Πνεύμα (W;T)

  • Συγγραφέας: Margaret Edson

    Μετάφραση/σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χαραλαμπίδης

    Παραγωγή: Θέατρο Διόνυσος

    Προτού ακόμη σβήσουν τα φώτα της πλατείας, η Πόπη Αβραάμ εμφανίζεται στη σκηνή με νοσοκομειακή ρόμπα, ξυρισμένο κεφάλι και κόκκινο καπέλο του baseball και συστήνεται στο κοινό: είναι η δρ Vivian Bearing, ακαδημαϊκός με ειδίκευση στην ποίηση του 17ου αιώνα και ιδιαίτερα στα ιερά σονέτα του John Donne. Πάσχει από καρκίνο των ωοθηκών, στάδιο τέσσερα. Στάδιο πέντε δεν υπάρχει. Με στωικότητα και ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα μάς λέει: «Νομίζω στο τέλος πεθαίνω. Μου δίνουν κάτι λιγότερο από δύο ώρες». Και πραγματικά, κάπου τόσο διαρκεί η παράσταση. Σε δύο, περίπου, ώρες πραγματικού χρόνου ο θεατής, μέσα από έναν παράδοξο συνδυασμό συγκίνησης και χιούμορ, γίνεται συνοδοιπόρος της ηρωίδας σε ένα ταξίδι από την άγνοια στη γνώση, από τη σκληρότητα στον ανθρωπισμό, από την πολυπλοκότητα στην απλότητα, από τη ζωή στον θάνατο, από την ύλη στο πνεύμα.

     

    Η ερμηνεία της Πόπης Αβραάμ φέρνει εις πέρας με επιτυχία έναν ρόλο με μεγάλους και δύσκολους, γλωσσικά, μονολόγους, χωρίς περιττούς μελοδραματισμούς, κατορθώνοντας όχι μόνο να συγκινήσει το κοινό, αλλά και να το κάνει να γελάσει

     

    Το βραβευμένο με βραβείο Pulitzer (1999) έργο της Margaret Edson «Wit» προέκυψε μέσα από την εμπειρία της συγγραφέως σε ερευνητική κλινική για τον καρκίνο και το AIDS και την επαφή της με τους ασθενείς. Πρόκειται για μια εκτεταμένη και λεπτομερή σπουδή πάνω στις αλλαγές που βιώνει ένας ασθενής (ως μια ξεχωριστή ανθρώπινη οντότητα και όχι ως ανώνυμη μονάδα) τόσο στο σώμα όσο και στο πνεύμα, μέσα στο διάστημα των καταληκτικών μηνών, κατά τους οποίους μάλιστα συναινεί σε μια ακραία πειραματική χημειοθεραπεία. Το έργο ωστόσο της Edson δεν μένει απλώς στην καταγραφή και την παρατήρηση. Είναι ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο λεκτικό οικοδόμημα το οποίο φέρνει αντιμέτωπους δύο κόσμους: τον κόσμο της φθοράς και του θανάτου που επιφέρει η ασθένεια, και τον κόσμο του πνεύματος και της τελικής του νίκης πάνω στον φυσικό θάνατο. Γι’ αυτό και, όχι τυχαία, η συγγραφέας επιλέγει μια ηρωίδα της οποίας το πνεύμα είναι το δυνατό της χαρτί. Η Vivian είναι μια διακεκριμένη καθηγήτρια, αναγνωρισμένη για την ευφυΐα της αλλά και για την κυνικότητα και σκληρότητά της, ιδιαίτερα απέναντι στους φοιτητές. Ο θάνατος υπήρξε το βασικό αντικείμενο της ακαδημαϊκής της μελέτης μέσα από τη μεταφυσική ποίηση του John Donne, στα ποιήματα του οποίου οι αναφορές είναι τόσο συχνές που φαίνεται να οικοδομούν σαφέστερα και διαυγέστερα την προσωπικότητα της ηρωίδας απ’ ό,τι οι πενιχρές πληροφορίες που λαμβάνουμε για την προσωπική της ζωή, οι οποίες χωράνε μέσα σε ένα σύντομο ιατρικό ιστορικό με μονολεκτικές απαντήσεις. Στο νοσοκομείο, τώρα, καλείται να αντιμετωπίσει έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό: τον κόσμο της ιατρικής και νοσοκομειακής σημειολογίας. Οι λέξεις, οι οποίες κατείχαν πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της, χάνουν το νόημά τους ή ανανοηματοδοτούνται. Ο κόσμος της λογοτεχνίας έρχεται αντιμέτωπος με τον κόσμο της ιατρικής και του νοσοκομείου που είναι πια η καθημερινότητά της: τροχοκάθισμα, νοσοκομειακό κρεβάτι, ιατρική καρέκλα εξέτασης, ακτινογραφίες, υπέρηχοι, καθετήρες, αποβολή υγρών και ένας εξωπραγματικός πόνος. Τώρα πια η ίδια γίνεται αντικείμενο έρευνας και μελέτης. Ο θάνατος είναι κοντά, και σε αυτό δεν μπορεί να τη βοηθήσει ούτε η επιστήμη της ούτε και η ευφυΐα της. Μόνο ένας βαθιά συνειδητοποιημένος ανθρωπισμός απέναντι στον εαυτό της και τους άλλους.

    Η δομή του έργου της Edson κινείται σε τρία επίπεδα. Το πρώτο αφορά το παρόν της ηρωίδας. Το παρόν της στο νοσοκομείο και την πορεία της επιδείνωσης της ασθένειάς της μέχρι την κατάληξή της. Το δεύτερο είναι οι αναδρομές στο παρελθόν, η επιστροφή της ηρωίδας στην παιδική, φοιτητική και ενεργή ακαδημαϊκή της ζωή. Υπάρχει όμως και ένα τρίτο επίπεδο. Είναι αυτό που μοιράζεται η ηρωίδα με το πραγματικό, κάθε φορά, κοινό: απευθύνεται σε αυτό και μοιράζεται τις σκέψεις της ή επεξηγεί το τι θα ακολουθήσει, χωρίς να μπορούν να την ακούσουν τα υπόλοιπα πρόσωπα που βρίσκονται στη σκηνή. Αυτό το επίπεδο δημιουργεί μια εξωσκηνική σύμβαση ανάμεσα στην ηρωίδα και στο κοινό, μια «συνωμοτική», κρυφή συνεννόηση που τους συνδέει νοητικά και συναισθηματικά. Τα επίπεδα αυτά καθορίζουν και την ανάγνωση του Αιμίλιου Χαραλαμπίδη, ο οποίος δίνει μια σφιχτοδεμένη, πυκνή σκηνοθεσία, με ταχύτητα και κινηματογραφικές εναλλαγές. Μια σκηνοθεσία που αναδεικνύει, με τη συμβολή της καίριας μετάφρασής του, όλο το υπο-κείμενο που κρύβεται πίσω από το παιχνίδι με τις λέξεις, όλα τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα του περίπλοκου οικοδομήματος της Edson. Με μια σχεδόν γυμνή σκηνή όπου δεσπόζουν ένα νοσοκομειακό κρεβάτι και ένα τροχοκάθισμα (Σωσάννα Τομάζου), ο σκηνοθέτης δημιουργεί έναν ακραίο σκηνικό ρεαλισμό ο οποίος αποτυπώνει την οκτάμηνη πορεία της ηρωίδας από τη θαρραλέα και πεισματική αντιμετώπιση της ασθένειας, στη σταδιακή εξάντληση και εν τέλει στη σωματική κατάληξη. Με τον άρτιο συντονισμό όλης της υποκριτικής ομάδας, οι μικρές σκηνές εναλλάσσονται ταχύτατα σαν μικρά κινηματογραφικά καρέ, ενώ η σκηνική αποτύπωση της σκληρής αυτής πραγματικότητας –στην οποία συμβάλλει η απολύτως ρεαλιστική χρήση όλου του νοσοκομειακού εξοπλισμού αλλά και των σύνθετων ιατρικών όρων– έχει ως αποτέλεσμα την εγρήγορση και τη συναισθηματική ταύτιση του θεατή με την ιστορία. Ωστόσο, υπήρξαν στιγμές που ο σκηνικός αυτός ρεαλισμός χρειαζόταν μια «αποσυμφόρηση», κάποιες ανάσες ποιητικών παρεμβολών, περισσότερες από αυτές που πρόσφερε ο εύστοχος φωτισμός της Καρολίνας Σπύρου και η μουσική της Χριστίνας Αργύρη. Ενώ, δηλαδή, στο έργο υπάρχει αυτή η αντιπαλότητα ανάμεσα στον μεταφυσικό ποιητικό κόσμο του John Donne και στον σκληρό ρεαλισμό της ασθένειας και του νοσοκομείου, σκηνοθετικά η αντίφαση αυτή δεν ήταν ευδιάκριτη, κάτι που ίσως θα βοηθούσε τον θεατή να κατανοήσει περισσότερο τις συναισθηματικές μεταπτώσεις της ηρωίδας.

    Η ευαισθησία (ακαδημαϊκή και σκηνοθετική) του Αιμίλιου Χαραλαμπίδη φαίνεται να ήταν καίρια ως προς την κατανόηση της ηρωίδας και κατ’ επέκταση την καθοδήγηση της Πόπης Αβραάμ σε έναν απαιτητικό, εξαντλητικό και τραυματικό, θα έλεγα, ρόλο. Αν και θα έλεγε κανείς ότι το ξύρισμα του κεφαλιού δεν είναι απαραίτητο με τα τεχνικά μέσα που διαθέτει πλέον η τέχνη του μακιγιάζ, εντούτοις φαίνεται ότι η εξωτερική αυτή αλλαγή λειτουργεί καταλυτικά ως προς τον τρόπο που η ηθοποιός κατανοεί και βιώνει επί σκηνής την κατάσταση της ηρωίδας. Η παρατήρηση και η μελέτη της συμπτωματολογίας και της συμπεριφοράς μιας πάσχουσας, από καρκίνο, ασθενούς είναι εμφανείς στην κίνηση και την έκφρασή της. Ξεκινά τον ρόλο της ευθυτενής, δυναμική, υπερκινητική, σαρκάζουσα και αυτοσαρκαζόμενη. Αυτή η δυναμικότητα αρχίζει σταδιακά να κάμπτεται. Αντί όρθια βρίσκεται καθιστή στο τροχοκάθισμα και μετά στο κρεβάτι, το οποίο γίνεται το μοναδικό καταφύγιό της. Οι λέξεις λιγοστεύουν, οι απευθύνσεις στο κοινό εξαφανίζονται, η ίδια δεν είναι πια καθιστή αλλά ξαπλωμένη, μέχρι να χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον. Όλα αυτά τα στοιχεία μεταφέρονται στους εκφραστικούς κώδικες της Πόπης Αβραάμ η οποία φέρνει εις πέρας με επιτυχία έναν ρόλο με μεγάλους και δύσκολους, γλωσσικά, μονολόγους. Χωρίς περιττούς μελοδραματισμούς, η ερμηνεία της αποτυπώνει όλες τις ποιότητες της ηρωίδας που δημιούργησε η Edson, κατορθώνοντας όχι μόνο να συγκινήσει το κοινό, αλλά και να το κάνει, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, να γελάσει.

    Ο Δημήτρης Αντωνίου και ο Ηρόδοτος Μιλτιάδους αποτυπώνουν, ίσως με μια υπερβολή, τον ψυχρό κόσμο της ιατρικής και τον πόθο για αναγνώριση εις βάρος του ανθρώπινου παράγοντα. Η Ιωάννα Σιαφκάλη ταιριάζει απόλυτα στον ρόλο της ακαδημαϊκού-προτύπου για την ηρωίδα, ιδιαίτερα στην τελική σκηνή όπου ως μοναδική επισκέπτρια της Vivian αποκαλύπτει όλη της την ευαισθησία μέσα από την αφήγηση ενός παραμυθιού. Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η σκηνική χημεία ανάμεσα στην Πόπη Αβραάμ και τη Μυρσίνη Χριστοδούλου, η οποία, στον ρόλο της αφελούς αλλά ευαίσθητης νοσηλεύτριας, κατορθώνει να κάμψει τη σκληρότητα της Vivian και να την οδηγήσει σε έναν ανοίκειο αλλά λυτρωτικό ανθρωπισμό. Η υπόλοιπη ομάδα, αν και άγουρη υποκριτικά, συμβάλλει τα μέγιστα σε μια καλοκουρδισμένη παράσταση της οποίας το «πνεύμα» δουλεύει πολλές μέρες αφότου εγκαταλείψεις την πλατεία και σε αφήνει με τη σκέψη ότι τελικά, μια ανάσα (όσο κρατάει ένα κόμμα) είναι αυτό που χωρίζει τη ζωή από τον θάνατο.

     

     

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Φιλιώ Χαϊδεμένου

    Συγγραφέας: Φιλιώ Χαϊδεμένου Διασκευή: Άνδρη Θεοδότου Σκηνοθεσία: Βασίλης Ευταξόπουλος Είμαι ένας από τους τυχερούς ...

    Κοιμήσου αγγελούδι μου

    Πολλά και βαρύνουσας σημασίας τα θέματα, προβλήματα και συμβάντα του έργου, τα οποία στριμώχτηκαν ...

    Το Τίμημα

    Συγγραφέας: Άρθουρ Μίλλερ Σκηνοθεσία: Άδωνης Φλωρίδης Σχεδιασμός Φωτισμών: Αλεξάντερ Γιότοβιτς Σκηνικά / Κοστούμια: Λάκης ...

    Δωμάτια

    2…5…1: Δύο παραστάσεις, πέντε δωμάτια και ο θεατής, ως μοναδική οντότητα. Αυτός είναι ο ...

    Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι

    Συγγραφέας: Τενεσί Ουίλιαμς Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης Σκηνοθεσία: Άγις Παΐκος Σκηνικά-κοστούμια: Μαρίζα Παρτζίλη Ερμηνεύουν: Μήδεια ...

    Ο Πελεκάνος

    Παραγωγή: Τεχνοχώρος ΕΘΑΛ Συγγραφέας: August Strindberg Σκηνοθεσία: Λέα Μαλένη Παίζουν: Μικαέλλα Θεοδουλίδου, Ερμίνα Κυριαζή, ...

    X