Νεπάλ [μέρος πρώτο]

  • Όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού, τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς πουλούσαν “λοταρίες”, κάτι κλειστά πολύχρωμα φακελάκια, λίγο μεγαλύτερα από ένα μπισκότο πτι μπερ, τα οποία περιείχαν ένα χαρτονάκι με τυπωμένα πάνω του τα στοιχεία μιας χώρας του κόσμου. Ξοδεύαμε το χαρτζιλίκι μας για να τ’ αγοράσουμε, τα κουβαλούσαμε μάτσα στις τσέπες μας, ανταλλάσσαμε τα διπλά, τα κερδίζαμε ή τα χάναμε σε διάφορους τύπους παιχνιδιών, προσπαθώντας να ολοκληρώσουμε το όνειρο: να έχουμε όλο τον κόσμο δικό μας, στην τσέπη μας. Στην μια όψη τους αυτά τα χαρτονάκια έδιναν πληροφορίες για τον πληθυσμό, το θρήσκευμα, το πολίτευμα του κάθε κράτους ενώ στην άλλη είχαν τυπωμένη τη σημαία του. Θυμάμαι ότι απ’ όλες τις σημαίες, τη μεγαλύτερη εντύπωση μου είχε κάνει εκείνη του Νεπάλ, διότι δεν ήταν παραλληλόγραμμη όπως οι άλλες, αλλά διπλά τριγωνική με δύο οριζόντιες μύτες. Έμοιαζε με ανεμίζον πολεμικό λάβαρο ή με κεκλιμένες βουνοκορφές των Ιμαλαΐων, μπλε στο φόντο -σαν τη θάλασσα που το σκέπαζε κάποτε- με κόκκινο περίγραμμα, το χρώμα του αγώνα. Στο επάνω από τα δυο τρίγωνα απεικονιζόταν τον καιρό εκείνο μια μορφή με ένα φεγγάρι, στο κάτω δεν θυμάμαι τι ακριβώς. Θυμάμαι όμως ότι ένιωσα έντονη έλξη για αυτή τη διαφορετική σημαία και υποσχέθηκα στον εαυτό μου -όταν μεγαλώσω- να επισκεφτώ τη χώρα της.

    Σήμερα το σχήμα της σημαίας του Νεπάλ εξακολουθεί να είναι μοναδικά τριγωνικό, όμως από το 1962 στο εσωτερικό των μπλε οριζόντιων τριγώνων τοποθετήθηκαν δυο λευκά ουράνια σώματα: στο πάνω ένα ανάποδο φεγγάρι, στο κάτω ένας ήλιος. Η απεικόνιση των ουράνιων σωμάτων συμβολίζει τη σταθερότητα και την ελπίδα ότι το Νεπάλ θα συνεχίσει να υπάρχει αέναα, όσο υπάρχουν στον ουρανό ο ήλιος και η σελήνη, η οποία συμβολίζει την ηρεμία στη χώρα, ενώ ο ήλιος την επίλυση των προβλημάτων. Κι η αλήθεια είναι πως το Νεπάλ, ιδιαίτερα μετά τον καταστροφικό σεισμό του 2015, όπου υπολογίζεται πως οι νεκροί ξεπέρασαν τις 10.000, έχει πολλά προβλήματα, με τις “προστάτιδες δυνάμεις” Κίνα και Ινδία να συναγωνίζονται ποια θα το καταβροχθίσει. Όχι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτισμικά.

    Βρέθηκα για πρώτη φορά στο Νεπάλ το 1988, θέλοντας να ικανοποιήσω την επιθυμία του παιδιού που ήμουν κάποτε, του πιτσιρίκου που μάζευε τα χαρτάκια με τις σημαίες του κόσμου. Μόνος αρχικά, χωρίς γνωστούς, δίχως φίλους, περιπλανήθηκα στα σοκάκια της σκοτεινής Κατμαντού, αναζητώντας θεότητες, πνεύματα και τελετές που τον καιρό εκείνο περίσσευαν, ιδιαίτερα μόλις έδυε ο ήλιος.
    Στη μοναξιά του ταξιδιού γίνομαι, ασυνείδητα, καταγραφέας. Άλλοτε της πραγματικότητας, άλλοτε της φαντασίας, συχνά και των δύο. Το Νεπάλ ήταν -και ίσως εξακολουθεί να είναι παρά την τεράστια αλλαγή- η χώρα όπου στην καθημερινότητα το αληθινό με το φανταστικό συνυπάρχουν, όπως το θεϊκό με το ανθρώπινο, το υλικό με το μεταφυσικό.

    Νάγκι Γκούμπα*

    Το Buddha nil Kanta είναι ένα χωριουδάκι στα Ιμαλάια, μια ώρα περίπου από την Κατμαντού με το τζιπ. Μπούντα νιλ Κάντα θα πει “ο θαμμένος θεός” κι ονομάστηκε έτσι εξαιτίας ενός αγάλματος του μεγάλου θεού Βίσνου, που βρέθηκε τον περασμένο αιώνα θαμμένο στη μέση της μεγάλης κοιλάδας.

    Ο μύθος λέει ότι κατά την περίοδο της κοσμογονίας την πράσινη κοιλάδα της Κατμαντού την είχαν καταλάβει κακοί δαίμονες οι οποίοι, μεταμορφωμένοι σε μαύρα σύννεφα κι άγριους τυφώνες, σκότωναν με κεραυνούς και κοφτερούς αέρηδες κάθε μορφή ζωής, μετατρέποντάς τη σε σκοτεινή, παγωμένη λίμνη. Κάποτε όμως ήρθαν οι καλοί θεοί, πάλεψαν, νίκησαν κι έδιωξαν τους κακούς για πάντα. Μαζί με τη νίκη, ξανάρθε το φως του ήλιου, οι πάγοι λιώσανε, η κοιλάδα ζεστάθηκε, κι από το βάθος της αναδύθηκαν ανθίζοντας σαν λωτοί, δύο ιεροί λόφοι, ο Swayambu, δηλαδή “αυτός που αναδύεται από τον εαυτό του” κι ο Khangu Narayan.

    Όταν όλα ηρέμησαν, οι καλοί θεοί έφυγαν, πήγαν να βοηθήσουν άλλους τόπους. Μόνο ο Βίσνου, ο μεγάλος θεός ξάπλωσε πάνω στα έντεκα φίδια που τον είχαν βοηθήσει στη μάχη κι έμεινε να φυλάει την κοιλάδα για πάντα. Πέρασαν από τότε πέντε ή δέκα χιλιάδες χρόνια, ώσπου ένας γεωργός, καθώς καλλιεργούσε το χωράφι του, χτύπησε χωρίς να το θέλει το μεγάλο δάχτυλο του κοιμισμένου θεού κι έκθαμβος είδε τη γη να ποτίζεται με αίμα. Φώναξε τους ιερείς κι αυτοί σκάβοντας ανακάλυψαν μια πανέμορφη λίμνη με τον υπέροχο θεό ξαπλωμένο στο κέντρο της, να συνεχίζει ατάραχος τον προαιώνιο ύπνο του πάνω στα έντεκα φίδια.

    Ο μόνος άνθρωπος ο οποίος δεν επιτρέπεται να δει το πρόσωπο του θεού είναι ο βασιλιάς του Νεπάλ διότι, κατά την παράδοση, είναι η συνεχής μετενσάρκωσή του, κι αν δει τη μορφή του Βίσνου θα είναι σαν να βλέπει μια παλιά μορφή δική του κι αυτό είναι τόσο σοβαρό, ώστε να του στοιχίσει τη ζωή. Στον περιτοιχισμένο χώρο του ναού εισέρχονται μόνο οι ινδουιστές. Εμείς μπορούμε να τον θαυμάζουμε ή και να προσευχόμαστε από το κενό που αφήνουν τα κάθετα ανοίγματα των τοίχων.
    Βρέθηκα εκεί αμέσως μόλις έμαθα την ιστορία του αγάλματος. Ήμουν ήδη αρκετό καιρό στο Νεπάλ, αναζητώντας τις ενδείξεις εκείνες οι οποίες θα μου έδειχναν το σημείο για το δικό μου κρυφό έργο, κι ο μύθος του θαμμένου αγάλματος πρόσφερε μια χαρούμενη ανάπαυλα στο άκαρπο καθημερινό ψάξιμο, την παρατεταμένη αναμονή, που συχνά μετέτρεπαν την υπομονή μου σε δυσφορία. Ένιωσα ότι θα ήταν ευεργετικό για μένα να δω ή, πιο σωστά, να προσκυνήσω ένα άλλο έργο, το οποίο έμεινε κρυμμένο στη γη τόσα χρόνια, όσα ευχόμουν να μείνουν και τα δικά μου.

    Μπαίνοντας στον χώρο του ναού, έδωσα ένα μικρό “μπαχτσίς” στον φύλακα κι αυτός με άφησε να σκαρφαλώσω στον τοίχο, ώστε να βλέπω ανενόχλητα τη λίμνη με το άγαλμα ολόκληρο. Κοιτώντας το, βυθίστηκα απαλά στη σαγήνη της καθημερινής τελετουργίας που σ’ αυτούς τους τόπους μετουσιώνεται σε ομορφιά, τρόπο ζωής, Τέχνη. Το άγαλμα ήταν σχεδόν ολόκληρο σκεπασμένο από λουλούδια, κίτρινους κατιφέδες -ο κατιφές, shayapatri στα νεπαλέζικα, είναι ιερό λουλούδι- πασπαλισμένος κόκκινη σκόνη, προσφορές και σημάδια πολλαπλών τελετών. Το αριστερό του χέρι, απλωμένο στο πλευρό και σχεδόν ακουμπισμένο στην επιφάνεια του νερού, κρατούσε τη Sankha, το ιερό κοχύλι, σύμβολο του Βίσνου και της αιωνιότητας. Το όμορφο πρόσωπο, βυθισμένο σε μακρύ θεϊκό ύπνο, έμοιαζε ανέγγιχτο. Τα μάτια μεγάλα, αμυγδαλωτά, κλειστά σαν πούπουλα, υπνώτισαν το βλέμμα μου και καθώς τα παρατηρούσε, άνοιξαν, με κοίταξαν χαμογελαστά, με γοήτεψαν. Μια τρυφερή ενέργεια διαπέρασε το σώμα μου, καθώς, φέρνοντας την κόρη στη λοξή τους άκρη, μου έδειξαν ψηλά. Γύρισα μαγεμένος το κεφάλι ακολουθώντας το βλέμμα και είδα μακριά, μέσα στα σύννεφα, μια βουνοκορφή και πάνω της θολό, κάποιο κτίσμα.

    Ενώ αργοκοιτούσα -μάλλον απορημένα- τη βουνοκορφή, συνειδητοποίησα απότομα αυτό το οποίο συνέβη, ότι δηλαδή το άγαλμα άνοιξε τα μάτια του δείχνοντάς μου το κτίσμα κι αμφιβάλλοντας στράφηκα πάραυτα στο πρόσωπο του θεού. Τον πρόφτασα τη στιγμή που τα πάνω βλέφαρα ακουμπούσαν ερωτικά τα κάτω και το σαγηνευτικό χαμόγελο στα λακκάκια των χειλιών του χανότανε. Έμεινα άναυδος, όταν ξαφνικά, σαν να με χτύπησε υψηλή τάση, πήδηξα από τον τοίχο και δείχνοντας την κορυφή ρώτησα με λαχτάρα τον μικρό που είχε αυτοδιοριστεί οδηγός μου: “Τι είναι αυτό εκεί πάνω;” “Naghi Gumba sir” μου απάντησε. “Μοναστήρι”. Ξανασκαρφάλωσα στη μάντρα αψηφώντας τον φύλακα που ζητούσε επίμονα δεύτερο “μπαχτσίς” και κοίταξα τον θεό στα μάτια παρακαλώντας να επαναληφθεί αυτό το οποίο μόλις είχε συμβεί. Συνέχισα να παρακαλάω ανεβοκατεβαίνοντας τη μάντρα, δεν θυμάμαι πόσες φορές. Θυμάμαι μόνο τον μικρό να λέει με καμάρι “Είμαι ο καλύτερος οδηγός” και νομίζω πως αναφερόταν στην κατανόηση την οποία μου έδειχνε.

    Γύρισα στο δωμάτιό μου χαρούμενος. Τώρα πια είχα τον τόπο της Κατάκρυψης, έλειπε μόνο το ακριβές σημείο και η ημερομηνία. Διάλεξα τις 10 Οκτωβρίου επειδή για κάποιο από τα νεπαλέζικα ημερολόγια είναι πρωτοχρονιά ή έτσι τουλάχιστον νόμιζαν αυτοί οι οποίοι με πληροφόρησαν. Μέρα ανάμεσα στο γνωστό πεπερασμένο και το άγνωστο μελλούμενο. Μέρα ιδανική για όνειρα.
    [Συνεχίζεται]

    * “Ιστορίες Ενός Ρευστού Έργου”, Εκδόσεις Εστίας Αθήνα 1997

     

     

    • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

      Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

    You May Also Like

    Εικόνες από μια έκθεση

    Στη Μίριαμ Λυσιώτη Στην καρδιά της νύχτας το όνειρο, υπαγορεύει αυτό που θα φτιάξουν ...

    Ένα αλλιώτικο μουσείο στην Αθήνα

    Ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί θεαμάτων, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, είναι ...

    Περί γλώσσας

    Γράφει ο Δημήτρης Αλειθινός Στον ακονιστή Σάββα Παύλου Αν δεν ήμουνα ζωγράφος, θα ήμουν ...

    Καλή Χρονιά στον πολιτισμό

    Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Ένα κομμάτι βασιλόπιτα στον πολιτισμό της Κύπρου για την απόκτηση ...

    Περί χαράς, περί ματαιότητας, περί ανωνυμίας

    Γράφει ο Δημήτρης Αλειθινός Βρέθηκα πριν μερικές ημέρες στο Αϊβαλί, με σκοπό να πραγματοποιήσω ...

    Ο ιεροφάντης και η σκυτάλη: έκθεση στο Μουσείο Ακρόπολης

    Αναθηματικό ανάγλυφο. Σύμφωνα με την επιγραφή, το αφιέρωσε ο ιεροφάντης Αγνούσιος στη Θεσμοφόρο Δήμητρα ...

    X