Ο σκηνοθέτης Νίκος Χαραλάμπους και η ηθοποιός Μαρία Μίχα ταξιδεύουν στον χρόνο και θυμούνται τις εμβληματικές «Ικέτιδες» του ΘΟΚ που έβγαλαν το κυπριακό θέατρο στον διεθνή χώρο στα τέλη 1970 – αρχές 1980

«Οι Ικέτιδες είχαν έναν θυμό, μια οργή. Ήθελα να βγάλω από μέσα μου μια οργή. Και δεν ήταν μια φυσιολογική παράσταση αρχαίας τραγωδίας. Δεν μπορώ να το εξηγήσω.»

Ο Νίκος Χαραλάμπους κάθεται στο μικρό αλλά γεμάτο φωτογραφίες θεατρικών παραστάσεων γραφείο του. Στον τοίχο απέναντι, η αφίσα των Ικέτιδων του Ευριπίδη, της πρώτης αρχαίας τραγωδίας με την οποία ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο. Η καλλιτεχνική πορεία του Νίκου Χαραλάμπους σημαδεύτηκε από τη σκηνοθεσία αυτής της παράστασης, η οποία, τέσσερα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή του 1974, δεν μπορούσε παρά να έχει αναφορές στην κυπριακή τραγωδία.

«Ήταν οι άγριες εποχές και όλα ήταν σε υπερένταση», αναφέρει ο κ. Χαραλάμπους. «Νομίζω ότι σε τέτοιες εποχές, ειδικά μετά την απόλυτη κρίση, λειτουργεί μαγικά μία καινούρια, αισιόδοξη σχεδόν, έμπνευση στους ανθρώπους. Θυμάμαι εκείνη την εποχή μετά το ’74 που πηγαίναμε σε διάφορα μέρη, από Ρωσία μέχρι Αμερική, που νιώθαμε ότι προσφέραμε στην ανθρωπότητα, σχεδόν ψωνίστικα από την αντιμετώπιση που είχαμε.»

Ρωτάω τον ίδιο πώς γεννήθηκε η ιδέα στο μυαλό του για αυτή την παράσταση. «Δεν ξέρω, ούτε θυμάμαι κάτω από ποιες συνθήκες συνέλαβα αυτό το είδος της παράστασης, αλλά θυμάμαι ότι ήμουν πολύ επηρεασμένος από το γερμανικό θέατρο. Πηγαινοερχόμουν από το Βερολίνο με το αυτοκίνητο στην Αθήνα και απ’ εκεί με πλοίο στην Κύπρο. Δεν ησύχαζα. Μιλάμε για πολλά χρόνια που ήμουν συνεχώς εν κινήσει, σε αλλαγές. Πάρα πολλά χρόνια. Τόσα πολλά, που δεν τα θεωρώ φυσιολογικά πράγματα τώρα που γέρασα. Ήταν μια σχιζοφρένεια 100%. Δημιουργική μεν, αλλά σχιζοφρένεια.»

 

 

Το εμπόδιο του… Μουντιάλ

«Οι Ικέτιδες έγιναν κάτω από αντίξοες συνθήκες λόγω του… Μουντιάλ!», θυμάται με χιούμορ η Μαρία Μίχα, και η αφήγηση ξεκινά.

Μ.Μ.: Οι άντρες, λοιπόν, πήγαιναν και βλέπανε το Μουντιάλ και οι γυναίκες, εμείς, δουλεύαμε σαν σκλάβες. Και μετά πήγαιναν για σούβλες! Οι ουσιαστικές πρόβες γίνονταν μόλις τέσσερις ώρες τη μέρα. Αλλά ο Νίκος είχε ήδη δουλέψει πολύ τη μουσική με τον Μιχάλη Χριστοδουλίδη. Δουλέψανε πάρα πολύ. Ήταν κλεισμένοι μέσα σε ένα δωμάτιο με τσιγάρα για μια ολόκληρη μέρα και βγήκαν το βράδυ από κει μέσα. Όταν γύρισα εγώ από παράσταση, τους βρήκα να βλέπουν μίκι μάους!

Ν.Χ.: Θέλαμε εκτόνωση!

Μ.Μ.: Έγραψαν ένα σενάριο οι δυο τους. Ήρθε ο Ζιάκας (σ.σ. Γιώργος Ζιάκας, είχε κάνει τα σκηνικά και κοστούμια του έργου) που αμφισβητεί τα πάντα και είπε ‘τι βλακεία είναι αυτή;’ Του άρεσε όμως. Κάθισαν και μίλησαν για λίγο μεταξύ τους κι αυτό ήταν. Ο Ζιάκας δεν είναι πολύ ομιλητικός, είναι κυρίως πρακτικός άνθρωπος.

Εκείνη την εποχή ο κόσμος ήταν λίγο μαγκωμένος και οι ηθοποιοί απρόθυμοι γιατί είχαν κληθεί να υπηρετήσουν μια νέα πρόταση για την οποία ακόμα και οι πιο στενοί του φίλοι και συνεργάτες είχαν μια αμφισβήτηση, γιατί ζητούσε αυτό το σενάριο που είχε βάλει στο μυαλό του ο Νίκος και το οποίο άρχισε να υλοποιείται σιγά σιγά και ήταν πρωτότυπο. Τελείως πρωτότυπο.

Ν.Χ.: Και απρόβλεπτο.

Μ.Μ.: Δεν το περίμεναν, όντως. Εγώ που ήμουν στα παρασκήνια άκουγα ‘τι κάνουμε τώρα;’, ‘τι θα βγει τώρα;’ και τα λοιπά. Αυτό δημιούργησε και μια μικρή χαλάρωση μέσα στον θίασο. Όχι ακριβώς μη σεβασμού, γιατί όλοι ήμασταν ενωμένοι και αγαπημένοι, αλλά μια μικρή αμφισβήτηση για το τι πάμε να κάνουμε στην ουσία. Η ουσία βγήκε. Το κοινό την υποδέχτηκε χλιαρά στην Κύπρο. Και δέχτηκε πολύ έντονη κριτική. Γράφτηκαν πολύ άσχημα πράγματα. Η μόνη που είχε υπερασπιστεί τότε την παράσταση ήταν η Έλενα Τουμαζή.

Οι Ικέτιδες εδώ αντιμετωπίστηκαν άγρια, πολύ άγρια.

Ν.Χ.: Ενώ ακολούθησε ο θρίαμβος στον Λυκαβηττό. Και μετά επαναλήφθηκε η παράσταση κατά καιρούς και θεωρήθηκε από τις σημαντικότερες παραστάσεις του ελληνικού θεάτρου.

Πρεμιέρα στη Θεσσαλονίκη

Μ.Μ.: Στην Ελλάδα, η πρώτη παράσταση έγινε στο Θέατρο του Δάσους, στη Θεσσαλονίκη. Αρχίζουμε πρόβα, κάνει παγωνιά, πιάνει βροχή. Αλλά έρχονται συνάδελφοι, κάπου 300, οι οποίοι παρόλο το κρύο, κάθονται. Σταματάει η βροχή και συνεχίζουμε την πρόβα. Απ’ εκεί βγήκε η ‘βρόμα’ ότι αυτή η παράσταση σκίζει. Δίνεται η πρώτη παράσταση εκεί και πάμε μετά στον Λυκαβηττό. Τυχαίνει κάτι στον Λυκαβηττό και λόγω του προγραμματισμού αντί να κάνουμε την παράσταση Τρίτη, την κάνουμε Δευτέρα, που είναι η αργία των ηθοποιών. Οπότε, όλοι οι συνάδελφοι είναι ελεύθεροι και έρχεται όλος ο κόσμος.

Ανάμεσα στο κοινό ήταν κι ο Μιχάλης Κακογιάννης. Και φωνάζει, που δεν ήταν και εύκολος άνθρωπος για τους άλλους, ότι «αυτό είναι το Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας».

Ν.Χ.: Ήταν μια αίσθηση όχι τόσο δικαίωσης, όσο ότι παίρνεις ένα κουράγιο, ότι είχες δίκαιο εσύ. Γιατί στην Κύπρο ήταν αρνητικά τα πάντα, όχι μόνο από τους κριτικούς αλλά και από το κοινό.

Μ.Μ.: Το τελευταίο χειροκρότημα ήταν λες και φώναζαν ‘αίσχος’! Δεν ήταν καθόλου παραδοσιακή. Ήταν τελείως μοντέρνα, μια νέα πρόταση.

Ν.Χ.: Στην Κύπρο δεν άρεσαν οι Ικέτιδες και δεν μπορώ να το ξεπεράσω, με τίποτα. Προσπάθησα να δω γιατί δεν άρεσαν και δεν έβρισκα τίποτα λογικό να σκεφτώ παρά μόνο ότι σίγουρα η σύλληψη και η πρακτική εφαρμογή στην παράσταση αυτή είχε κάτι το μεταμοντέρνο. Δηλαδή ένα πράγμα που ήταν ασυνήθιστο στον κλασικό τρόπο με τον οποίο ανεβάζανε τις τραγωδίες, είτε στα σχολεία είτε σε κρατικά θέατρα.

Μ.Μ.: Έγινε ένας συνδυασμός Χριστοδουλίδη – Χαραλάμπους για να βγει η παράσταση. Αυτό που επέμενε τότε ο Νίκος και ήταν μια διαφωνία του με τον Εύη έντονη, ήθελε να βγάλει νέους ηθοποιούς να παίξουν τους ρόλους. Ήθελε να βάλει τον Ευτύχιο Πουλλαΐδη να παίξει τον Άδραστο και να βάλει τον Σπύρο Σταυρινίδη, που μέχρι τότε ήταν κωμικός ηθοποιός, να κάνει τον αγγελιαφόρο.

Σκηνικά και κοστούμια

Ο Γιώργος Ζιάκας υπέγραφε τα σκηνικά και τα κοστούμια του έργου, για τα οποία στην έκδοση «Επίδαυρος: το αρχαίο θέατρο, οι παραστάσεις» [εκδόσεις Μίλητος – Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου] αναφέρεται ότι δέχτηκε αρνητικές κριτικές. Είχαν, ωστόσο, τη δική τους ιστορία.

«Τα κοστούμια του Ζιάκα είχαν σοκάρει», θυμάται η Μαρία Μίχα. Ήταν μακραμέ πλεκτά με πώματα από μπουκάλια της κόκα κόλα, ενώ τα κοστούμια του Χορού φτιάχτηκαν από γυναίκες που πλέκανε στον προσφυγικό συνοικισμό Τσιακκιλερού, κάτι που γνώριζε η Νίκη Μαραγκού η οποία εργαζόταν τότε στον ΘΟΚ.

Το σκηνικό είχε τρία επίπεδα και ήταν όλο φτιαγμένο από σίδερο. «Γράφανε τότε στην Κύπρο ότι είναι σαν πετρελαιοπηγές», σχολιάζει η κ. Μίχα. Ήταν στρογγυλό, με τρία επίπεδα και ένα πατάρι. «Οι γυναίκες ήταν κάτω. Ο Άδραστος ήρθε Ικέτης, ήταν όμως τυλιγμένος με ένα πανί άσπρο, κουρούκλα. Δεμένα πόδια, χέρια, τα πάντα. Και εμείς φορούσαμε ένα ρούχο από μέσα και ήμασταν τυλιγμένος ο Χορός όλος με ένα μακρύ ρούχο, πάλι κουρούκλα, βαμμένη. Κάναμε λοιπόν την πρώτη σκηνή του θρήνου…

Θρήνο τον θρήνο ακολουθεί κι εμείς κλαίμε μαζί τους.  

Η Αίθρα ήταν η Τζένη Γαϊτανοπούλου που δεν έφευγε από τη σκηνή. Φορούσαμε και μάσκες, όπως ήθελε ο Κουν. Ανέβαινε στο μεσαίο επίπεδο η Αίθρα όταν δεν είχε λόγια και γινόταν η δράση κάτω με τον Άδραστο. Ήταν πολύ ωραία η σκηνή γιατί ο Θησέας επιτίθεται στον Άδραστο που πάει Ικέτης και ο Χορός, όσο εξελίσσεται η σκηνή, ξετυλίγει το ρούχο με το οποίο ήταν τυλιγμένος και το διπλώνουν πάρα πολύ έντεχνα οι κοπέλες και το μαζεύουν.»

 

Η Κύπρος στην Επίδαυρο

Ο ΘΟΚ έδωσε για πρώτη φορά παράσταση στο αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου το 1980, με αυτή την παραγωγή των Ικέτιδων του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους, μουσική Μιχάλη Χριστοδουλίδη, σκηνικά – κοστούμια Γιώργου Ζιάκα, μετάφραση Κωστή Κολώτα και με σπουδαίους ηθοποιούς επί σκηνής: Τζένη Γαϊτανοπούλου, Δέσποινα Μπεμπεδέλη, Μαρία Μίχα, Ευτύχιο Πουλλαΐδη, Στέλιο Καυκαρίδη, Κώστα Δημητρίου, Σπύρο Σταυρινίδη, Ανδρέα Μουσουλιώτη, Άντρο Κρητικό, Νεόφυτο Νεοφύτου, Άλκηστι Παυλίδου, Πατρίτσια Πεττεμερίδου, Λένια Σορόκκου, Έλλη Κυριακίδου, Ιωάννα Σιαφκάλη, Ανδριανή Μαλένη, Φλωρεντία Δημητρίου, Τάσο Αναστασίου.

Το φετινό παρασκήνιο σχετικά με την παρουσία του ΘΟΚ στην Επίδαυρο, οπότε απορρίφθηκε η πρόταση του οργανισμού να βρεθεί στο Φεστιβάλ του Αρχαίου Θεάτρου με δική του παραγωγή, δεν αφορά την ιστορία των Ικέτιδων του ’78. Σε ένα γενικό σχόλιο, ωστόσο, ο Νίκος Χαραλάμπους αναφέρει: «Δεν φταίει η Ελλάδα, η Κύπρος φταίει. Έπρεπε να επιμείνουν με την πρότασή τους, αλλά δυστυχώς στον τομέα του πολιτισμού είμαστε μια περιοχή που ασχολείται κυρίως με το εμπόριο και την επιβίωση σε καθαρά οικονομικό επίπεδο. Δεν είναι ένα νησί που αφέθηκε να προχωρήσει στον θησαυρό που κουβαλά. Θέλουμε πάντα να έχουμε έναν προστάτη.»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

  • Μερόπη Μωυσέως

    Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

You May Also Like

Δ’ Διαγωνισμός Θεατρικού Μονόπρακτου στη μνήμη Κωστή Κολώτα

Η Εταιρεία Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού ενημερώνει όλους τους ενδιαφερόμενους ότι λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος ...

«Δρόμοι Κροκοδείλων»: Εργαστήρια κίνησης και δραματουργίας στις Αποθήκες ΘΟΚ

Στο πλαίσιο των δράσεων Α’ Τριμήνου «Δρόμοι Κροκοδείλων», Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου διοργανώνει εργαστήρι ...

Τελετή απονομής βραβείων Θεάτρου ΘΟΚ για το 2018

Στην ηθοποιό Αννίτα Σαντοριναίου θα απονεμηθεί το μεγάλο βραβείο του Θεατρικού Οργανισμού Θεάτρου, ΘΟΚ, ...

Καλοκαίρι με την οπερέτα «Ο Βαφτιστικός» στον ΘΟΚ

Η ελληνική οπερέτα «Ο Βαφτιστικός», του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, είναι η δεύτερη καλοκαιρινή παραγωγή του ...

Δημήτρης Πιερίδης: Ταγμένος στην τέχνη

Μια πολύ μεγάλη οικογενειακή ιστορία εκτείνει ακόμη περισσότερο σε βάθος χρόνου τη ζωή του ...

Άτι Γιεκουτιέλι: “Η τέχνη στη χώρα μου είναι πολιτική, ακόμη κι όταν προσπαθεί να μην είναι”

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Η καινοτομία, η τέχνη και η δημιουργικότητα είναι βασικά χαρακτηριστικά ...

X