Οι διχογνωμίες για την αντιμετώπιση των Οθωμανών ήταν ανάμεσα στους λόγους της πτώσης της πρωτεύουσας, αφού όσοι κατείχαν διοικητικές θέσεις είχαν ο καθένας τη δική του γνώμη 

Σαν αύριο, πριν από ακριβώς 449 χρόνια (ή τεσσερισήμισι αιώνες), στις 9 Σεπτεμβρίου 1570, κατά τις αυγινές ώρες, η πρωτεύουσα της Κύπρου έπεφτε στην εξουσία των Οθωμανών. Η πτώση της Λευκωσίας και στη συνέχεια ολόκληρης της Κύπρου στους Οθωμανούς, με εξαίρεση την Αμμόχωστο που αντιστάθηκε σχεδόν για έναν χρόνο αναμένοντας βοήθεια από την Ιερή Συμμαχία που τελικά δεν έφθασε ποτέ, άλλαξε την ιστορική πορεία της μεγαλονήσου και των κατοίκων της. Η Κύπρος από βασίλειο -όπως εξακολουθούσε να αποκαλείται και επί Βενετοκρατίας- κατάντησε μια επαρχία του οθωμανικού κράτους. Όταν άρχισε να πραγματοποιείται στην Κύπρο μια αργοπορημένη αναγέννηση στα γράμματα και τις τέχνες, με επιρροές από την Ευρώπη και κυρίως την Ιταλία, όπου μετέβαιναν και σπούδαζαν οι οικονομικά εύρωστοι Κύπριοι, η μεγαλόνησος απεκόπη βίαια από την Ευρώπη με την οθωμανική κατάκτηση. Αρκετοί ωστόσο Κύπριοι κατόρθωσαν και μετά την απώλεια της Κύπρου να καταφύγουν στη Βενετία και κάποιοι από αυτούς να διακριθούν στο εμπόριο, τα γράμματα και τις τέχνες.

Τα όσα προκάλεσε η κατάληψη της Κύπρου από τους Οθωμανούς κατά τον πόλεμο 1570-1571 τα ξαναβιώσαμε μετά από τέσσερις και πλέον αιώνες για δεύτερη φορά, το 1974, με την εισβολή και κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου από τους Τούρκους. Τα όσα έφεραν η εισβολή και η κατοχή εξακολουθούμε δυστυχώς να τα βιώνουμε έως σήμερα.

Σε ό,τι αφορά την κατάληψη της Λευκωσίας το 1570, στο παρελθόν ασχοληθήκαμε σε δημοσιεύματά μας με την πολιορκία και πτώση της πόλης και με τους υπερασπιστές της σε κάθε προμαχώνα. Επίσης με βάση αρχειακό υλικό αναφερθήκαμε σε αυτούς που τους βρήκε ο θάνατος κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ή κατά την πτώση της Λευκωσίας, σε αυτούς που αιχμαλωτίστηκαν και γενικά στις περιπέτειες που βίωσαν έως την απελευθέρωσή τους και την άφιξή τους στη Βενετία.

Στο παρόν δημοσίευμά μας, ωστόσο, θα αναφερθούμε στις προετοιμασίες για την άμυνα της πόλης που είχαν γίνει από τους φεουδάρχες και γενικά τους άρχοντες της Λευκωσίας, αφού ο καθένας ήλεγχε αριθμό χωρικών / παροίκων από τα χωριά που αποτελούσαν φέουδά τους. Ένας αριθμός από αυτούς τους παροίκους μετά από επιλογή είχε ενταχθεί στα σώματα πολιτοφυλακής (cernide) και ασκήθηκε στα όπλα για την άμυνα και υπεράσπιση της Κύπρου. Ο κάθε φεουδάρχης, όπως θα εξετάσουμε στη συνέχεια, με δική του ευθύνη είχε οργανώσει και έναν λόχο. Θα αναφερθούμε επίσης στις διαφωνίες και τις διχογνωμίες τόσο των διοικητών όσο και των στρατιωτικών οι οποίες οδήγησαν στην πτώση της Λευκωσίας σε διάστημα μόνο σαράντα ημερών και γενικά στην κατάληψη της Κύπρου.

 

Ακτή ή εσωτερικό; Ο Έκτορας Baglione, γενικός διοικητής του βασιλείου, υποστήριζε ότι ήταν αναγκαίο να αντιμετωπίσουν στην ακτή τον εχθρό, ωστόσο δεν εισακούσθηκε

Επτά φεουδάρχες, ως γνωστόν, μεταξύ άλλων, είχαν καταβάλει τις δαπάνες για την οικοδόμηση επτά προμαχώνων που φέρουν έως σήμερα τα ονόματά τους. Όλοι οι φεουδάρχες με τη συνδρομή του λαού με μεγάλη προθυμία πήραν μέρος στην οχύρωση της πόλης και επιθεωρούσαν τα όπλα και το πυροβολικό. Οι φεουδάρχες και οι άρχοντες της πόλης είχαν στείλει άνδρες έξω από τα τείχη για να ισοπεδώσουν όσα σπίτια απαιτούσε η περίσταση, ώστε να μην τα χρησιμοποιήσει ο εχθρός ως οχυρά. Επίσης φρόντισαν να κόψουν δένδρα έξω από την οχύρωση και να καταστρέψουν όσα περιβόλια υπήρχαν, ώστε να μεταφέρουν την ξυλεία στην πόλη για χρήση δική τους.

Σώματα υπεράσπισης

Ο λαός χωρίστηκε σε ομάδες αποτελούμενες από διακόσια πενήντα άτομα και την κάθε ομάδα είχε αναλάβει ένας από τους δεκατρείς σημαντικότερους ευγενείς της πόλης και αυτοί ήταν οι ακόλουθοι: ο άρχοντας Tutio Costanzo, κτίτωρ του ομώνυμου προμαχώνα, ο άρχοντας Λίβιος Ποδοκάθαρος, κτίτωρ και αυτός του ομώνυμου προμαχώνα, ο άρχοντας Γοδεφρείδος Κορνάρος, φεουδάρχης του Ριζοκαρπάσου και ιδιοκτήτης της Ποταμιάς Ριζοκαρπάσου, όπου ο πατέρας του είχε οικοδομήσει τέσσερις υδρόμυλους, αλλά είχε επίσης διατελέσει και βισκούντης Λευκωσίας. Επίσης μεταξύ αυτών ήταν και ο φιλότεχνος και προστάτης των τεχνών και των γραμμάτων Έκτορας Ποδοκάθαρος, φεουδάρχης Κιτίου, ο νεαρός Πέτρος Συγκλητικός, γιος του Θωμά Συγκλητικού, που είχε πρόσφατα νυμφευθεί τη Λουκρητία Λασσέ, ο Ιάσονας Δενόρες, γιος του Badin Δενόρες, ο Ορσάτος Ιουστινιάνης, αδελφός του κόμη του Ριζοκαρπάσου, ο ευγενής Φραγκίσκος Μαρία Δενόρες, ο Θωμάς Συγκλητικός, που είχε διατελέσει βισκούντης Λευκωσίας, ο Ιωάννης Φλάτρο, ο Zuan Filippo Milano και ο άρχοντας Mantio Ziblet. Δόθηκε επίσης εντολή στις τοπικές φρουρές να εισέλθουν και να χωριστούν σε έντεκα στρατιωτικά τμήματα αποτελούμενα το καθένα από τριακόσια άτομα και η διοίκησή τους είχε ανατεθεί σε έντεκα Ιταλούς στρατιωτικούς διοικητές (capitani). Ορίστηκαν επίσης τρεις ακόμα Κύπριοι φεουδάρχες ως καπιτάνοι και αυτοί ήταν: ο άρχοντας Σκιπίων Carapha, ο Πέτρος Παύλος Συγκλητικός και ο Ιωάννης Συγκλητικός. Αυτοί οι τρεις είχαν μεταβεί σε τρία ψηλά βουνά στην Ορεινή και είχαν υπ’ ευθύνη τους τους χωρικούς που είχαν καταφύγει εκεί γιατί δεν τα κατάφεραν να προφυλαχτούν μέσα στις οχυρωμένες πόλεις, επειδή κατοικούσαν σε περιοχές απομακρυσμένες. Ακόμη διορίστηκαν δύο άλλοι φεουδάρχες καπιτάνοι, ο άρχοντας Φοίβος Zappo και ο άρχοντας Ούγος Φλάτρο, ο κτίτωρ του ομώνυμου προμαχώνα, που ήταν υπεύθυνοι για τους υπόλοιπους ευγενείς που δεν είχαν κανένα αξίωμα και οι οποίοι ανέρχονταν περίπου στους διακόσιους πενήντα. Επιπλέον ο Λατίνος επίσκοπος Πάφου Φραγκίσκος Κονταρίνη, ο κόμης της Τρίπολης Ιάκωβος Δενόρες και ο Ιωάννης Βragadino, ο φεουδάρχης του χωριού Μιρμιγκόφου και της Μάλλουρας, συγκρότησαν με δικές τους δαπάνες έναν λόχο διακοσίων μισθοφόρων ο καθένας. Οι Ιταλοί ανέρχονταν στους χίλιους στρατιώτες, διακόσιοι από τους οποίους ήταν εξαθλιωμένοι και άρρωστοι. Ακολούθως άρχισαν οι διαβουλεύσεις για να αποφασιστούν οι κινήσεις που έπρεπε να γίνουν ώστε να αποτραπεί η αποβίβαση του εχθρού στην Κύπρο.

Οι διχογνωμίες 

Στις σχετικές διαβουλεύσεις που είχαν γίνει τότε για πρώτη φορά γνωστοποιήθηκαν τα αίτια της καταστροφής, αφού τα πρόσωπα τα οποία κατείχαν διοικητικές θέσεις δεν είχαν ποτέ όλοι την ίδια γνώμη, αλλά αντίθετα μονίμως διαφωνούσαν με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να πάρουν μια απόφαση που θα κατέληγε στη σωτηρία της πόλης και γενικά της Κύπρου. Ο Έκτορας Baglione, γενικός διοικητής του βασιλείου, υποστήριζε ότι ήταν αναγκαίο να αντιμετωπίσουν στην ακτή τον εχθρό, όταν θα επιχειρούσε να αποβιβαστεί, και να τον εμποδίσουν με το ιππικό, το οποίο αποτελείτο από περίπου εξακόσιους ιππείς, ενώ παράλληλα οι ευγενείς θα μπορούσαν, εάν επιθυμούσαν, να προσφέρουν άλλα πεντακόσια άλογα, για όσους μαχητές είχαν το σθένος να προβάλουν αντίσταση στον εχθρό και να αποτρέψουν την αποβίβασή του. Οι ευγενείς συζήτησαν την εν λόγω πρόταση. Την επόμενη μέρα οι επίτροποι της Κοινότητας (Procuratori della Universita), που τότε ήταν ο κόμης της Τρίπολης Ιάκωβος Δενόρες, ο Tutio Costanzo και ο Σκιπίων Ποδοκάθαρος, παρουσίασαν ένα υπόμνημα στους άρχοντες διοικητές (rettori) και στον στρατιωτικό διοικητή Baglione, στο οποίο σημείωναν ότι, κατά το σύνηθες και παλαιό έθιμο της Κοινότητας, το οποίο εφαρμοζόταν όποτε υπήρχε ανάγκη για το συμφέρον και τη δόξα της Γαληνοτάτης, όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της ήταν πρόθυμα να δαπανήσουν τις περιουσίες τους και να χύσουν το αίμα τους, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, ακόμα περισσότερο τότε αφού τα πάντα βρίσκονταν σε κίνδυνο. Έδιναν διαβεβαιώσεις λοιπόν στις βενετικές αρχές πως είχαν εμπιστοσύνη στη διακυβέρνησή τους και έθεταν στη διάθεσή τους όχι μόνο τα υλικά αγαθά τους, αλλά την ίδια τη ζωή τους για να αξιοποιηθούν όπως και όποτε θα ήταν καλύτερο. Ωστόσο είναι αλήθεια πως το να παραχωρήσουν τα άλογά τους και να απομακρυνθούν από τις εστίες τους δεν το θεωρούσαν αξιοπρεπές και τίμιο, αλλά ήταν πανέτοιμοι να ακολουθήσουν τον στρατιωτικό διοικητή Baglione, τόσο στις ακτές όσο και όπου αλλού αποφάσιζε ο ίδιος.

Όμως ο τοποτηρητής Νικόλαος Dandolo αντέταξε ότι οι φεουδάρχες ιππότες καθώς και οι άλλοι ευγενείς όφειλαν να μένουν πάντα δίπλα στον αντιβασιλέα και ότι έπρεπε να συνεχίσουν να διοικούν σύμφωνα με τη γνώμη και τη βούλησή του και να υπερασπίζονται την πόλη στις παράκτιες περιοχές, επειδή ακριβώς ο εχθρός υπήρχε πιθανότητα να αποβιβαστεί σε διάφορα σημεία της μεγαλονήσου. Το γεγονός αυτό εγκυμονούσε κινδύνους και δεν απέκλειε να μείνουν μόνοι εγκαταλελειμμένοι σε μέρος όπου η υποχώρηση θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη, αφού η οχυρωμένη Λευκωσία βρισκόταν στην ενδοχώρα, είκοσι επτά μίλια μακριά από την ακτή. Υποστήριξε επίσης πως εάν έπρεπε οπωσδήποτε να σταλούν κάποιοι στις ακτές θα μπορούσαν εύλογα αυτοί να είναι οι ελαφροί ιππείς (stradioti), οι οποίοι θα τις περιπολούσαν και θα τις φρουρούσαν εάν παρίστατο ανάγκη, και πως ο στρατιωτικός διοικητής Baglione είχε διοριστεί από τις βενετικές αρχές για να διοικήσει και να υπερασπιστεί το φρούριο και όχι την ύπαιθρο.

Ο Baglione του ανταπάντησε ότι ήταν γενικός κυβερνήτης όλου του βασιλείου. Τότε η αντίδραση του τοποτηρητή ήταν άμεση και δήλωσε ότι αρνείται και δεν αποδέχεται κάτι τέτοιο, γιατί θεωρούσε ότι στον ίδιο ανήκε η υπέρτατη εξουσία. Ο κόμης Roccas υποστήριξε από τη δική του πλευρά πως σε ό,τι αφορούσε το ιππικό αυτός είχε αποκλειστικά δικαιοδοσία αφού είχε διοριστεί από τις βενετικές αρχές γενικός διοικητής των ελαφρών ιππέων. Ο τοποτηρητής συμφώνησε ότι μπορούσε να διαθέσει αυτός ο ίδιος τους άνδρες του, όπως θεωρούσε καλύτερο. Όλες αυτές οι διχογνωμίες είχαν ως αποτέλεσμα να μην εισακουσθεί η σοφή εισήγηση του Baglione και ο ίδιος για να αποφύγει τις συνεχείς προστριβές με τον τοποτηρητή και εξαιτίας του θανάτου του Ιερώνυμου Martinengo αποφάσισε να μεταβεί στην Αμμόχωστο, όπου αναμενόταν ότι ο εχθρός θα πραγματοποιούσε την πρώτη επίθεση. Προτού αναχωρήσει για την Αμμόχωστο διαμαρτυρήθηκε εκ νέου επιμένοντας και υποστηρίζοντας ότι έπρεπε οπωσδήποτε να υπάρχουν άνδρες στις ακτές, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη εντολή, αλλά και πάλι δεν εισακούσθηκε.

Όπως αναφέρουν οι αυτόπτες μάρτυρες της πολιορκίας και πτώσης της Λευκωσίας το 1570 στις διηγήσεις τους, οι διαφωνίες και οι διχογνωμίες των διοικητών και των στρατιωτικών έκριναν την έκβαση του πολέμου… Η Λευκωσία κατά τις αυγινές ώρες της 9ης Σεπτεμβρίου του έτους 1570 έπεφτε, μετά από σαράντα ημέρες πολιορκία, στην εξουσία των Οθωμανών και ο Λαλά Μουσταφά εισερχόταν τροπαιοφόρος στην πάλαι ποτέ πόλη των Καλλινικησέων…

You May Also Like

«Το βιβλίο στη ζωή μας»

Το Πολιτιστικό Κέντρο Τρακασόλ και το Βιβλιοπωλείο Κ.Π Κυριάκου διοργανώνουν το Σάββατο 26 Νοεμβρίου ...

Σε εξέλιξη οι προετοιμασίες για την Όπερα στην Πάφο

Η οργανωτική επιτροπή του Pafos Aphrodite Festival έχει εντατικοποιήσει τις προσπάθειές της για την ...

Μήνας Γερμανικής Γλώσσας 2018

Για έβδομη συνεχή χρονιά πραγματοποιείται  και φέτος στην Κύπρο ο Μήνας Γερμανικής Γλώσσας, ο ...

Οι υποψηφιότητες για τα Βραβεία Θεάτρου ΘΟΚ

H παραγωγή Έβελυν Έβελυν της ομάδας Paravan Proactions οδηγεί την κούρσα των Βραβείων Θεάτρου ...

Κυπριακές ταινίες μικρού μήκους στη μεγάλη οθόνη

Με 12 ταινίες μικρού μήκους κυπριακής παραγωγής καλωσορίζει την άνοιξη το Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών ...

Βιολιά σε ένταση | Αξιοσημείωτη η θέση βουλευτών υπέρ Καριόλου

Η Ελεγκτική υπηρεσία, αντί του Προγράμματος Ανάπτυξης Μουσικών Ταλέντων, βρέθηκε «κατηγορούμενη» κατά τη χθεσινή ...

X