Νάγκι Γκούμπα* Μέρος Β’

Πρωί-πρωί φόρτωσα το έργο στο τζιπ και ξεκίνησα για το Νάγκι Γκούμπα με την ευλογία του Βίσνου να μου δίνει δύναμη. Πριν αρχίσω το ψάξιμο, επισκέφτηκα το μοναστήρι με τα σπαρμένα σε διαφορετικά επίπεδα κτίσματα και άφησα την ψυχή μου να ηρεμήσει στους ψαλμούς των γυναικών μοναχών. Ύστερα άρχισα να περπατάω το βουνό. Όλη την ημέρα έψαχνα ασταμάτητα και δίχως να το καταλάβω μεταμορφώθηκα σε θηλυκό το οποίο ζητούσε ένα ασφαλές μέρος για να γεννήσει. Τα μάτια μου “άγγιζαν”, τα αφτιά μου “έβλεπαν”, οι πατούσες μου “άκουγαν” βαθιά μέσα στο χώμα. Ο νους, χωμένος στο Κοχύλι του Βίσνου, βούιζε κι εγώ ανίχνευα έχοντας ό,τι πέρα από την ύπαρξή μου διέθετα σε συνεχή υπερδιέγερση.

Κάποια στιγμή, βρέθηκα ακριβώς πάνω στο σημείο που έψαχνα, το ένιωσα και στάθηκα. Τα πρωινά σύννεφα είχαν γίνει απογευματινή ομίχλη όταν πια άρχισα το σκάψιμο.

Έσκαβα για να δώσω.

Έσκαβα για να κρύψω στα Ιμαλάια, σε τόπους ιερούς, ένα κομμάτι της τέχνης μου.
Έσκαβα για να χαρίσω το έργο μου στον χρόνο.
Έσκαβα για να μεταβάλω το ορατό σε αόρατο, το φανερό σε κρυφό.
Έσκαβα για να αλλάξω τους κανόνες της ζωγραφικής.
Έσκαβα μετουσιώνοντας την παρουσία σε απουσία ή την αυριανή απουσία σε απρόσμενη παρουσία. Έσκαβα γιατί μου άρεσε να προκαλώ το άγνωστο. Έσκαβα και βρήκα στους ογδόντα πόντους κάτω από τα πόδια μου έναν όγκο, ένα “πακέτο” από δεκατρία μολυβένια φύλλα, το ένα πάνω στο άλλο, χαραγμένα με κάποια άγνωστη σε μένα γραφή. Τα είχα χαμένα. Δεν ήξερα αν έπρεπε να τα πάρω ή να τα αφήσω. Μέσα στην αγωνία, τον πόνο -διότι είναι επώδυνη η στιγμή της κατάκρυψης- τα έκρυψα βιαστικά πίσω από έναν θάμνο, συνεχίζοντας λαχανιασμένος το σκάψιμο. Βαθιά, σε δύο οριζόντια στρώματα, έβαλα το έργο μου και το σκέπασα.

Έπεφτε το σκοτάδι όταν τελείωσα κι επιπλέον ψιλόβρεχε.

Γύρισα στο σπίτι χωρίς να πω σε κανέναν τίποτα, ούτε για το κρύψιμο ούτε για το εύρημά μου.
Την επομένη πήγα στο Μπόντνατ όπου πέρασα όλη τη μέρα ανάμεσα στους εξόριστους Θιβετιανούς που γιόρταζαν την απονομή του βραβείου Νόμπελ στον Δαλάι Λάμα με μια μοναδική τελετή. Η σκέψη μου όμως ήταν στο Νάγκι Γκούμπα, στις μολυβένιες πλάκες με την άγνωστη γραφή, το μυστικό των οποίων δεν θα μάθαινα σύντομα. Από τη μία, οι επόμενες ημέρες ήταν τόσο πολύ φορτωμένες ώστε εκ των πραγμάτων δεν μου έμενε αρκετός χρόνος για να γυρίσω πίσω. Από την άλλη, το ανέβαλα εσκεμμένα ζητώντας να καταλάβω με την άνεσή μου πώς συνέβη μέσα σε εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα απάτητων βουνών να πέσω ακριβώς πάνω σε αυτήν την απίστευτη σύμπτωση. Το τι ακριβώς περιείχαν οι πλάκες, παραδόξως δεν με απασχολούσε καθόλου, ούτε εκείνη ούτε τις υπόλοιπες μέρες που έφευγαν γρήγορα γεμάτες μαγικές τελετές.

Το μεθεπόμενο πρωινό ξεκίνησα για το Νάμου Μπούντα, έναν άλλο ιερό τόπο, κράμα βουδιστών σαμανιστών και ινδουιστών, όπου παρακολούθησα σπάνιες τελετές.

Σε αυτή την περιοχή των Ιμαλαΐων, λέει η παράδοση, ζούσε στα πολύ παλιά χρόνια, κρυμμένη από τους ανθρώπους, μια μεγάλη ιερή τίγρης με τα νεογέννητα τιγράκια της. Όμως κακοί κυνηγοί τη βρήκαν, την περικύκλωσαν και παρόλες τις ικεσίες της να λυπηθούν τα μωρά που χωρίς αυτήν θα πέθαιναν τη σκότωσαν για να πουλήσουν το δέρμα της στους εμπόρους. Τα τιγράκια ανήμπορα και λυπημένα χωρίς τη μάνα τους θα πέθαιναν από έλλειψη τροφής και αγάπης αν δεν περνούσε τυχαία από εκείνα τα μέρη ο Βούδας, ο οποίος μόλις τα είδε κατάλαβε τι είχε συμβεί και τη φωτισμένη καρδιά του σκίασε ο πόνος. Τα πήρε, τα “κούρνιασε” στη ζεστή του αγκαλιά και έκοβε κάθε μέρα ένα κομμάτι από το ίδιό του το κορμί ταΐζοντάς τα. Έτσι τα τιγράκια μεγάλωσαν μα ο πανάγαθος Βούδας είχε πια κομμάτι-κομμάτι χαθεί μέσα τους.

Μοναχοί που έτυχε να περνούν από εκείνη την κορυφή ανακάλυψαν τα υπολείμματα του θεϊκού σώματος και τα έκρυψαν στο κέντρο ενός μεγάλου άσπρου Στούπα το οποίο έφτιαξαν γι’ αυτόν τον σκοπό. Ο τόπος ονομάστηκε Νάμου Μπούντα, που θα πει “Χαιρέτησέ μου τον Βούδα” και θεωρείται ένας από τους ιερότερους τόπους των βουδιστών.

Ο θρύλος κλείνει με την εκδίκηση των τίγρεων όταν βρήκαν και σκότωσαν τους κυνηγούς δολοφόνους της μητέρας τους.

Επιστρέψαμε στην Κατμαντού μετά από τέσσερις αρκετά περιπετειώδεις ημέρες στα βουνά. Κατά την επιστροφή θυμάμαι ότι μου συνέβη το εξής περιστατικό: είχα ξεκινήσει πριν από τους άλλους, παρασυρόμενος από την ανυπομονησία και το έμφυτο “εδώ και τώρα” μου. Περπατούσα μόνος στο έρημο πλατύ μονοπάτι της επιστροφής, έχοντας να καλύψω δύο περίπου ώρες διαδρομής μέχρι το σημείο που είχαμε εγκαταλείψει τα τζιπ λόγω ακαταλληλότητας του δρόμου. Ήταν επτά το πρωί και έμοιαζε εκτυφλωτικό μεσημέρι. Ξαφνικά, σαν μελαχρινό δαιμονικό, πετάχτηκε από τα δέντρα πλάι μου ένας Νεπαλέζος, παράξενα ψηλός για τη ράτσα του. Είπαμε το απαραίτητο “Namaste” και προσπέρασα, ενώ αυτός με ακολουθούσε. Η αμυδρή δυσφορία που ένιωθα χάλαγε όλη την απόλαυση της μοναξιάς μου. Περίμενα ότι κάπου θα εγκατέλειπε, μα είχε περάσει αρκετή ώρα και ο τύπος όχι μόνο με ακολουθούσε, αλλά έλεγε κάτι ακαταλαβίστικα με μάλλον αγριεμένη διάθεση. Έπρεπε να τον ξεφορτωθώ ήσυχα κι ανώδυνα. Σταμάτησα, έκανα μεταβολή τραγουδώντας ένα αυτοσχέδιο τραγούδι και άρχισα να ζωγραφίζω σε όλο το πλάτος του δρόμου με το μαχαίρι μου ένα “μαγικό” σχέδιο το οποίο φρόντισα να είναι αρκετά μυστήριο και επιθετικό. Η αντίδρασή του ήταν δυνατό σοκ. Ο άνθρωπος κοκκάλωσε κυριολεκτικά πριν φτάσει στο σχέδιο, άρχισε να κουνάει τα χέρια, να χοροπηδάει, να κραυγάζει μεταξύ θυμού και απόγνωσης. Εκείνη την ευτυχισμένη στιγμή είδα και “οίδα” στην εφαρμογή της, την πρωτογενή δύναμη του σχεδίου. Πηγή ενέργειας, μαγικό ξόρκι, συνομιλία με τους δαίμονες, θεϊκή αλφάβητος, μυστικό εξουσίας.

Εγώ από τη μια μεριά του σχεδίου, εκείνος από την άλλη ανήμπορος να το προσπεράσει. Εγώ ο ποιητής, εκείνος το θύμα – όχι ο θεατής.

Κοιταχτήκαμε για λίγο. Ύστερα τράβηξα τον δρόμο μου κι εκείνος γύρισε πίσω. Αν σιγουριά είναι η ικανότητα ισορροπίας πολλαπλών εκρήξεων και άκρας νηφαλιότητας, εκείνη τη στιγμή για μία ακόμα φορά στη ζωή μου ήμουν σίγουρος. Άλλωστε, μόλις είχα δοκιμαστεί σαν μάγος και τα είχα καταφέρει.

Έφτασα στο σπίτι το απόγευμα, αρκετά κουρασμένος μα πάρα πολύ ευχαριστημένος απ’ όσα είχα ζήσει αυτές τις μέρες. Περίμενα τη σειρά μου στο μπάνιο κι ένιωσα να χτυπάει δυνατά στο στήθος ένα επιτακτικό “πήγαινε τώρα”.

*******

Εδώ θα κλείσω το βιβλίο αφήνοντας το τέλος της ιστορίας μου στις σελίδες του και θα ολοκληρώσω το άρθρο με μια πρόταση-παρότρυνση: Θα έλεγα σε όποιον δεν έχει πάει στην Κατμαντού να το κάνει, έστω για μία φορά στη ζωή του. Πόλη των πανάρχαιων τελετών, των ναών και των ζωντανών θεών, των πλούσιων και των πάμπτωχων, της αγωνίας και του αισιόδοξου χαμόγελου, πόλη ανάμεσα στο ήρεμο χθες και το καλπάζον αύριο, είναι για μένα -κάθε φορά που την επισκέπτομαι- μάθημα ζωής.

*Δημήτρης Αληθεινός, “Ιστορίες ενός Ρευστού Έργου”, διηγήματα, εκδόσεις Εστίας, Αθήνα 1997

ΛΕΖΑΝΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: Ο θεός Βισνού, στο Μπούντα νιλ Κάντα.

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Έφη Στρούζα: Ένα Νέο Ταξίδι

Φεύγει φευ ο χρόνος, φθίνει φευ η ύλη, φθείρονται οι φθόγγοι. Φαιοκόκκινα φύλλα, οι ...

Ο Μάρτης της Ελληνικής Επανάστασης

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Μπήκαμε στον Μάρτιο, τον μήνα που εορτάζεται η αρχή της ...

Για πάντα

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Φτάνοντας από τη Λευκωσία στην Αθήνα μετά από σαράντα ημέρες ...

Ουκ αν λάβοις παρὰ του μη έχοντος

Σηκώνω ψηλά τη μαγκούρα μου και την κατεβάζω με δύναμη στο κεφάλι του Χάρου. ...

Νεπάλ [μέρος πρώτο]

Όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού, τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς πουλούσαν “λοταρίες”, κάτι κλειστά πολύχρωμα ...

Ένα αλλιώτικο μουσείο στην Αθήνα

Ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί θεαμάτων, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, είναι ...

X