«Ο Βαφτιστικός», αλλιώς

Ο Παναγιώτης Λάρκου σκηνοθετεί τη φετινή καλοκαιρινή παραγωγή του ΘΟΚ με την οπερέτα του Σακελλαρίδη «Ο Βαφτιστικός» και μιλά στο «Π» λίγο πριν από την πρεμιέρα: «Έχουν κάτι από Δον Κιχώτη οι χαρακτήρες του έργου»

Τον «Βαφτιστικό», μια από τις πλέον γνωστές οπερέτες της ελληνικής σκηνής που το 2018 έκλεισε έναν αιώνα από την πρώτη παρουσίασή της στην Αθήνα, επέλεξε ο ΘΟΚ να ανεβάσει αυτό το καλοκαίρι.

Ο «Βαφτιστικός» θα έχει την πρεμιέρα του τη Μέρα Μουσικής και της Εαρινής Ισημερίας, στις 21 Ιουνίου, και η ημερομηνία μοιάζει ιδανική για τη διάθεση που θέλει να αποπνέει η παραγωγή έτσι όπως ανεβαίνει -για πρώτη φορά- από τον θεατρικό οργανισμό: πολλή μουσική, έξω στον κήπο.

«Βαφτιστικός» στο σήμερα: Πέρα από την προσωπική μου απέχθεια για τα στρατιωτικά είδη, θέλαμε να επενδύσουμε σε αυτό που θεωρούσαμε σημερινό: ότι ένας άνθρωπος που αγαπά και υποφέρει σίγουρα αφορά τον σημερινό θεατή

Τι μπορεί να πει στο κοινό σήμερα ο «Βαφτιστικός», μια οπερέτα εξελληνισμένη από τα γαλλικά, γραμμένη μετά από τους Βαλκανικούς Πολέμους και καθώς ο ελληνικός στρατός μάχεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Για ποια πράγματα μπορούν να μιλήσουν οι αιωνόβιοι πρωταγωνιστές του «Βαφτιστικού» στο σημερινό τους κοινό; Από το δίπολο αγάπη – πόλεμος, ο Παναγιώτης Λάρκου κρατά το πρώτο και με σύμμαχο τον Εδουάρδο Γεωργίου για την αισθητική της παράστασης προτείνει μια νέα ανάγνωση του γνωστού έργου του Θεόφραστου Σακελλαρίδη που «δεν έχει ξαναγίνει, είμαι σίγουρος!».

«Γιατί να πάω να το δω;»

Η ζωντανή, unplugged μουσική, τα ευφάνταστα σκηνικά και τα ιδιαίτερα κοστούμια είναι το περίβλημα της παραγωγής που ανεβάζει ο ΘΟΚ το φετινό καλοκαίρι. Στον πυρήνα της βρίσκεται η σοπράνο Τζίνα Πούλου, η οποία κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο της Βιβίκας και δίνει, κυριολεκτικά, τον ρυθμό για ένα «πάρτι», έτσι όπως είδαν την οπερέτα του Σακελλαρίδη ο σκηνοθέτης Παναγιώτης Λάρκου και ο σκηνογράφος Εδουάρδος Γεωργίου. Ένα πάρτι από το οποίο δεν απουσιάζει η υποκριτική δεινότητα, καθότι οπερέτα. Αντίθετα, ο σκηνοθέτης από την πρώτη στιγμή αντιμετώπισε το έργο με όρους θεατρικούς, εξ ου και το ότι στήθηκε ένας θίασος «αμιγώς θεατρικός». Πρόκειται για «τρεις επαγγελματίες λυρικούς τραγουδιστές και οι υπόλοιποι οκτώ είναι επαγγελματίες ηθοποιοί με ικανότητες στο τραγούδι, διαβάζουν παρτιτούρα, έχουν σχετικές σπουδές», εξηγεί ο σκηνοθέτης μιλώντας στο «Π».

«Εμένα από αυτά τα έργα μού έλειπε πάντα αυτό ακριβώς: ότι στα ανεβάσματά του όλοι έμεναν στη μουσική και αντιμετώπιζαν την πρόζα σαν κάτι που έπρεπε να τελειώσει για να πάμε στα τραγούδια. Πάντα αυτό συνέβαινε γιατί το έργο ανέβαινε από λυρικούς θιάσους. Αδικούνται από αυτά τα ανεβάσματα τα έργα, γιατί δεν έχουν πολλές αρετές δραματουργικές. Αν δεν δώσεις λίγη σημασία στην πρόζα, καταλήγει μουσειακό είδος και λες ‘γιατί να πάω να το δω;’ Το διάβασα, λοιπόν, ξανά. Η ιστορία είναι πολύ ωραία γιατί μιλά για δύο ανθρώπους, ένα ζευγάρι, που ο ένας νομίζει πως δεν είναι άξιος να αγαπηθεί και η άλλη φοβάται ότι δεν είναι άξιος για να τον αγαπήσει. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, αυτό το πράγμα δεν παλιώνει.

Πάτησα στο κείμενο και έκανα προσαρμογή πάνω στο κείμενο εφόσον έκλεισε η διανομή, ώστε να ξέρω ποιος παίζει τι. Προσάρμοσα, δηλαδή, το κείμενο πάνω στους ηθοποιούς που είχα.»

Σαν πάρτι γάμου

«Κάναμε μια αρχική κουβέντα με τον Εδουάρδο (Γεωργίου) για τα σκηνικά και τα κοστούμια, για να δούμε πού θα τοποθετήσουμε το έργο. Είχαμε αποφασίσει ότι αυτή η παράσταση μας θυμίζει πάρτι γάμου καλοκαιρινό, χαρά. Ένα αυτό και το ότι ο «Βαφτιστικός», όταν γράφτηκε, το 1918 με την Ελλάδα να βγαίνει νικηφόρα από τους Βαλκανικούς Πολέμους και να μπαίνει σε έναν Παγκόσμιο Πόλεμο με αφέλεια αλλά με τη διάθεση νικητή, μοιραία τέλειωνε πατριωκαπηλικά. Έλεγε ‘όλοι για το μέτωπο, γιατί για να υπάρξει αγάπη πρέπει να υπάρξει ελευθερία’. Εμείς μείναμε στο ‘αγάπη’, γιατί μας άφηνε το έργο. Ήταν λογικό να συμβεί κάτι τέτοιο το 1918. Ο ίδιος ο Σακελλαρίδης ήθελε το κοινό να πιάσει τον ρυθμό, να σηκωθεί όρθιο και να τραγουδήσει για την πατρίδα. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που από το 1923 και μετά η στρατιωτική οπερέτα πέθανε.

Πέρα, λοιπόν, από την προσωπική μου απέχθεια για τα στρατιωτικά είδη, θέλαμε να επενδύσουμε σε αυτό που θεωρούσαμε σημερινό: ότι ένας άνθρωπος που αγαπά και υποφέρει σίγουρα αφορά τον σημερινό θεατή. Παραλλάξαμε και το φινάλε, επιλέγοντας να τελειώσουμε με άλλο τραγούδι του Σακελλαρίδη και όχι με εκείνο που τέλειωνε η οπερέτα».

Ένα «νέο είδος»

Συζητώντας με τη θεατρολόγο του ΘΟΚ Κική Αργυρού, ο Παναγιώτης Λάρκου έμαθε πως ο Σακελλαρίδης όταν ήταν νεαρός και άσημος του ζητήθηκε να γράψει μουσική για τις Εκκλησιάζουσες και εκείνος ανταποκρίθηκε με ένα ζεϊμπέκικο. «Έπεσαν να τον φαν ότι δεν σέβεται το είδος. Τελικά ήρθαν από τη Γερμανία κάποιοι για να πουν εντυπωσιασμένοι ότι κάποιος αντιμετωπίζει το είδος ξανά και το κάνει καινούργιο. Όταν το έμαθα αυτό, είπα πως το μόνο που μπορούμε να κάνουμε για να τιμήσουμε τη μνήμη του είναι να πάμε με αυτή τη διάθεση να δούμε το έργο του. Να πάμε να το κάνουμε νέο είδος! Πώς το 1918 παρουσίασε στον κόσμο ένα νέο είδος θεάτρου; Πάμε κι εμείς να παρουσιάσουμε μια νέα ανάγνωσή του. Να μην είναι μουσειακό, ούτε νοσταλγικό, ούτε ασπρόμαυρο. Όταν είπα στον Εδουάρδο να μην είναι ασπρόμαυρο, έβαλε όλα τα χρώματα του κόσμου μέσα. Και άρχισαν οι πρόβες.»

Ο σκοπός μιας νέας πρότασης

«Να συνεχίσουμε να σπρώχνουμε τα πράγματα λίγο προς τα εμπρός. Με κόστος επιλογής και προσωπικής πρωτοτυπίας κι ας αποτύχει. Βεβαίως δεν υπάρχει παρθενογένεση, όλα έχουν ειπωθεί εκτός αν αλλάξει κάτι στη συλλογική αντίληψη της ανθρωπότητας. Να έρθει κάτι που να αναγκάσει τους ανθρώπους να σκεφτούν διαφορετικά, να αλλάξει τη μορφή σκέψης, να μετατοπίσει το κέντρο κάπου αλλού για να μπορείς να δεις κάτι καινούργιο.

Αξίζει όμως να τολμήσουμε να προτείνουμε πράγματα δικά μας. Η ανάγνωση που κάνουμε εμείς του ‘Βαφτιστικού’ δεν έχει ξαναγίνει, είμαι σίγουρος. Κι αυτή η ανάγνωση μπορεί να πάει σούπερ ή μπορεί να είναι όπως τα τραγούδια της Γιουροβίζιον που τα ‘θάβει’ η επιτροπή και τα λατρεύει ο κόσμος ή που τα αγαπά η επιτροπή και τα ‘θάβει’ ο κόσμος, αλλά το σημαντικό είναι ότι δεν θα αφήσει θεατή να φύγει χωρίς να πει κάτι, είτε σε σχέση με το έργο είτε με την πρόταση, για το τι πιστεύω εγώ και ο θίασος ότι πρέπει να είναι το θέατρο ή τι θα έπρεπε να είναι: ένα θέατρο που να μην ντρέπεται να παραδεχτεί ότι δεν είναι όλα τραγικά σοβαρά πάνω στη σκηνή, που να μην ντρέπεται να συγκινήσει και μετά να κοροϊδέψει τον εαυτό του που σε συγκίνησε ή την ώρα που γελά να σου δείξει ότι υπάρχει και κάτι άλλο.

Να μην δίνει εύκολα πράγματα. Μεγαλώνοντας και έχοντας πια ένα μωρό, αυτό θέλω: λίγο να δυσκολέψουμε τα πράγματα για να καταφέρουν κάποιοι να πατήσουν εκεί και να πάνε με τη σειρά τους παρακάτω. Κάποια στιγμή.»

Η παράσταση

Σκηνοθεσία-Προσαρμογή: Παναγιώτης Λάρκου

Σκηνικά-Κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου

Ενορχήστρωση-Διεύθυνση Ορχήστρας-Μουσική Διδασκαλία: Μιχάλης Καρακατσάνης

Χορογραφία-Κίνηση: Παναγιώτης Τοφή

Σχεδιασμός Φωτισμών: Γεώργιος Κουκουμάς

Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρίνα Αργυρίδου

Βοηθός Σκηνογράφος-Ενδυματολόγος: Θέλμα Κασουλίδου

Παίζουν οι Έλλη Αλωνεύτου, Χάρης Αττώνης, Πέτρος Γιωρκάτζης, Μάρκος Καλλής,

Στέλιος Καλλιστράτης, Μάρκος Κλεοβούλου, Ονησίφορος Ονησιφόρου,

Αλέξανδρος Παρίσης, Φανή Παρλή, Τζίνα Πούλου, Έλενα Χατζηαυξέντη

Μουσικοί στη σκηνή: Βύρωνας Αθηνοδώρου (τρομπόνι), Γιώργος Γεωργίου (κλαρινέτο), Δώρος Ζήσιμος (τσέλο), Μιχάλης Καρακατσάνης (πιάνο), Μάριος Μάρκου (κλαρινέτο),

Γιώργος Χατζηγεωργίου (βιολί), Τάσος Χαραλαμπίδης (κρουστά).

+ Πρεμιέρα στο Αμφιθέατρο Μακαρίου Γ΄ στη Λευκωσία [Σχολή Τυφλών] την Παρασκευή 21 Ιουνίου στις 21:00. Θα ακολουθήσει παράσταση το Σάββατο 22 Ιουνίου και ξανά στις 18 και 19 Ιουλίου.

Περιοδεία: Αρχαίο Θέατρο Κουρίου στις 27, 28 Ιουνίου, Παττίχειο Δημοτικό Αμφιθέατρο Λάρνακας στις 3 Ιουλίου, Αρχαίο Ωδείο Πάφου στις 6 Ιουλίου και στο Δημοτικό Αμφιθέατρο Δερύνειας στις 10 Ιουλίου. Όλες οι παραστάσεις ξεκινούν στις 21:00.

Οι παραστάσεις στις 22 Ιουνίου στη Λευκωσία και στις 27 Ιουνίου στη Λεμεσό θα είναι με αγγλικούς και τουρκικούς υπέρτιτλους.

Πληροφορίες και εισιτήρια τηλ. 77772717 και www.thoc.org.cy

Φωτογραφίες: Ελένη Παπαδοπούλου

  • Μερόπη Μωυσέως

    Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

You May Also Like

ΓΙΑΝΝΗΣ Η. ΙΟΑΝΝΟΥ: O πολιτισμός στην Κύπρο παραμένει ζωντανός

Συνέντευξη στην Μερόπη Μωυσέως / Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Το κτήριο και τα προβλήματά του, ...

Εξι νέες παραγωγές και πολλά ανοίγματα από τον ΘΟΚ

Με την επιστροφή δύο ανθρώπων που αποτελούν ήδη κεφάλαια στην ιστορία του κυπριακού θεάτρου, ...

«Ο επισκέπτης» ανεβαίνει σε παγκύπρια πρώτη από την Alpha Square

Σε μια ξεχωριστή αίθουσα με άρωμα εποχής, στο Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου στην ...

Cock [σωστά διαβάζεις]

Η αίσθηση που δημιουργεί ο τίτλος της πρώτης παραγωγής της Νέας Σκηνής ΘΟΚ για ...

Ανακοινώθηκε το φετινό Βραβείο Ανθίας – Πιερίδης

Σε δύο γυναίκες και έναν -γυναικοκρατούμενο- πολιτιστικό οργανισμό θα μοιραστεί το φετινό Βραβείο Πολιτιστικής ...

ΕΛΕΝΗ ΚΑΜΜΑ: Περί παρρησίας

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Μια σειρά από “ασκήσεις κριτικής” συνθέτει η Ελένη Καμμά στο ...

X