ποιήματα της συλλογής, που λειτουργεί ως υποκείμενο και, συνάμα, ως αντικείμενο της αγάπης, που, καθώς ανεβαίνει τον Γολγοθά στην «επί του Γολγοθά ομιλία» του προς τους ανθρώπους: «Μαζεύω όση δύναμη μου έμεινε / Να κάνω το τελευταίο θαύμα / Να στεγνώσω το δάκρυ σας / Να γλυκάνω τον πόνο σας / Να διώξω τη θλίψη σας». Κι ύστερα, κλείνοντας, να τους αποκαλύψει τη μυστική αξία της θυσίας και να τους πει πως ο θεός είναι μέσα τους. «Αν σας μίλησα για τη φωτιά είναι γιατί ήμουν το δάσος […] / Αν σας μίλησα για την έρημο / Είναι γιατί μόνο εκεί θα ξεδιψάσετε / Απ’ το πηγάδι της καρδιάς σας».

    Η εσωτερικότητα της ποίησης του Άντρου Λυρίτσα, που τη νιώθεις σαν ξύσεις τη φλούδα των στίχων, διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή και δένει όλα τα επιμέρους στοιχεία της σε μιαν αδιαίρετη ποιητική δημιουργία που λέει λίγα κι αφήνει να φανούν κάτω απ’ τη φλούδα πολύ περισσότερα. Που μιλά σιγανά, που στήνεις το αφτί σου να την ακούσεις καθώς, μέσα σε σιωπηλά τοπία, ο ποιητής μονολογεί ψιθυρίζοντας.

    Πώς να γράψω για την ατελεύτητη χαρά των άστρων; […]

    Πώς να αλαφρώσω την πίκρα του ουρανού; […]

    Πώς να ζωγραφίσω το χαμόγελο της βροχής; […]

    Πώς να ημερέψω την κάψα της ερήμου; […]

    Πώς να δροσίσω τη δίψα του θεού;

    Όταν δεν μονολογεί, όταν διαλέγεται, συνομιλητής πίσω από λεπτό υφάδι είναι σχεδόν πάντα η γυναίκα, για την ακρίβεια η ιδέα της γυναίκας, κι ας τη λέει Εύα, Μαγδαληνή, Μαρία, Ωραία Ελένη.

    Η γυναίκα όχι ως σκεύος ηδονής αλλά ως το έτερον ήμισυ του πλατωνικού μύθου που, στην ένωση, γίνεται η δύναμη που γεννά και θρέφει τη ζωή.

    Γη

    Ένα τίποτα θα ήσουν αν δεν έμοιαζες με στήθος γυναίκας

    Σύμπαν

    Ένα τεράστιο μηδενικό θα ήσουν

    Αν δεν είχες το μυστήριο της γυναίκας

    Κι εγώ που ένα τίποτα είμαι

    Θεός γίνομαι στ’ αγκάλια μιας γυναίκας

     

    Αλεξάνδρα Ζαμπά και Umit Inatcι

    «Ίχνη Μνήμης»

    Εκδόσεις Αρμίδα

    Τελικά, ήταν μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία στη συνείδησή μου η ανάγνωση του βιβλίου της Αλεξάνδρας Ζαμπά και του Umit İnatcı, «Ίχνη Μνήμης (hafıza izleri)», Αρμίδα, 2019. Πρόκειται για δίγλωσσο βιβλίο, που έκδηλα απευθύνεται και στις δύο κοινότητες, στο οποίο οι συγγραφείς καταθέτουν, μέσα από μικρές ιστορίες, προσωπικές τραυματικές εμπειρίες τους από τα ταραγμένα χρόνια των συγκρούσεων ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Η οπτική των συγγραφέων, που μπορεί να ήταν και συνειδητή επιλογή, είναι πρωτότυπη κατά τούτο: Προσεγγίζει την πραγματικότητα εκείνης της εποχής με έναν τρόπο αντίστροφο από ό,τι έχουμε συνηθίσει. Οι συγγραφείς που πιστεύουν στη συμφιλίωση και την επανένωση της πατρίδας μας, ανακαλούν συνήθως από το παρελθόν εικόνες ή περιστατικά που, όταν δεν εντάσσονται στην «ειρηνική συνύπαρξη», εκθέτουν πιο πολύ τα κακά που άνθρωποι της δικής τους κοινότητας προκάλεσαν στην άλλη παρά αντίθετα.

    Σε αυτή την περίπτωση, οι συγγραφείς του βιβλίου «Ίχνη Μνήμης» κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Ανακαλούν εκείνα τα περιστατικά στα οποία η δική τους κοινότητα είναι το θύμα βίας που ασκείται από μέλη της άλλης κοινότητας (στην περίπτωση των Ελληνοκυπρίων, οι Τούρκοι γενικά). Υπάρχουν βέβαια κάποιες διαφορές στο περιεχόμενο των ιστοριών που δεν αλλάζουν όμως τη βασική προσέγγιση του αισθήματος θυματοποίησης.

    Η Αλεξάνδρα, παιδί στη Λεμεσό κατά τη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, ξεκινά με ιστορίες βίας των Άγγλων κατά των Ελληνοκυπρίων, γεγονότα που βίωσε προσωπικά ή που άκουσε να κουβεντιάζονται στο οικογενειακό της περιβάλλον. Στη συνέχεια, μεταπηδά στην τουρκική εισβολή όπου η βία των Τούρκων κατά των Ελληνοκυπρίων, όπου και πάλι το αίσθημα της θυματοποίησης. Καμιά αναφορά της Αλεξάνδρας στην περίοδο 1964-74. Γι’ αυτήν η κυπριακή τραγωδία ξεκινά, όπως η συμβατική ελληνοκυπριακή πρόσληψη της ιστορίας, το 1974. Για την τουρκική εισβολή και τις συνέπειές της, η Αλεξάνδρα δεν έχει προσωπικά βιώματα, έτσι οι ιστορίες της είναι αφηγήσεις ή εικόνες Ελληνοκυπρίων, κυρίως γυναικών, που βίωσαν, ως θύματα, τη βία των ημερών. Σε αυτές τις ιστορίες, όπως και σε εκείνες με τους Άγγλους, εκφεύγει κάποτε η αφήγησή της σε «πατριωτική» ρητορική, όχι όμως σε βαθμό που να αλλοιώνει τη γνησιότητα των ιστοριών.

    Ο Umit βιώνει, ως μικρό παιδί, τις διακοινοτικές συγκρούσεις. Οι ιστορίες του εκτείνονται σε όλη την περίοδο μέχρι το 1974. Μικρές ανθρώπινες ιστορίες που τις διατρέχει το αίσθημα θυματοποίησης, χωρίς όμως να λείπουν αναφορές που παραπέμπουν στα διχοτομικά σχέδια της τουρκοκυπριακής ηγεσίας. Ιστορίες όπου η μάζα των απλών Τουρκοκυπρίων είναι στη θέση του θύματος, σε μεγάλο βαθμό των Ελληνοκυπρίων αλλά σε κάποιο βαθμό, μόνο ως υπαινιγμός από τα γεγονότα που βιώνει, και της δικής τους ηγεσίας.

    Ας δούμε αυτές τις ιστορίες ως έναν διάλογο ανάμεσα στις δυο κοινότητες. Η αφήγηση του πόνου που η κάθε κοινότητα βίωσε ως θύμα της άλλης κοινότητας λειτουργεί θεραπευτικά στη συνείδηση των πολιτών και στις δύο κοινότητες. Τους βοηθά να υπερβούν τις συμβατικές «εθνικές αλήθειες» και δουν και τον πόνο που βίωσαν και οι «άλλοι». Μια τέτοια διαδικασία είναι ίσως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος, για την κάθε κοινότητα χωριστά να υπερβεί την «εθνική αφήγηση» μέσα από την κατανόηση του τραύματος του «άλλου» και να μπορέσει, απελευθερωμένη από το τραυματικό παρελθόν, να πορευθεί με το όραμα ενός κοινού μέλλοντος.

     

     

     

     

     

    • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

      Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

    You May Also Like

    Τιμητική εκδήλωση για το έργο του ποιητή Μανόλη Πρατικάκη

    Χθες βράδυ, διοργανώθηκε στη Λευκωσία, στο Σολώνειο Κέντρο Βιβλίου μαζί με τις εκδόσεις Κέδρος, ...

    “Τάδε έφη Ζαρατούστρας”…

    Γνωστός ο τίτλος του βιβλίου, γνωστό το όνομα του συγγραφέα του. Ο λόγος για ...

    Οι νεκροί επιστρέφουν όταν το μέλλον θεμελιώνεται στην άγνοια

    Συνέντευξη στον Λουκιανό Λυρίτσα Το Κρατικό Βραβείο Ποίησης από το ελληνικό κράτος αποδόθηκε τον ...

    Ε/κ και Τ/κ ποιητές απήγγειλαν για την επανένωση του νησιού σε εκδήλωση στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα

    Με ορόσημο αισθήσεις και εμπειρίες που βιώνουν σε μια μοιρασμένη και κατεχόμενη, κοινή πατρίδα, ...

    Ο Καβάφης προέβλεψε τον μοντέρνο κόσμο

    Ο Κ.Π. Καβάφης υπερέβη την Αλεξάνδρεια και την Αθήνα, ανακάλυψε μια νέα μορφή ποιητικής ...

    «Ρίμες Αγάπης»: ο έρωτας στην Κύπρο των ιπποτών

    Ο Αλέξανδρος Αχτάρ και ο Παναγιώτης Μπρατάκος συναντούν τον κύριο Στέλιο Καυκαρίδη, τον Στέλιο ...

    X