Εικόνα πρώτη

Αθήνα, καλοκαίρι του 1955.

Ένα παιδί κλοτσάει με δύναμη την μπάλα του στον πέτρινο τοίχο της αλάνας. Ο χτύπος ακούγεται ξερός στην απογευματινή ησυχία, κάτι σαν ξεκούρδιστη γκρανκάσα ή σαν μυστικός κώδικας που προσκαλεί το τσούρμο των υπόλοιπων πιτσιρικάδων της γειτονιάς. Η αλάνα γεμίζει γρήγορα από παιδιά με κοντά παντελονάκια και φθαρμένα παπούτσια, τα μακό φανελάκια χωρίζονται σε δύο ομάδες, παίζουν ποδόσφαιρο με πάθος, μα όταν μετά από ώρα κάποιος φωνάζει «παίδες άρχισαν τα Επίκαιρα, έχουμε έργο» παρατάνε τον αγώνα στη μέση και σκαρφαλώνουν σιωπηλά την ψηλή μάντρα. Ο κισσός και τα δέντρα τούς προστατεύουν από τον ιδιοκτήτη, κόβοντάς τους όμως ταυτόχρονα τη θέα. Ισορροπούν γαντζωμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, κολλημένοι σαν ρώγες άγουρου σταφυλιού, ένα σμάρι νεογνών με κοινή επιθυμία κι άγνωστο μέλλον. Κάποιος σε μερικά χρόνια θα γίνει ηλεκτρολόγος, κάποιος θα φύγει μετανάστης, κάποιος θα πάει πρόωρα από ατύχημα. Με λέξεις παράταιρες στην ηλικία τους, μιμούνται τους μεγάλους, σχολιάζουν τα πρόσωπα στα Επίκαιρα και περιμένουν το έργο. (Τα Επίκαιρα, που παίζονταν πριν από την ταινία, για ένα δεκάλεπτο περίπου, ήταν μικρά ντοκιμαντέρ με θέματα που αφορούσαν την πολιτική προπαγάνδα των κυβερνώντων, τη ζωή της βασιλικής οικογένειας, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες, ενώ συχνά φιλοξενούσαν και διεθνή νέα). Εκείνο το βράδυ το έργο ήταν μια περιπέτεια ακατάλληλη για ανηλίκους, με τίτλο συμβολικό: «Το μεροκάματο του τρόμου» του Κλουζώ με τον Υβ Μοντάν και τη Βέρα Κλουζώ. Τις σχετικές λεπτομέρειες τις αναζήτησα λίγο αργότερα, όταν κατάλαβα ότι μια ταινία εκτός από ήρωες έχει και σκηνοθέτη. Διαισθάνομαι ότι το έργο εκείνης της νύχτας, καθώς και το «Με κομμένη την ανάσα» του Γκοντάρ διέγειραν τις επιθυμίες των παιδικών μου χρόνων για περιπέτειες και ταξίδια, μάλλον θετικά.

Σπάνια βλέπαμε ολόκληρο το έργο, λίγο πριν το διάλειμμα φεύγαμε για το σπίτι έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις αγριεμένες μας μανάδες. Μετά από λίγους μήνες, ψάχνοντας σε κάποιο κιόσκι πλάι στη Νομική, βρήκα μεταχειρισμένο το βιβλίο, διάβασα το τέλος κι έμαθα το όνομα του συγγραφέα: Ζωρζ Αρνώ, από τις εκδόσεις Τέχνη, Αθήνα 1954. Το έχω ακόμα.

Εικόνα δεύτερη

Αθήνα, λάγνο καλοκαιρινό απόγευμα του 2019, στη Λυκόβρυση.

Τα τζιτζίκια τραγουδάνε όλη τη μέρα στον κήπο μου, κρυμμένα στα φύλλα της ελιάς. Ελλάδα, όχι μόνο του πεύκου και του κυπαρισσιού, αλλά και των τζιτζικιών, δουλεύω για σένα όλη μέρα σαν το μυρμήγκι, όμως φτάνει. Πότισα τα δέντρα και τα λουλούδια κι ετοιμάζομαι να πάω σινεμά. Θα δω το «Όταν περνούν οι γερανοί» του Μιχαήλ Καλατόζοφ με την υπέροχη Τατιάνα Σαμοΐλοβα και τον Αλεξέι Μπατάλοφ, στον θερινό κινηματογράφο Αιολία, απολαμβάνοντας μια κρύα μπίρα. Άσπρο τραγανιστό χαλίκι στα πόδια, πυκνό πράσινο φτιαγμένο με πολύχρονους κισσούς κι αγιόκλημα στη μάντρα, χούφτες αστέρια στον μπλε ουρανό. Άρωμα νυχτολούλουδου ανακατεμένο με μυρωδιές βουτύρου και ζεστού ποπκόρν.

Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια / ώρα με την ώρα βιαστικά
νιάτα που περνούν / που δεν θα ξαναρθούν
κι εκείνο που βλέπω / να μένει τελικά
είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι / μες στα θερινά τα σινεμά
νύχτες που περνούν / που δεν θα ξαναρθούν
μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά*

Ανοιχτό σινεμά στην Αθήνα σημαίνει απόλαυση μοναδική στον κόσμο όλο. Καμία πρωτεύουσα, καμία πόλη απ’ όσες ξέρω δεν είναι τόσο μαγική όσο η Αθήνα το καλοκαίρι, καμία δεν προσφέρει βράδια τόσο λάγνα, τόσο ερωτικά. Πιστέψτε με.

Η ιστορία των θερινών ξεκινάει πριν από εκατό χρόνια, στις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν διάφοροι πλανόδιοι «σινεματζήδες» έστηναν ένα τεράστιο πανί όπου έβρισκαν άδειο τόπο (κυρίως σε πλατείες κι αλάνες, όπου υπήρχαν θεατές) κι έκαναν προβολές μικρές, περιορισμένες σε εξοπλισμό, αφού έπρεπε να μετακινηθούν καθημερινά από γειτονιά σε γειτονιά, μέχρι την επαρχία. Οι πρώτοι «επίσημοι» κινηματογράφοι στήθηκαν μπροστά στα καφενεία της πλατείας Συντάγματος και του Ζαππείου, αφού εκεί σύχναζε ο περισσότερος κόσμος. Όπως γράφει η εφημερίδα «Εμπρός», το 1904 υπήρχαν τριάντα θερινοί κινηματογράφοι στο κέντρο και τις γύρω συνοικίες της Αθήνας. Από το 1914 και μετά, εξαιτίας της αύξησης του πληθυσμού λόγω των προσφύγων, η ζήτηση μεγάλωσε, η ιδέα του κέρδους μέσω του θεάματος απέκτησε οπαδούς επιχειρηματίες, οι οποίοι έστησαν «σταθερούς» θερινούς κινηματογράφους έως τα έσχατα της πόλης. Αρχικά, και μέχρι τη δεκαετία του ‘30 (οπότε και καθιερώθηκε μόνιμα) δεν υπήρχε εισιτήριο εισόδου, οι θεατές καλούνταν μόνο να αγοράσουν κάτι από τα καφέ μπαρ που στήνονταν στο πλάι.

Το 1928 λειτουργούσαν 16 χειμερινοί και 12 θερινοί κινηματογράφοι, ενώ μόλις δέκα χρόνια μετά, το 1938, οι χειμερινοί έφτασαν τους 26 και οι θερινοί έγιναν πάνω από 60.

Η κινούμενη εικόνα, αυτή η μαυρόασπρη ψευδαίσθηση που παρέχει στον θεατή τη δυνατότητα ταύτισης με τον εκάστοτε ήρωα ή ηρωίδα, ήταν η μόνη πραγματική ψυχαγωγία για τους Έλληνες που δοκιμάζονταν στη σκληρή δουλειά, τη φτώχεια και τη στέρηση. Μέσα από τις αφηγήσεις των ταινιών μπορούσαν να φαντάζονται τη ζωή τους αλλιώτικη, να ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον. Τα θερινά σινεμά με τη συνενοχή των αστεριών μετέπλαθαν την ονειροπόληση σε κρυφή ελπίδα.

Χρυσή εποχή, όχι μόνο για τον ξένο εισαγόμενο κινηματογράφο -κυρίως γαλλικό και ιταλικό- μα και για τον ελληνικό. Σκηνοθέτες όπως ο Τζαβέλλας, ο Σακελλάριος, ο Κούνδουρος, ο Κακογιάννης, ο Ντασέν και ηθοποιοί σαν τον Λογοθετίδη, τον Μακρή, τον Αυλωνίτη, τον Αλεξανδράκη, την Χατζηαργύρη, τη Βαλάκου, τη Λιβυκού, τον Φωτόπουλο, τη Βασιλειάδου, τον Χορν, τον Παπά, τη Λαμπέτη συνέβαλλαν με το ύφος και την ποιότητα των ταινιών τους στη διαμόρφωση της πνευματικής καλλιέργειας του κοινού, καταγράφοντας ταυτόχρονα το πρόσωπο της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Τα θερινά σινεμά ήταν και είναι ο πολιτισμός της καθημερινότητας. Ήταν κι εξακολουθούν να είναι ανοιχτές συναντήσεις γνωστών και αγνώστων, σημεία όπου η προβολή μιας ταινίας μετατρέπεται σε καθημερινή τελετή, εμπλουτίζοντας την τέχνη με απόλαυση.

Στεναχωριέμαι όταν βλέπω στα σινεπλέξ (αυτές τις σύγχρονες σινεπλεκτάνες) τους νέους να προτιμούν, λόγω μόδας, τον μολυσμένο αέρα του ερκοντίσιον από την ευωδιά του νυχτολούλουδου.

Χαίρομαι όμως που τα τελευταία χρόνια πολλοί δήμοι διατηρούν κινηματογράφους που προβάλλουν εξαιρετικές ταινίες με δωρεάν είσοδο και συχνά η προσέλευση μετατρέπεται σε κοσμοσυρροή.

Εδώ στην Κύπρο είναι άραγε δύσκολο οι δήμοι να ακολουθήσουν το παράδειγμα των δωρεάν ποιοτικών θερινών κινηματογραφικών προβολών; Κάθε προσπάθεια να βγουν οι νέοι από τα σινεμά-σουπερμάρκετ και οι μεγαλύτεροι από την τηλεόραση θα είναι τεράστιο κέρδος.

*Λουκιανός Κηλαηδόνης «Τα θερινά σινεμά»

«Θερινό Σινεμά» Δημήτρης Αληθεινός 2014.

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Νάγκι Γκούμπα* Μέρος Β’

Πρωί-πρωί φόρτωσα το έργο στο τζιπ και ξεκίνησα για το Νάγκι Γκούμπα με την ...

Νεπάλ [μέρος πρώτο]

Όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού, τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς πουλούσαν “λοταρίες”, κάτι κλειστά πολύχρωμα ...

Ένα αλλιώτικο μουσείο στην Αθήνα

Ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί θεαμάτων, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, είναι ...

Το πέταγμα μιας μέλισσας

Πανέμορφος τόπος η Βραζιλία, θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδεισος επί της γης, ωστόσο θεωρείται ...

Περί χαράς, περί ματαιότητας, περί ανωνυμίας

Γράφει ο Δημήτρης Αλειθινός Βρέθηκα πριν μερικές ημέρες στο Αϊβαλί, με σκοπό να πραγματοποιήσω ...

Περί γλώσσας

Γράφει ο Δημήτρης Αλειθινός Στον ακονιστή Σάββα Παύλου Αν δεν ήμουνα ζωγράφος, θα ήμουν ...

X