Σκηνοθεσία: Παναγιώτης Λάρκου

Παραγωγή: ΘΟΚ

Στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 (+1) χρόνων από την πρώτη πρεμιέρα του «Βαφτιστικού» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη στην Αθήνα το 1918, ο ΘΟΚ τιμά μία από τις διασημότερες και πιο διαχρονικές ελληνικές οπερέτες, αναθέτοντας στον ηθοποιό, σκηνοθέτη και μουσικό Παναγιώτη Λάρκου, το δύσκολο έργο της σκηνοθεσίας. Και η δυσκολία έγκειται σε πολλούς παράγοντες. Κατ’ αρχάς, η οπερέτα, το είδος που ελάφρυνε τη σοβαρότητα της όπερας και αναβάθμισε το κωμειδύλλιο και το βωντβίλ, ήκμασε και παρήκμασε μέσα στην περίοδο του Μεσοπολέμου, πριν έναν, δηλαδή, αιώνα. Πρόκειται για ένα είδος με σχηματικούς, συνήθως, χαρακτήρες, έξυπνο αλλά παρωχημένο χιούμορ γιατί βασίζεται κυρίως σε μια σειρά φαρσικών παρεξηγήσεων και όλα αυτά μέσα από έναν, ανισομερή συχνά, συνδυασμό πρόζας και μουσικής. Ο «Βαφτιστικός» –η ελληνική εκδοχή της γαλλικής φάρσας των Maurice Hennequin, Pierre Veber και Henry de Gorsse με τίτλο «Madame et son filleul» («Η κυρία και ο βαφτιστικός της»)– διαδραματίζεται σε μια σχεδόν εξωτική (εξωπραγματική θα έλεγα) Αθήνα, μια Αθήνα ανέμελη, που τρέφει την περηφάνια και την αισιοδοξία της μέσα από τα νικηφόρα αποτελέσματα των Βαλκανικών Πολέμων και την ελπίδα για νίκη στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ίδια στιγμή που η ανερχόμενη αστική τάξη, μέσα στην άγνοια και τα επερχόμενα δύσκολα χρόνια, μιμείται τα γαλλικά και τα βιεννέζικα σαλόνια και χορεύει στους ρυθμούς του ταγκό, του βαλς και της πόλκας. Επιπλέον, πρόκειται για μια οπερέτα η οποία έχει δεχθεί δεκάδες αναβιώσεις κάθε είδους μέσα στα 100 αυτά χρόνια, ιδιαίτερα λόγω της μεγάλης επιτυχίας που είχαν τα τραγούδια της, πολλά από τα οποία εκδόθηκαν αυτοτελώς και αποτέλεσαν μεγάλες επιτυχίες της εποχής, όχι μόνο στα αστικά σαλόνια, αλλά και στα λαϊκά στρώματα.

Ο Π. Λάρκου προτείνει μια πολύ ξεκάθαρη και φρέσκια ανάγνωση διακωμωδώντας το «στρατιωτικό» κομμάτι και στέλνοντας μηνύματα ειρήνης

Πώς, λοιπόν, κατορθώνει ένας σκηνοθέτης να πείσει ότι το είδος της (στρατιωτικής) οπερέτας με τα χοντροκομμένα φαρσικά αστεία περί έρωτος, γάμου και απιστίας, και τα τραγούδια να διακόπτουν διαρκώς τη δράση, μπορεί να αφορά το σύγχρονο κοινό; Ο Παναγιώτης Λάρκου έρχεται να προτείνει μια πολύ ξεκάθαρη, φρέσκια και ανάλαφρη ανάγνωση, μέσα από δύο, κυρίως, παραμέτρους. Η πρώτη είναι ότι αποδυναμώνει το «στρατιωτικό» κομμάτι και αντί να υμνήσει τον πόλεμο, τον διακωμωδεί, ενώ την ίδια στιγμή στέλνει μηνύματα ειρήνης μέσα από μια ευφρόσυνη διάθεση για γλέντι, γιορτή, παιχνίδι, έρωτα και ζωή. Η δεύτερη είναι ότι μέσα από την κειμενική προσαρμογή που έκανε, έριξε εμφανώς το βάρος στην πρόζα και τη θεατρική δομή του έργου, αποδυναμώνοντας το λυρικό μέρος. Με έναν θίασο κατά βάση θεατρικό αλλά καλλίφωνο, και την αμιγώς λυρική υψίφωνο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Τζίνα Πούλου, αλλά και τη δική μας Έλενα Χατζηαυξέντη, ο Παναγιώτης Λάρκου κατορθώνει όχι μόνο να εναρμονίσει το θεατρικό και το λυρικό κομμάτι, αλλά να δημιουργήσει καθαρό θέατρο με ισορροπημένες και απόλυτα ενταγμένες στην πλοκή, δόσεις, πολύ καλά εκτελεσμένης μουσικής (ενορχήστρωση/διεύθυνση: Μιχάλης Καρακατσάνης), η οποία όχι μόνο δεν διατάραζε τον μύθο, αλλά τον συμπλήρωνε και τον ολοκλήρωνε. Έχοντας ως κεντρικό σκηνικό μια ξύλινη ροτόντα (kiosk) η οποία παρέπεμπε στην πολύ χαρακτηριστική αισθητική του τσίρκου και του καρουζέλ (Εδουάρδος Γεωργίου), τοποθετεί στο κέντρο της την ορχήστρα (Βύρωνας Αθηνοδώρου, Γιώργος Γεωργίου, Δώρος Ζήσιμος, Μιχάλης Καρακατσάνης, Μάριος Μάρκου, Γιώργος Χατζηγεωργίου, Τάσος Χαραλαμπίδης), δίνοντάς της έτσι μια περίοπτη, κεντρική και πρωταγωνιστική θέση, τόσο οπτικά, όσο και δραματικά. Με αυτόν τον τρόπο η ορχήστρα συμμετέχει διαρκώς στη δράση, με τους ηθοποιούς να περιστρέφονται γύρω της (όπως συμβαίνει και στο περιστρεφόμενο καρουζέλ), είτε παίζοντας μουσική, είτε αποτελώντας σημείο αναφοράς και σχολιασμού των ηρώων της ιστορίας. Την παιγνιώδη διάθεση του τσίρκου και του γλεντιού ενισχύουν όλων των ειδών και μεγεθών μπάλες που κατακλύζουν τη σκηνή: οι τεράστιες μπάλες της γιόγκα που αντικαθιστούν τις καρέκλες, και όλες οι υπόλοιπες, οι μικρές και μεγάλες που αναπηδούν ασταμάτητα, δίνουν «πάσα» στον λόγο και την κίνηση, δίνουν ενέργεια, δημιουργούν δράση και κωμικά ατυχήματα. Αντίστοιχα, τα ευφάνταστα κοστούμια του Εδουάρδου Γεωργίου δημιουργούν μια ολόκληρη ιστορία από μόνα τους. Με το μακιγιάζ να συμπληρώνει τη γενική εικόνα, τα κοστούμια, μέσα από την πολυμορφία του τσίρκου, την υπερβολή και τη γύμνια του μπουρλέσκ, τη αισθητική του Μεσοπολέμου και τις νοητές συνδέσεις με τους ναύτες του Τσαρούχη, συμπληρώνουν τους χαρακτήρες, σατιρίζουν εύγλωττα τις πολεμικές αναφορές μέσα από τις απολαυστικές εμφανίσεις των ταλαιπωρημένων στρατιωτών που καταφθάνουν από το μέτωπο ως βατραχάνθρωποι και δημιουργούν ένα θέαμα πολύχρωμο, χαρούμενο, καλοκαιρινό.

Ο σκηνοθέτης δημιούργησε έναν θίασο «συνόλου» που, παρά τις διαφορετικές του καταβολές, λειτούργησε με ομοιογένεια και ομαδικότητα

Τα εύσημα βεβαίως για το ευχάριστο αυτό θέαμα με την ισορροπημένη υπερβολή πηγαίνουν, πρωτίστως, στην ομάδα των, πάσης φύσεως, ερμηνευτών. Οι προερχόμενοι από τον χώρο του καθαρού θεάτρου έπρεπε να κατορθώσουν να εντάξουν στη φυσικότητα της ερμηνείας του λόγου τα μουσικά κομμάτια, ενώ, αντίστοιχα, οι λυρικοί ερμηνευτές έπρεπε να ισορροπήσουν το δυνατό τους φωνητικό ταλέντο με την υποκριτική ερμηνεία. Και, ειδικότερα στο δεύτερο μισό με την εμφάνιση του Συνταγματάρχη, όπου η αμηχανία των ηθοποιών προς το κοινό και η αμηχανία του κοινού προς το ανοίκειο είδος της οπερέτας, διαλύονται μέσα από τον γοργό ρυθμό και τις έξυπνες ατάκες, η πρόζα και η μουσική κατορθώνουν να συνυπάρξουν αρμονικά μέσα από μια σπάνια, για το συγκεκριμένο είδος, αίσθηση «φυσικότητας». Ο Παναγιώτης Λάρκου δημιούργησε έναν θίασο «συνόλου» που, παρά τις διαφορετικές του καταβολές, λειτούργησε με ομοιογένεια και ομαδικότητα. Οι εξαίρετες φωνές της Τζίνας Πούλου και της Έλενας Χατζηαυξέντη δεν λειτούργησαν αρνητικά ούτε προς το υποκριτικό κομμάτι του ρόλου τους, αλλά ούτε και προς το μουσικό κομμάτι των λοιπών ηθοποιών. Ο Χάρης Αττωνής στον ρόλο του Ζαχαρούλη και ο Πέτρος Γιωρκάτζης στον ρόλο του θείου και Συνταγματάρχη έδωσαν, ιδιαίτερα από το μέσο του έργου και έπειτα, δύο απολαυστικές ερμηνείες και αποτέλεσαν την πηγή του κωμικού στοιχείου που βασίζεται στην ευστροφία της γρήγορης ατάκας. Ο Αλέξανδρος Παρίσης όπως και ο Στέλιος Καλλιστράτης μας εκπλήσσουν θετικά με την επιλογή τους να δοκιμάζονται και την ικανότητά τους να προσαρμόζονται σε ρόλους έξω από αυτούς που τους έχουμε συνηθίσει. Όλος ο υπόλοιπος θίασος (Ονησίφορος Ονησιφόρου, Φανή Παρλή, Μάρκος Καλλής, Έλλη Αλωνεύτου, Μάρκος Κλεοβούλου) δημιουργούν, εν χορώ, το σύνολο των προσκεκλημένων, οι οποίοι συμπληρώνουν, με τη ζωηράδα, την έκφραση και την ενεργητικότητα του βωβού κινηματογράφου και της «κλοουνίστικης» κίνησης, την επιτυχή εικόνα ενός πολύχρωμου πανηγυριού.

Δεν ξέρω αν η παράσταση του Παναγιώτη Λάρκου δημιούργησε ένα νέο, πρωτότυπο είδος στη σύγχρονη προσέγγιση της συγκεκριμένης οπερέτας, το αποτέλεσμα, ωστόσο, δικαιώνει την επιλογή και τον στόχο του για μια παράσταση ευρηματική, χαρούμενη, παιγνιώδη, εορταστική, χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας, όπου όλοι ανεξαιρέτως οι συντελεστές φαίνεται να απολαμβάνουν την κάθε στιγμή και να περνούν καλά. Και το κοινό επίσης.

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

«Κλυταιμνήστρα ή το Έγκλημα»

Συγγραφέας: Μαργκερίτ Γιουρσενάρ Μετάφραση: Μαρία Φωστιέρη Σκηνοθεσία/ παραγωγή: Μάριος Μεττής Μουσική: Χριστίνα Γεωργίου Σχεδιασμός ...

Ψηλά από τη γέφυρα

Συγγραφέας: Arthur Miller Σκηνοθεσία: Στέλιος Καυκαρίδης Σκηνικά-Κοστούμια: Στέφανος Αθηαινίτης Φωτισμοί: Βικέντιος Χριστιανίδης Παραγωγή: Σατιρικό ...

Φιλιώ Χαϊδεμένου

Συγγραφέας: Φιλιώ Χαϊδεμένου Διασκευή: Άνδρη Θεοδότου Σκηνοθεσία: Βασίλης Ευταξόπουλος Είμαι ένας από τους τυχερούς ...

ΕΞΩΣΤΗΣ | Ο Αλαβροστοισειώτης

Συγγραφέας: Παύλος Λιασίδης Σκηνοθέτης: Νίκος Χατζόπουλος Παίζουν: Δημήτρης Αντωνίου, Μαρίνα Αργυρίδου, Άνδρη Θεοδότου, Κλείτος ...

Ένας Γέρος, μία θάλασσα

Συγγραφέας: Μαρία Χρυσάνθου Σκηνοθεσία: Αλεξία Παπαλαζάρου Σκηνικά / κοστούμια: Λάκης Γενεθλής Μουσική: Δημήτρης Ζαχαρίου ...

Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα

Ένα τέλεια συντονισμένο σύνολο ήχου, εικόνας και κίνησης, το οποίο, υπό την καθοδήγηση της ...

X