Ένα φεστιβάλ για τη Λευκωσία

  • Από την πρώτη κιόλας χρονιά λειτουργίας του, ο νέος θεσμός μπήκε δυναμικά και με διάθεση να ανανεώσει το πολιτιστικό τοπίο της πρωτεύουσας 

    Σήμερα ολοκληρώνεται αισίως το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας, αφιερώνοντας τις τελευταίες τρεις μέρες σε ένα εορταστικό μουσικό και γαστρονομικό κλείσιμο των δράσεών του. Από την πρώτη κιόλας χρονιά λειτουργίας του, ο νέος θεσμός μπήκε δυναμικά και με διάθεση να ανανεώσει το πολιτιστικό τοπίο της πρωτεύουσας. Προσφέροντας 24 παραγωγές μουσικής, θεάτρου και χορού μέσα σε 40 ημέρες, το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας, μέσα από τις επιλογές της επιτροπής του και του καλλιτεχνικού διευθυντή Γιώργου Παπαγεωργίου, δημιούργησε ένα πολιτιστικό μωσαϊκό με ετερόκλητη ποικιλία (με αδικημένο ίσως το παιδικό και, κυρίως, το εφηβικό θέατρο), δίνοντας βήμα τόσο στις εγχώριες δυνάμεις –και μάλιστα σε νέους καλλιτέχνες– όσο και σε ελληνικές (περισσότερο) και διεθνείς (λιγότερο) παραγωγές. Άρρηκτα δεμένο με το νέο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας, το φεστιβάλ της πόλης έδωσε στους κατοίκους της πρωτεύουσας –και όχι μόνο– τη δυνατότητα να επανασυνδεθούν εκ νέου με το ιστορικό κτήριο των παιδικών ή νεανικών τους χρόνων, και μάλιστα εκ του σύνεγγυς, όχι μόνο μέσα από τη μουσική παράσταση «Παντού» του Ανδρέα Παπαπέτρου, που το κοινό είχε τη δυνατότητα να περιηγηθεί και να ανακαλύψει τους χώρους, προσβάσιμους και απαγορευμένους, όλου του κτηρίου, αλλά και μέσα από την πολύ λειτουργική λύση των διοργανωτών να τοποθετήσουν, για πολλές παραγωγές, τους θεατές επί σκηνής, ακυρώνοντας τη λειτουργία της «επίσημης» και αχανούς πλατείας και περιορίζοντας, έτσι, τόσο την αριθμητική ποσότητα του κοινού, όσο και την απόσταση που το χωρίζει με το δρώμενο και τους συντελεστές του.

    Με το όνομα του Σταμάτη Σπανουδάκη να κηρύσσει την έναρξη στις 13/10, το πρόγραμμα του φεστιβάλ ακολούθησε μια συμπυκνωμένη δραστηριότητα η οποία ανταποκρίθηκε, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, στις απαιτήσεις ενός ολοένα διογκούμενου και πιο απαιτητικού κοινού, που έχει πια την πολυτέλεια να επιλέγει μέσα από ένα ευρύ φάσμα προσφοράς πολιτιστικού «προϊόντος», ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το θέατρο και τη μουσική. Χωρίς να έχω, βεβαίως, παρακολουθήσει όλες τις παραγωγές του φεστιβάλ, τολμώ να ξεχωρίσω, ανάμεσα σε άλλες αξιόλογες προσπάθειες, αυτές που κατά τη γνώμη μου δικαίωσαν και ξεπέρασαν τις προσδοκίες του κοινού, θεμελιώνοντας έτσι το κύρος του φεστιβάλ από την πρώτη του κιόλας χρονιά.

    Από τις ελληνικές παραγωγές ξεχώρισε η «Καθαρή Πόλη» του Ανέστη Αζά και του Πρόδρομου Τσινικόρη, μια χιουμοριστική και συνάμα συγκινητική προσέγγιση των θεμάτων της μετανάστευσης, του ρατσισμού και της αντιμετώπισης των ξένων στην Αθήνα. Ένα έργο που γράφτηκε μετά από έρευνες και συνεντεύξεις στις μεταναστευτικές περιοχές της πόλης, οι οποίες κατέληξαν στις ιστορίες πέντε γυναικών, «των καθαριστριών της Αθήνας που καθαρίζουν την πόλη και ξεβρομίζουνε τον τόπο», οι οποίες ανεβαίνουν επί σκηνής και μας δίνουν ένα πορτρέτο της πόλης μέσα από τα μάτια τα δικά τους, μέσα από τα μάτια των «ξένων». Η «Καθαρή Πόλη», κινούμενη ανάμεσα στο θέατρο ντοκουμέντο και το επινοημένο θέατρο, θέτει ως αφετηρία τις ενδιαφέρουσες ιστορίες γυναικών που στη χώρα τους έχαιραν κοινωνικού και επαγγελματικού status (καθηγήτρια πανεπιστήμιου, αρχιτέκτονας κ.λπ.) –αναγκάζοντάς μας έτσι να αμφισβητήσουμε τα συνήθη στερεότυπά μας που τοποθετούν τους ανθρώπους αυτούς με ευκολία στην κατηγορία του «αμόρφωτου»–, κατορθώνοντας, ωστόσο, να ξεφύγει από το ειδικό και το συγκεκριμένο, να αναχθεί σε μια ιστορία που αγγίζει θέματα οικουμενικά και να οδηγήσει το κοινό, μακριά από συναισθηματικές και μελοδραματικές εξάρσεις, σε μια γόνιμη ενδοσκόπηση και αυτοκριτική.

    Αναμφισβήτητα, η παράσταση που καθόρισε όλο το φεστιβάλ και του χάρισε μια θέση στον διεθνή θεατρικό χάρτη των φεστιβάλ των ευρωπαϊκών πόλεων είναι το «Ξεγελώντας τον διάβολο» («Outwitting the devil»), η τελευταία δουλειά του διεθνώς αναγνωρισμένου, Βρετανού χορευτή και χορογράφου Akram Khan, η οποία τοποθετήθηκε στην προσωπική μου λίστα των καλύτερων παραστάσεων που έχω παρακολουθήσει, δίπλα σε αυτές του Robert Wilson και τις συνεργασίες του με τον Mikhail Baryshnikov. Αναζητώντας τρόπο έκφρασης σε θέματα που αφορούν το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή, ο Khan βρίσκει απαντήσεις στο παρελθόν και εμπνέεται μέσα από το προσφάτως ανακαλυφθέν απόσπασμα του Βαβυλωνιακού Έπους του Γκιλγκαμές, δημιουργώντας μια παράσταση επική. Με ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα, με ήχους που παραπέμπουν στη φύση, με εξαιρετική μουσική που οδηγεί τους χορευτές σε εκστατικές κορυφώσεις και την πρωταγωνιστική συμβολή των φωτισμών, ο Khan δημιουργεί με τους έξι εκπληκτικούς χορευτές του, οι οποίοι φέρνουν στη σκηνή ο καθένας το ιδιαίτερο προσωπικό του στυλ αλλά λειτουργούν άψογα σαν ομάδα, μια πραγματική αισθητική μυσταγωγία. Τα ρευστά, εύπλαστα, παλλόμενα σώματά τους, ιδιαίτερα φωτισμένα έτσι ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε ακόμη και το πιο απόκρυφο σημείο στο οποίο έχουν απόλυτο έλεγχο, προσωποποιώντας ανθρωπόμορφα όντα, μυθικά και φυσικά στοιχεία, κατορθώνουν να εικονοποιήσουν την ανθρώπινη ύβρη και αχαριστία προς τη φύση, η οποία ωστόσο αποδεικνύεται υπερδύναμη και απρόβλεπτη και υπόσχεται εκδίκηση. Με αρτιότητα σε όλα ανεξαιρέτως τα επίπεδα, ο Khan και η ομάδα του δημιουργούν ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης και φέρνουν την ποίηση επί σκηνής.

    Από τις εγχώριες παραγωγές δεν θα μπορούσα παρά να ξεχωρίσω την επίσης επική, ως προς το θέμα και τη διάρκεια, παράσταση «Χίλια Πλοία», η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του μεγαλόπνοου πρότζεκτ ΣΕΖΟΝ Γυναίκες 2019-2021, εμπνευσμένου από τις σκηνοθέτιδες Μαγδαλένα Ζήρα και Αθηνά Κάσιου. Διερευνώντας μέσα από τις ποικίλες δράσεις του ΣΕΖΟΝ τα ερωτήματα «ποιες ιστορίες λέμε, ποιου τις ιστορίες λέμε, ποια είναι η κυρίαρχη αφήγηση για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία», οι δύο σκηνοθέτιδες σε συνεργασία με τη Μαρία Καρολίδου μετέφρασαν το επικό έργο «A Thousand Ships» της Natalie Haynes, η οποία, εμπνευσμένη από τα ομηρικά έπη και άλλα κλασικά κείμενα, ξανασυνθέτει θραύσματα της τρωικής εκστρατείας, της εκστρατείας που αποτέλεσε έναν από τους πιο αιματηρούς και «ανδρικούς» πολέμους της αρχαιότητας, τουλάχιστον έτσι όπως τον ακούμε από τον ποιητή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Εκείνο που ενδιαφέρει τη Haynes είναι η οπτική του πολέμου μέσα από τις γυναίκες: αυτές που έμειναν πίσω και περίμεναν καρτερικά, αυτές που έχασαν παιδιά, συζύγους και πατεράδες, αυτές που από πριγκίπισσες έγιναν σκλάβες και δόθηκαν ως λάφυρα στους νικητές. Η συγγραφέας δίνει φωνή στις γυναίκες που έμειναν στην αφάνεια και τη σκιά, Ελληνίδες και Τρωάδες, και ενώ ακολουθεί πολύ προσεκτικά τα γεγονότα όπως μας παραδίδονται από τα κλασικά κείμενα, επιχειρεί ταυτόχρονα μια λεπτομερή ενδοσκόπηση στον ψυχισμό και τις σκέψεις της κάθε ηρωίδας. Το έργο της Haynes συνέπλευσε απόλυτα με τις αναζητήσεις του ΣΕΖΟΝ και οι τρεις σκηνοθέτιδες τόλμησαν να το παρουσιάσουν ολόκληρο στο κοινό, αφού πρώτα πραγματοποίησαν τον άθλο μιας καλογραμμένης και εμπνευσμένης μετάφρασης. Με τη συνδρομή 25 ηθοποιών, η ομάδα του «Χίλια Πλοία», με εξαιρετική οργάνωση, προνοητικότητα, συντονισμό και πειθαρχία, μας χάρισε μια μαραθώνια αφήγηση κατά τη διάρκεια της οποίας η μία ηθοποιός έδινε τη σκυτάλη στην επόμενη, από τις 11 το πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ. Με την καρτερική Πηνελόπη να επανέρχεται διαρκώς στις αφηγήσεις και να μοιράζεται ως χαρακτήρας σε πολλές ηθοποιούς, αποδομώντας με τα λόγια της, άλλοτε με ειρωνεία, άλλοτε με χιούμορ και άλλοτε με πικρία, το ηρωικό μοντέλο του πολυμήχανου Οδυσσέα, ο θεατής είχε τη δυνατότητα να ακούσει μέσα από τις στιβαρές, χωρίς υπερτονισμούς και υπερβολές, αφηγήσεις των ηθοποιών την εκδοχή όλων εκείνων των μυθικών γυναικών (Κασσάνδρα, Εκάβη, Πολυξένη, Ανδρομάχη, Κλυταιμνήστρα, Ιφιγένεια κ.ά.) που έπρεπε να πληρώσουν το τίμημα ενός αναίτιου πολέμου και οι οποίες, μέσα από το έργο της Haynes, αποκτούν καθημερινά, ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Και το παράδοξο είναι ότι οι πολύωρες αυτές αφηγήσεις όχι μόνο δεν κούρασαν, αλλά κατάφεραν να κρατήσουν το ενδιαφέρον του κοινού αμείωτο, δημιουργώντας του διαρκώς την περιέργεια να ακούσει λίγο ακόμη προτού αποχωρήσει. Μια καθαρά ομαδική και γυναικεία υπόθεση, πραγματικά άξια συγχαρητηρίων.

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Έγκλημα και Τιμωρία

    Η νέα παραγωγή του Θεάτρου Διόνυσος μας επιτρέπει αφειδώλευτα να ακούσουμε τον λόγο του ...

    Λέιλα και Συνεργάτες

    Σκηνοθεσία: Μαρία Ιόλη Καρολίδου «Ποιες ιστορίες λέμε; Ποια είναι η κυρίαρχη αφήγηση για τη ...

    Ο Βαφτιστικός, από τον ΘΟΚ

    Σκηνοθεσία: Παναγιώτης Λάρκου Παραγωγή: ΘΟΚ Στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 (+1) χρόνων από ...

    ΓΚΙΑΚ

    Συγγραφέας: Δημοσθένης Παπαμάρκος Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γεωργία Μαυραγάνη Σκηνικά-Κοστούμια: Άρτεμις Φλέσσα Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας Μουσική σύνθεση-Αυτοσχεδιασμοί: ...

    Αμερικάνικος Βούβαλος

    Συγγραφέας: Ντέιβιντ Μάμετ Μετάφραση/Σκηνοθεσία: Πέτρος Φιλιππίδης Σκηνικά – Κοστούμια: Λουκία Χουλιάρα Σχεδιασμός Φωτισμού: Λευτέρης Παπαδόπουλος ...

    ΕΞΩΣΤΗΣ | Κασσάνδρα

    Μουσική: Michael Jarrell Σκηνοθεσία: Herve Loichemol Μουσική διεύθυνση: Jean Deroyer Στον ρόλο της Κασσάνδρας ...

    X