«Η κωμωδία των παρεξηγήσεων», του Σαίξπηρ

  • Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης
    Σκηνοθεσία: Κατερίνα Ευαγγελάτου

    Ένας έμπορος στις Συρακούσες αποκτά δίδυμους γιους. Αγοράζει από μια φτωχή γυναίκα άλλα δύο δίδυμα αγόρια για να υπηρετούν τους γιους του. Το ταξίδι τους στο πλοίο καταλήγει σε ναυάγιο και τα ζευγάρια των διδύμων χωρίζονται: η μητέρα με τον έναν γιο Αντίφιλο (αφέντη) και τον έναν Δρόμιο (υπηρέτη) καταλήγουν στην Έφεσο, ενώ ο πατέρας με το άλλο ζεύγος διδύμων κατορθώνουν να επιστρέψουν στις Συρακούσες. Χρόνια αργότερα, οι Συρακούσιοι Αντίφιλος και Δρόμιος βρίσκονται στην Έφεσο, αγνοώντας ότι εκεί βρίσκεται ένα ολόιδιο, με αυτούς ζευγάρι αφέντη – υπηρέτη. Τα μπερδέματα που προκύπτουν από την πρώιμη (1594) αυτή κωμωδία του Σαίξπηρ με επιρροές από τον Πλαύτο δημιουργούν μια ανεξάντλητη αλυσίδα παρεξηγήσεων όπου το φαρσικό στοιχείο κυριαρχεί, ενώ μέχρι το τέλος της μέρας (το μόνο έργο μαζί με την «Τρικυμία» που ακολουθεί την αριστοτελική ενότητα του χρόνου) οι παρεξηγήσεις λύνονται και η τάξη αποκαθίσταται. Αν και εκ πρώτης όψεως πρόκειται για μια λαϊκή κωμωδία χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις ως προς τη θεματολογία (ταξικές διαφορές, συζυγικές σχέσεις, επανένωση πυρηνικής οικογένειας), μια σύγχρονη σκηνική του ανάγνωση μακριά από τον ρεαλισμό και την αληθοφάνεια θα μπορούσε να ανακαλύψει στο έργο αυτό τον προάγγελο μεταγενέστερων αναζητήσεων του συγγραφέα στο θέμα της διττότητας ή της πολλαπλότητας του εαυτού και της αναζήτησης ενός alter ego. Και αυτό ακριβώς κατορθώνει να κάνει η παράσταση της νέας διευθύντριας του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου Κατερίνας Ευαγγελάτου.

    Κλασικό έργο, σύγχρονη πνοή: Η παράσταση αυτή δίνει νέα, επίκαιρη μορφή και σχήμα στο είδος της φάρσας, ενώ ταυτόχρονα αφήνει και τον πιο απαιτητικό θεατή έκπληκτο με τη σκηνική αρτιότητα και συνέπεια που επιτυγχάνει

    Επί σκηνής του νέου Δημοτικού Θεάτρου Λευκωσίας ο θεατής αντικρίζει το, εκ πρώτης όψεως, απλό και λιτό σκηνικό της Εύας Μανιδάκη: δύο τοίχοι-καθρέφτες που τέμνονται και περιστρέφονται, επενδυμένοι με υλικό που παράγει θολές αντανακλάσεις, δημιουργούν διαρκώς όχι μόνο διπλά, αλλά πολλαπλά είδωλα. Το κύριο χαρακτηριστικό της φάρσας, οι πόρτες που ανοιγοκλείνουν, γίνεται το βασικό στοιχείο του σκηνικού, ενώ στο σημείο τομής των τοίχων τοποθετείται μια περιστρεφόμενη πόρτα η οποία στροβιλίζεται σχεδόν ασταμάτητα πετώντας, κυριολεκτικά, στη σκηνή τα λάθος άτομα, τη λάθος στιγμή. Σε αυτό το ασταμάτητο καρουζέλ τοποθετούνται οι χαρακτήρες, οι οποίοι μοιάζουν με κλοουνίστικες μαριονέτες που έχουν αποκοπεί από το σχοινί τους και οδηγούνται σε μια ξέφρενη και ασταμάτητη δράση όπου παρελαύνουν, τρέχουν, πέφτουν, σμικρύνονται, μεγεθύνονται, στροβιλίζονται. Δύσκαμπτες φιγούρες που θυμίζουν τους χορευτές που «επέβαλε» ο Oscar Schlemmer με το «Τριαδικό μπαλέτο» του καθορίζοντας έτσι την αισθητική του Bauhaus, όπου τα γεωμετρικά κοστούμια περιορίζουν την κίνηση, μέχρι που ο ηθοποιός/χορευτής ταυτίζεται, γίνεται ο ίδιος το κοστούμι που φοράει. Έτσι και εδώ, τα εμπνευσμένα (κατασκευαστικά, αισθητικά και χρωματικά) κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα αποπνέουν αυτήν τη γεωμετρική φαντασμαγορία η οποία, ενώ δίνει την αίσθηση του περιορισμού και της δυσκαμψίας, στην πραγματικότητα απαιτεί χορευτική, αν όχι μπαλετική, ευλυγισία. Η μελετημένη, στην πιο μικρή λεπτομέρεια, κίνηση των ηθοποιών -και σε αυτό φαίνεται να ήταν πολύτιμη η συνδρομή και η καθοδήγηση της χορογράφου Πατρίσιας Απέργη- κατόρθωσε να συνυπάρξει, με απόλυτο συντονισμό και ακρίβεια, με το καταιγιστικό και (ενίοτε ενοχλητικά) εκκωφαντικό ηχητικό τοπίο που δημιουργείται μέσα από πλήθος παράταιρων αντικειμένων επί σκηνής, αφήνοντας την αίσθηση ότι ο ήχος παράγεται από το «ξεκούρδιστο» σώμα των ηθοποιών. Αυτή η μηχανική, φορμαλιστική αισθητική σε συνδυασμό με την εξαιρετική ηλεκτρονική μουσική του Γιώργου Πούλιου και τους, επί τούτου, κοφτούς και ψυχρούς, χρωματικά, φωτισμούς της Ελευθερίας Ντεκώ δημιουργούν μια παράσταση στα όρια του γκροτέσκου, που κινείται διαρκώς ανάμεσα στον κόσμο του κωμικού και του εφιαλτικού. Αυτό ακριβώς το στοιχείο κορυφώνεται στην τελική σκηνή της αποκάλυψης/αναγνώρισης και επανένωσης της οικογένειας, όπου το απότομο τέλος της παράστασης -λες και το κούρδισμα των φιγούρων έχει φτάσει, ξαφνικά, στο τέλος του- δεν αφήνει να παρεισφρήσει οποιαδήποτε αίσθηση του μελοδραματισμού και της χαράς του happy ending. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που η πηγαία αντίδραση του κοινού υπήρξε πιο επιφυλακτική από αυτήν που ίσως ανέμεναν οι συντελεστές της παράστασης. Το καλοκουρδισμένο και περίπλοκο αυτό κατασκεύασμα, μέσα σε όλη την αρτιότητά του, υπονομεύει, αναπόφευκτα, τη χαλαρότητα και απλότητα του φαρσικού στοιχείου, με κόστος τον αυθορμητισμό του θεατή, αφού μέχρι το τέλος δεν είναι ακριβώς βέβαιος αν πρέπει να γελάσει ή όχι.

    Η παράσταση, πέρα από το σκηνοθετικό και αισθητικό της κομμάτι, οφείλει την αρτιότητά της στην υποκριτική -και όχι μόνο- απόδοση των ηθοποιών. Όλοι τους, ανεξαιρέτως, βρίσκονται σε απόλυτη σύμπνοια με το ιδιαίτερα απαιτητικό σκηνοθετικό όραμα της Κατερίνας Ευαγγελάτου και οι ερμηνείες τους, παρά τις εξαντλητικές απαιτήσεις, δείχνουν ακούραστες και ακριβείς από την αρχή μέχρι το τέλος. Πέρα από τις απολαυστικές Δήμητρα Βλαγκοπούλου και Αμαλία Νίνου στον ρόλο της συζύγου του Συρακούσιου Αντίφιλου και της αδερφής της, αξίζει κανείς να δει την παράσταση αυτή και για τις εξαιρετικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών, οι οποίοι επωμίζονται τους διπλούς ρόλους των διδύμων Αντίφιλων και Δρόμιων και κατορθώνουν, με τα ίδια κοστούμια και την ίδια εξωτερική εμφάνιση, να υποδυθούν δύο ξεχωριστά -και αναγνωρίσιμα από τον θεατή- πρόσωπα. Ο αγνώριστος Νίκος Κουρρής δίνει μία (ή μάλλον δύο) από τις καλύτερες ερμηνείες του, αποδεικνύοντας ότι το ταλέντο και οι δυνατότητές του είναι διαρκώς εν εξελίξει και δεν περιορίζονται μόνο στο δραματικό είδος. Ο δε απολαυστικός Ορφέας Αυγουστίδης στη διπλή ερμηνεία των Δρόμιων γίνεται η βασική πηγή κωμικού στοιχείου της παράστασης μέσα από την πλήρη σύμπνοια έκφρασης, κίνησης και λόγου.

    Η «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» της Κατερίνας Ευαγγελάτου κατορθώνει να δημιουργήσει ένα κράμα από πολλά αισθητικά είδη και να τα συγκεράσει δημιουργικά, αφού μπορεί κανείς να διαβάσει και να δει σε αυτήν κατάλοιπα της commedia dell’ arte, του τσίρκου, του κουκλοθέατρου, του χονδροειδούς slapstick όπως αυτό αναδείχθηκε μέσα από τον βωβό κινηματογράφο. Και όμως, η παράστασή της φέρνει κάτι πρωτότυπο και καινούργιο. Ακόμη κι αν η εκδοχή της δείχνει να λειτουργεί ερήμην της απλότητας ή απλοϊκότητας του φαρσικού είδους, ακόμη και αν αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη συγκρατημένη ανταπόκριση του κοινού, η παράστασή της δίνει μια σύγχρονη πνοή σε ένα έργο που λίγο θα μπορούσε να αφορά το σημερινό κοινό. Σε συνδυασμό με το ευρηματικό χιούμορ και τα ευφυή λογοπαίγνια της ποιητικής μετάφρασης του Διονύση Καψάλη, η παράσταση αυτή δίνει νέα, επίκαιρη μορφή και σχήμα στο είδος της φάρσας, ενώ ταυτόχρονα αφήνει και τον πιο απαιτητικό θεατή έκπληκτο με τη σκηνική αρτιότητα και συνέπεια που επιτυγχάνει σε όλα, ανεξαιρέτως, τα επίπεδα.

     

     

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Καθεστώς ευγενείας

    Το τολμηρό, πολυποίκιλο και φιλόδοξο “Σαλόνι των Ξένων”, το οποίο εγκαινίασε ήδη από τον ...

    Ένας Γέρος, μία θάλασσα

    Συγγραφέας: Μαρία Χρυσάνθου Σκηνοθεσία: Αλεξία Παπαλαζάρου Σκηνικά / κοστούμια: Λάκης Γενεθλής Μουσική: Δημήτρης Ζαχαρίου ...

    Ένα φεστιβάλ για τη Λευκωσία

    Από την πρώτη κιόλας χρονιά λειτουργίας του, ο νέος θεσμός μπήκε δυναμικά και με ...

    Η πολύχρωμη ιστορία της Frida K.

    Η Ομάδα Persona στήνει, στον ιδιαίτερο χώρο του WHEREHAUS 612, μια πολύχρωμη γιορτή, όπου ...

    SAVED

    Η σκηνοθεσία της Μαρίας Κυριάκου σε αυτό το έργο του Μποντ προσπάθησε να αντισταθμίσει ...

    Ο Χάσης

    Η Μαγδαλένα Ζήρα τολμά σε κάθε της δουλειά να θέτει τον πήχη ψηλά και ...

    X