Ήσυχος, λιγομίλητος, φιλόθρησκος. «Ούτε τον άκουσα να βλαστημά καμιά φορά». Είχε πάντα δίπλα του τσιγάρα, που δεν κάπνιζε ο ίδιος, για να κερνά. «Δεν εδέχετουν καμιά φορά να του πεις ψέματα. Εν σου το εσυγχώραν ποττέ του. Πε του τζείνο που ‘ννά του πεις αλλά να ‘ν’ αλήθκεια, εν τον επείραζε. Ήταν τύπος διαφορετικός. Με πότης ήταν, με τίποτε». Ο Κυριάκος Κάσιαλος, γιος του ναΐφ ζωγράφου και γλύπτη Μιχαήλ Κάσιαλου, αφηγείται ιστορίες του [και από τον] πατέρα του.

Τον περασμένο Ιούνη, στο πλαίσιο της 26ης Δημοπρασίας Έργων Τέχνης του Οίκου Ψαθάρη, το έργο «Θέρος» του Μιχαήλ Κάσιαλου απέσπασε την υψηλότερη τιμή πώλησης: ξεπερνώντας την εκτιμώμενη τιμή των 18 χιλιάδων ευρώ, το έργο άγγιξε τις 33 χιλιάδες αφήνοντας στη «2η» και την «3η» θέση έργα των Χριστόφορου Σάββα και Αδαμάντιου Διαμαντή αντίστοιχα. «Η πώληση του ‘Θέρους’ σε αυτή την τιμή αποδεικνύει πως το σύνολο των έργων του Κάσιαλου παραμένει μια σταθερή και ασφαλής επένδυση», σχολίαζε τότε ο διευθυντής του οίκου δημοπρασιών Νίκος Ψαθάρης.

Το Θέρος, του Κάσιαλου, πωλήθηκε σε δημοπρασία έναντι ποσού ύψους 32.819 ευρώ.

Στις 31 Αυγούστου συμπληρώνονται 45 χρόνια από τον θάνατο του Κάσιαλου, ο οποίος εικονογράφησε την Κύπρο όπως δεν υπάρχει πια και αναγνωρίστηκε ως ο σημαντικότερος ναΐφ ζωγράφος της. Ο Κάσιαλος ήταν, όμως, περισσότερα από τη ζωγραφική του, με την οποία καταπιάστηκε όταν ήταν ήδη 70 χρόνων. Ξεκίνησε σκαρπάρης, όμως «ο κόσμος τότε ήταν φτωχός, εν τζαι είχαν λεφτά να κάμνουν παπούτσια». Ο γιος του Μιχαήλ Κάσιαλου, Κυριάκος, που ακολούθησε τα βήματα του πατέρα του, ενώ συνέβαλε και στο έργο του καθότι πελεκάνος και του έφτιαχνε τελάρα, θυμάται όλα όσα ήταν αυτή η ιδιάζουσα προσωπικότητα που γεννήθηκε και έζησε στην Άσσια, αλλά ταξίδευε σε όλη την Κύπρο για να πουλήσει τα έργα του. Όχι πίνακες ζωγραφικής, αλλά γλυπτά που τα σκάλιζε με μαεστρία, κατουρούσε (!) πάνω τους για καλή… οξείδωση, τα έθαβε στο χώμα και τα πουλούσε σαν αρχαία. Είναι γνωστό πως κάποια στιγμή ξεγελάστηκε το ίδιο το Κυπριακό Μουσείο που για λίγο φιλοξένησε έργα του ως… αρχαία ευρήματα.

Φωτογραφικό πορτρέτο του Μιχαήλ Κάσιαλου στο σπίτι του γιου του, Κυριάκου. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ©ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

 

«Εμεσολάβησεν ο πόλεμος του ’40. Λλίον πριν τον πόλεμο, όμως, εκτός που σκαρπάρης, ο παπάς μου έκαμνεν τζαι σκαλιστά. Δηλαδή έπιανε μια πέτρα τζαι εθώρε μες στην εφημερίδα το τάδε πράμα (σ.σ. ευρήματα από ανασκαφές) τζαι εστέκετουν τζ’ι έκαμνεν το. Επαλιύνισκεν το τζαι εγύριζε να έβρει κάποιους να το πουλήσει. Όταν εμπορούσε κάποιος να ‘γοράσει κάτι, είχαν την έγνοια μέμπας τζι έν’ του Κάσιαλου. Γιατί ακουστός ήταν τζαι τότες ο παπάς μου. Έκαμνεν τζαι πήλινα. Μα εν τζαι έπιαννεν πολλά λεφτά διότι εδίαν τα σε άλλους να τα πουλήσουν τζι αν εθέλαν εδιούσαν του λεφτά. Αν δεν εθέλαν, τι ήταν να κάμει;

Έπιαννεν τον τζαι η Αστυνομία. Εγύριζε με το καλάθι τζαι ερώταν ποιος ‘γοράζει αρχαία. Έπιαννεν τον η Αστυνομία, έπαιρνεν τον μέσα, την άλλην ημέρα δικαστήριο. Ελάλεν του ο δικαστής ‘καλάν, τούτα τα πράματα…’, ‘εν δικά μου’, απάνταν. ‘Καλάν, γιατί τους βάλλεις τούτον το χώμα που πάνω;’ ‘Έτσι τα θέλουν κύριε δικαστά.’ ‘Εντάξει’, λαλεί του, ‘να τα πουλάς στους τουρίστες σε λογικές τιμές’. Μα η λογική τιμή ποια ήταν;

Άλλοι τα επουλούσαν ακριβά. Ήταν μια συμμορία. Ο παπάς μου ήταν ο αρχηγός της συμμορίας. Εκάμναν πολλές τζεφαλάες. Την πραγματική πέτρινη κεφαλή που εσκάλισε ο παπάς μου είσιε την η Μόνικα Βασιλείου. Εθάψαν την μέσα σε ένα σπήλιο τζαι επήραν θκυο χωρκανούς τζι έναν Τούρκο για να σκάψουν να έβρουν, τάχα, κάτι. Αλλά είχαν την χώσει που πριν την τζεφαλή τζειαμαί. Τελικά ο Τούρκος έσκαψε τζαι ήβρε την. Ήξερεν ο παπάς μου ότι είσιεν έναν άλλον Τούρκο στη Σκάλα που ‘γόραζεν που τούτα τα πράματα, ήταν προμελετημένο να πάρουν τον Τούρκο.
‘Εγώ την ήβρα’, είπεν ο Τούρκος του αγοραστή. Πράγματι, τζείνος την ήβρε, αλλά ποιος την έβαλε τζειαμαί;

Επουλούσε τζαι πολλές άλλες τζεφαλές, αλλά εν έπιαννε λεφτά. Όι εν έπιαννε, εν του εδιούσαν. Εν τω μεταξύ, έκαμε τζι ένα μεγάλο άγαλμα, τον Ηρακλή με το λιοντάρι, που το είδε σε εφημερίδα.
Τακτικά επήαιννε στην Πάφο τζαι έπαιρνε πράματα. Εδιούσαν του κάτι, ως φαίνεται. Έκαμε τούτο το άγαλμα τζαι ελάλεν το. Ένας Παφίτης είπεν του ‘εγώ θα φέρω τον κουμπάρο μου που την Αλεξάνδρεια, να του το πουλήσουμε τζείνου τζαι να μοιράσουμε (τα λεφτά). Ήρταν, εκασιάραν το άγαλμα, εφορτώσαν το, επήραν το στην Πάφο, περνούν θκυο-τρεις μήνες, καμιά είδηση. Έφκην τζι επήεν ο παπάς μου τζει κάτω, εγύρεψε τον τάδε στον καφενέ, είπεν του κάποιος ότι μόλις έφυε. Έμεινε την νύχτα τζαι έπιασε τον κουβέντα ο άθρωπος. Έτσι τζι έτσι, λαλεί του ο παπάς μου. Έφερα ένα πράμα να το πουλήσω… Άκουσα, λαλεί του, ότι επουλήσαν το εκατό λίρες! Μα, τζείν’ τα χρόνια, πριν 70-80 χρόνια, εφαντάστηκες πόσα λεφτά ήταν; Εστράφηκεν πίσω. Πάντα ελάλεν μου την ιστορία. Εν τζαι κόφτει με, ελάλεν, τζείνοι οι κόποι μου που επήαν ούλλο μούχτιν τζι εν ήρταν να μου πουν τζι εμένα ‘έλα πέντε λίρες’. Ήταν το μεγαλύτερο του παράπονο.

«Έφερε τον Διαμαντή σπίτι μας να του πει τι να πουλήσει. Τζι είπεν του να βάλει εφτά λίρες τούτο, έξι λίρες τζείνο, τρεις λίρες το άλλο. Άμαν έφυε, λαλεί του η μάνα μου ‘καλά, επέλλανες εσύ, επέλλανε τζαι τζείνος; Τούτα τα πράματα ποιος εννά τα πιάει;»

Επήαιννε μέσα στο (Κυπριακό) Μουσείο, εθώρεν, εθκιάβαζε. Έκοφκε μόνος του νομίσματα του Ευαγόρα, χρυσά. Τζαι πόσα ήταν; Πολλά μιτσιά τζαι ήξερε ότι εζυγίζαν 7 γραμμάρια. Επούλαν τα εφτά σελίνια. Όι ο ίδιος, εν εμπορούσε να τα πουλήσει. Εδίαν τα αλλού να τα πουλήσουν.

Ήταν φιλόξενος πολλά, αλλά είμαστε τζαι φτωσιοί. Άμαν ήταν να πουλήσει κάτι σε κάποιον που έρκετουν στο σπίτι μας, εφιλοξέναν τον να τον τζοιμήσει τζιόλας. Ελάλεν του η μάνα μου ‘έφερες τον άνθρωπο, εμείς εν έχουμε να φάμε’. ‘Εν πειράζει’, ελάλεν της. Ενυχτώννετουν τζι ο ίδιος όποτε επήαιννε να πουλήσει που τούτα τα πράματα. Επήαιννε ώς την Πάφο, ώς το Καρπάσι. Όπου εμάθαιννε ότι κάποιος εγόραζεν, επήαιννε.

Ο Κυριάκος Μιλή, όπως είναι το επίσημο επίθετο της οικογένειας του Κάσιαλου, και η συζυγός του Δομνίκη. ©ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

 

Εγώ εγεννήθηκα το ’30. Μες στον πόλεμο εν είχαμε ούτε ποτήρκα, ούτε αλατέρες, ούτε κουκουμάες, ούτε παιχνίθκια για τα μωρά τζαι εσυνέχιζε τζι έκαμνε πο’ τούτα. Είχαμε καμίνι σπίτι τζι εκαμίνιαζεν τα, επογιατίζαμεν τζι εμείς που ήμασταν μιτσιοί λλίο. Έκαμνε μαργαριταρούδες πάνω σε τσαντιλέρκα των λάμπων, πάνω σε δίσκους που σερβίρουν, τζι επούλαν τα στα παναϋρκα. Έκαμνα του εγώ τελάρα, που ήμουν πελεκάνος. Έκαμνεν τζαι κρεμμαστάρκα με καθρέφτες, εζωγράφιζεν πάνω τριαντάφυλλα τζαι άλλα φκιόρα, έγραφε πάνω ‘καλημέρα’ τζαι επούλαν τα τζαι τζείνα. Εμείναν ούλλα στην Άσσια, ήταν γεμάτο το σπίτι του.

Πάλε ήρτεν ο πόλεμος. Επέρασεν το ’55, επήε σε μιαν έκθεση τζαι είδε πίνακες. ‘Εννά κάμνω τζι εγώ’, είπεν. Επήεν στο χωρκό, έπιασε μουσιαμάδες, πράματα, τζι άρχισε τζι έκαμνε».

Ο Μιχαήλ Κάσιαλος στράφηκε αποκλειστικά στη ζωγραφική το 1957. Ήταν ήδη 72 ετών. Ήρθε σε επαφή με τον Αδαμάντιο Διαμαντή και τον Χριστόφορο Σάββα, που είχε παρουσιάσει γλυπτά του Κάσιαλου στην γκαλερί Απόφαση, στη Λευκωσία.

«Έφερε τον Διαμαντή σπίτι μας να του πει τι να πουλήσει. Τζι είπεν του να βάλει εφτά λίρες τούτο, έξι λίρες τζείνο, τρεις λίρες το άλλο. Άμαν έφυε, λαλεί του η μάνα μου ‘καλά, επέλλανες εσύ, επέλλανε τζαι τζείνος; Τούτα τα πράματα ποιος εννά τα πιάει; Στο μεταξύ, όταν έκαμε έκθεση, επούλησε κάποια πράματα. Την πρώτην του έκθεση έκαμεν του την ο Τάσσος Παπαδόπουλος. Έστειλε τον σοφέρη να πει της μάνας μου ότι επούλησε τζαι τζείνη έθκιωξεν τον. ‘Περιπαίζουν με τζείνοι, περιπαίζεις με τζι εσού;’ είπεν του.
Μετά ήρτεν ο παπάς μου τζι επήρεν την να δει για να πιστέψει ότι πράγματι επούλησε. Τζι έτσι εξεκίνησε τζαι έφτασε στο σημείο τούτο, που έγινε ο μεγάλος μας καλλιτέχνης».
Ο Κάσιαλος είναι, πια, μια χαρακτηριστική φιγούρα της χώρας. Φορούσε πάντα βράκα. Την έβγαλε μόνο για να βάλει παντελόνι όταν πήγε στην Αγγλία, για μια ατομική έκθεσή του. Οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 ήταν καθοριστικές για την πορεία του. Δούλευε, έβγαζε λεφτά από τους πίνακές του, αναγνωρίστηκε από ανθρώπους του καλλιτεχνικού και πολιτικού κόσμου, δεχόταν προσκλήσεις για δεξιώσεις στην οικία του πρέσβη, τότε, της Ελλάδας Μενέλαου Αλεξανδράκη αλλά και του ζεύγους Ροζέ και Τατιάνας Μιλλιέξ. Ο πρώτος υπήρξε αρχικά πολιτιστικός ακόλουθος της γαλλικής πρεσβείας και έπειτα διευθυντής του Γαλλικού Μορφωτικού Κέντρου και με τη σύζυγό του Τατιάνα συμμετείχαν έντονα στην πολιτιστική ανάπτυξη της Κύπρου από το ’60 μέχρι και το ’71, οπότε έφυγαν από το νησί.
«Εδούλευκε σε μια κάμαρην του σπιθκιού, εφοάσουν να μπεις μέσα. Δεν άφηνεν κανέναν να μπει. Επηαίνναν κάποτε να του σαρίσουν αλλά έπρεπε να πάει στη Λευκωσία για να μπουν μέσα. Όταν επήαιννα τζι εθωρούσα τον, ελάλεν μου ‘κάμε ρε’ (σ.σ. ζωγράφισε). Εγώ εδίσταζα. Ξέρεις, άμα σου ππέσει μεράκι, με να φάεις θέλεις με να τζοιμηθείς θέλεις.

Ο πρώτος πίνακας που έκαμε ήταν ένα νεκροταφείο πάνω σε χαρτόνι τζαι έγραφε πάνω ‘ο πρώτος πίνακας που έκαμα’. Ο νους του ήταν πά’ στη ζωγραφική. Που ήταν μικρός ήρταν κάποιοι που την Ελλάδα τζαι εζωγραφίζαν κάτι πόξω που μιαν εκκλησία. Επήεν τζαι ο ίδιος, εζωγράφισε την με το μολύβι τζαι αρπάξαν το σχέδιο τα κοπελλούθκια. Επήραν το στους μαστόρους τους τζαι τζείνοι είπαν του να τον πάρουν έξω, στην Ελλάδα, για να σπουδάσει. Μα, ο τζύρης του έναν τον είσιε. Εν εδέχετουν.

Αγάπαν το χωρκόν του, αλλά ο κόσμος εν τζαι εκτίμαν τον τότε. Εν εθεωρούσαν ότι έν’ κάποιος. Έξω που την Άσσια, όποτε ήταν να έρτει ή να φύει πρέσβης, εκαλούσαν τον απαραίτητα. Δεν μπορώ να σου περιγράψω πώς τον υποδέχονταν. Ήξεραν την αξίαν του, ποιος ήταν. Άεισ’ το χωρκό, ξέχασ’ το. Εν υπήρχαν τούτα τα πράματα. Ο Κάσιαλος; Μα άμαν ήρταν τα πράματα άλλωσπως, ελαλούσαν ‘να επιάνναμε τζι εμείς κανένα πίνακα’».

Πορτρέτο που απεικονίζει τον Μιχαήλ Κάσιαλο, ζωγραφισμένο από τον γιο του Κυριάκο. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ©ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Οι τελευταίες μέρες

Σε ομιλία του το 1985, στο πλαίσιο εκδήλωσης προς τιμήν του Κάσιαλου στην Αθήνα, ο Πάτροκλος Σταύρου –υφυπουργός παρά τω Προέδρω επί Μακαρίου και Σπύρου Κυπριανού- είχε πει ότι ο ζωγράφος τον επισκέφτηκε τον Ιούνιο του 1974 στο Προεδρικό Μέγαρο για να του ζητήσει να ανοίξει την έκθεση που ετοίμαζε στη Λευκωσία τον Σεπτέμβριο. «Χωρίς προειδοποίηση τον οδήγησα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, λέγοντάς του πως είναι 90 σχεδόν χρονών. ‘Ούτε 65 δεν φαίνεσαι’, του λέει ο Μακάριος. ‘Γύρω στα 60 πρέπει κανονικά να είσαι εσύ. Άραγε είμαστε συνομήλικοι;’ απάντησε ο Κάσιαλος. Στην αφήγησή του ο Πάτροκλος Σταύρου είπε πως όταν τον επισκέφτηκε μετά από λίγες μέρες στην Άσσια, ο Κάσιαλος βρισκόταν στο στάδιο δημιουργικής προετοιμασίας.
Παράλληλα με τα έργα της έκθεσης που προγραμμάτιζε, ο Κάσιαλος εργαζόταν πάνω στη φιλοτέχνηση της εκκλησίας που ο ίδιος είχε οικοδομήσει. Από την αγιογραφία, άλλωστε, ξεκίνησε, ενώ είχε βρει λύση και για την τοιχογράφηση του θόλου. Σύμφωνα με μαρτυρία του γιου του, θα ζωγράφιζε πάνω σε μουσαμάδες που θα στερέωνε με κάποιο τρόπο στο εσωτερικό του θόλου της εκκλησίας του.

Στις 14 Αυγούστου οι εισβολείς μπήκαν στην Άσσια. Ο Κάσιαλος με τη σύζυγό του Ειρήνη παρέμειναν στο χωριό. Λίγες μέρες μετά, πήγαν στο σπίτι τους Τούρκοι ζητώντας λεφτά.

«’Εν κρατώ’, είπεν τους ο παπάς μου. Είσιε καμιάν εβδομηνταρκάν λίρες, επιάσαν τες. Μετά εξαναπήαν, επιμέναν να τους δώσει λεφτά. Εδώκαν του με το όπλο πά’ στον ώμο, έγινεν ολόμαυρος. Έππεσεν τζαι έσπασεν το πόδι του. Έπιασε τον ο αρφός μου με το αμαξούι του κουγκριού τζι έβαλε τον στο αυτοκίνητο τζι εφέραν τον δακάτω στο ΓΣΖ στη Λάρνακα, που είσιεν κάτι σαν γηροκομείο, το Ίδρυμα Άγιος Παύλος. ‘Να φύω, να φύω που δαμέσα’ ελάλεν μου τζι εγώ απάντουν ‘μα πού να πάεις; Έν’ γεμάτα τζαι τα νοσοκομεία τζαι τα σχολεία, εν έσιει τόπο’».

Μέρες αργότερα, στις 31 Αυγούστου 1974, ο Μιχαήλ Κάσιαλος απεβίωσε. Η κηδεία του τελέστηκε στην παρουσία πολύ λίγων ανθρώπων. «Πώς να το μάθουν μες στον χαμό του ’74;». Ο τάφος του βρίσκεται στο κοιμητήριο Αγίου Γεωργίου, στη Λάρνακα.

ΑΡΧΙΚΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ο Κυριάκος Μιλή Κάσιαλος. Φωτογραφία ©Ελένη Παπαδοπούλου

ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ΠΟΛΙΤΗΣ

  • Μερόπη Μωυσέως

    Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

You May Also Like

Γυμνοί επισκέπτες σε γκαλερί του Παρισιού

Έχετε περπατήσει ποτέ σε μια γκαλερί κάνοντας τη σκέψη ότι «θα περνούσα πολύ καλύτερα ...

Drone Vision: Εχθροπραξίες, Επιτήρηση και Διαμαρτυρία

Το πρότζεκτ Drone Vision: Εχθροπραξίες, Επιτήρηση και Διαμαρτυρία διερευνά ζητήματα σχετικά με την ορατότητα ...

«Παράδοξη Αφροδίτη» στη Λεβέντειο Πινακοθήκη

Η Κύπριδα Αφροδίτη με τις αλληγορίες και τους μύθους που τη συνοδεύουν και που ...

Ομαδική έκθεση: «Ερμηνεύοντας το μπλε»

Η γκαλερί Κυπριακή Γωνιά παρουσιάζει την καλοκαιρινή έκθεση της με τίτλο «Ερμηνεύοντας το μπλέ» ...

NIKH ΛΟΥΙΖΙΔΗ: Για τον «αφανή πρωτοπόρο» Κώστα Στάθη

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Η περίπτωση του Κώστα Στάθη είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, τόσο για ...

Ράνια Σχίζα: Η σχέση μάνας – παιδιού είναι αδιαπραγμάτευτη

Ένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής δραματουργίας, “Ο ήχος του όπλου” της Λούλας ...

X