Ελεγεία για μια χαμένη πρωτεύουσα

Όλες οι ώρες ταξιδεύουν μπροστά, η τελευταία επιστρέφει

Σε διάλεξή του στη σχολή αρχιτεκτονικής της Ρώμης το 1969, ο Bruno Zevi* κριτικάροντας τις απόψεις των σύγχρονών του πολεοδόμων, που υποστήριζαν ότι οι καινούργιες πόλεις πρέπει να σχεδιάζονται κατανεμημένες εξαρχής σε ξεχωριστούς τομείς χρήσης (εμπορικός, οικονομικός, ψυχαγωγικός οικιστικός τομέας κ.λπ.), τους παρομοίασε με μαθητευόμενους μάγειρους που για να φτιάξουν ένα κέικ διαβάζουν τη συνταγή, επιλέγουν τα υλικά, τα τοποθετούν προσεκτικά στο ταψί και χωρίς να ανοίξουν τις συσκευασίες βάζουν το σκεύος στον φούρνο περιμένοντας να φουσκώσει το γλυκό. Κι ενώ θεωρητικά υπάρχουν όλα όσα απαιτεί η συνταγή, στην πράξη είναι αδύνατον να έχουμε αποτέλεσμα -έναν τόπο ανθρώπινο, κοινωνικά βιώσιμο- διότι δεν φτιάχνεται πόλη δίχως ζύμωμα, χωρίς τα υλικά -οι κάτοικοι με τις ανάγκες, τις συνήθειες, τις συναλλαγές τους- να ανακατευτούν, αφομοιώνοντας οι μεν τις ιδιότητες των δε. Ούτε πόλη ούτε κέικ.

Η Αθήνα ήταν μια πόλη φτιαγμένη από καλά υλικά, ζυμωμένα με τέχνη. Με τις παλάμες χαλαρές στο σχετικά πλούσιο κέντρο, με τις γροθιές πετρόσφιχτες στις τριγύρω γειτονιές. Οι γειτονιές, με τις δυσκολίες και τις χαρές τους, ήταν η προστασία, ο τόπος που οι άνθρωποι μοιράζονταν το φαγητό και την κοινή ελπίδα, ο πρωινός καφές των γυναικών, το απογευματινό τάβλι των αντρών, το ούζο στην αυλή, οι παρέες και τα παιδικά παιχνίδια στον χωμάτινο δρόμο. Ήταν τα παντρέματα, οι μυρωδιές του κυριακάτικου φαγητού, όταν ο ψήστης φούρνος γέμιζε στρογγυλά ταψιά, σύμβολα οικογενειακής συνάθροισης. Ήταν ο κοινός τόπος όπου ο μανάβης γνώριζε τον περιβολάρη κι αυτός διαπραγματευόταν απευθείας με τον έμπορο της λαχαναγοράς, ενώ στο κέντρο της πόλης, από το Σύνταγμα έως την Πειραιώς, με επίκεντρο την περιοχή ανάμεσα σε Αιόλου, Σοφοκλέους και Ερμού, οι μαγαζάτορες -ακόμα και οι ανταγωνιστές- καλημέριζαν ο ένας τον άλλον. Η Αθήνα, έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70, αντιστεκόταν στην ανικανότητα των δημοτικών αρχόντων και την αδιαφορία του κράτους, χάρη στις γειτονιές της. Η γειτονιά ήταν ο σιδερένιος κρίκος της κοινωνικής αλυσίδας, η καθοριστική κοινή καταγωγή, η άμυνα σε οποιαδήποτε επίθεση.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι τις μέρες μας, οι γειτονιές θυσιάστηκαν, αρχικά στην κοντόφθαλμη νομοθεσία της αντιπαροχής και στην απληστία των εργολάβων, ύστερα στην όρεξη των μεγαλομπακάληδων, και σήμερα των μολατζήδων. Οι δρόμοι έπαψαν να στολίζονται με χαμόγελα εμπιστοσύνης, έγιναν σκοτεινοί αποπνέοντας τη δυσπιστία της μοναξιάς, το κάτουρο της αδιαφορίας. Οι ανέμελοι περίπατοι μετατράπηκαν σε επισφαλείς μετακινήσεις, οι γείτονες που θα συντρέχανε στην ανάγκη του διπλανού ή του περαστικού μετρώνται στα δάχτυλα, τα διαμερίσματα κατοικούνται από άγνωστους «διπλανούς», οι καρδιές έχασαν τον αυθορμητισμό και την εμπιστοσύνη.

Σκέφτομαι με θλίψη ότι η λέξη «γείτονας» χρησιμοποιείται τόσο σπάνια πια, ώστε είναι πιθανόν σε μερικά χρόνια να έχει εξαλειφθεί από την καθομιλουμένη.

Η σημερινή Αθήνα, λεκάνη πλημμυρισμένη απ’ τα σκουπίδια των κατοίκων της, είναι διηρημένη σε τομείς με βαθμό επικινδυνότητας. Και τα «άβατα» αντί να περιοριστούν επεκτείνουν ανεξέλεγκτα τα όριά τους μέχρι να την κυριεύσουν ολόκληρη. Από τον Κολωνό έως το Κολωνάκι, από την Καλλιθέα ώς το Περιστέρι κι απ’ εκεί στο Ίλιον, λίγοι είναι αυτοί που δεν έχουν να διηγηθούν κάποιο επεισόδιο μικρής ή μεγάλης βίας όπως αυτό που μου διηγήθηκε ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες γείτονές μου όταν πριν από μια εβδομάδα, από λάθος του GPS, βρέθηκε σε απαγορευμένη περιοχή -τέσσερα μόλις χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια μας- προς τους πρόποδες της Πάρνηθας. Τα δέκα λεπτά «ομηρείας» του ταίριαζαν κινηματογραφικά με ένα άρθρο που είχα διαβάσει πριν καιρό και το θεώρησα υπερβολικό, κάτι σαν επιστημονική φαντασία: «Στην περιοχή του Αγίου Φανουρίου, σχεδόν δίπλα στο δημαρχείο της πόλης, δρα σπείρα ανηλίκων. Τα πιο μικρά μέλη της σπείρας σταματούν μπροστά σε οποιοδήποτε διερχόμενο όχημα έχει κάνει το λάθος να μπει στην Αγία Σωτήρα και όταν οι οδηγοί, μην μπορώντας να κάνουν αλλιώς, αναγκάζονται να ακινητοποιήσουν το αυτοκίνητό τους, εμφανίζονται άτομα ηλικίας έως 17 ετών, με ανεπτυγμένη σωματική διάπλαση και τους επιτίθενται. Πριν πάρουν όσα χρήματα, αντικείμενα και ό,τι άλλο υπάρχει στο εσωτερικό του οχήματος, οι ανήλικοι ξυλοφορτώνουν άγρια τα θύματά τους και τα εγκαταλείπουν αιμόφυρτα στον δρόμο. Η Αστυνομία και οι άνδρες της Ομάδας Πρόληψης και Καταστολής της ΕΛΑΣ μετά από καταγγελίες προσπαθούν να εντοπίσουν τους ανήλικους που έχουν ρημάξει τους δεκάδες οδηγούς οχημάτων κι όταν τους πιάσουν -βάσει του νόμου Παρασκευόπουλου- τους αφήνουν να συνεχίσουν το έργο τους».

Σκέφτομαι ότι η μόνη λύση αν θέλουμε να ζήσουν τα παιδιά μας σε πόλεις βιώσιμες είναι να ξαναφτιάξουμε τις γειτονιές. Να τις «μπολιάσουμε» σαν αντισώματα στο άρρωστο σώμα της μεγαλούπολης, αλλάζοντας δραστικά τον σημερινό ιστό της. Γειτονιές πραγματικές, όχι σκηνικά, όπως η Πλάκα ή η «παλιά γειτονιά» της Λευκωσίας.

16 Νοεμβρίου 2019

Και πριν ολοκληρώσω τις σκέψεις και τις ανησυχίες μου, πριν γράψω το τέλος του κειμένου, ένιωσα στο πετσί μου την αλήθεια: επιστρέφοντας σπίτι μου μετά από απουσία τριών ωρών, βρήκα τα σιδερένια παντζούρια του παραθύρου ξηλωμένα και πεταμένα στον κήπο, ενώ τα χοντρά κάγκελα ασφαλείας έχασκαν σαν δόντια σπασμένα με λοστό, βίαια. Προφανώς σπατάλησαν αρκετή ώρα οι κλέφτες μέχρι να προσπεράσουν όσα εμπόδια είχα βάλει και παρότι δούλευαν μπροστά στον δρόμο, «κανείς δεν τους είδε», κανείς δεν ειδοποίησε την Αστυνομία. Μπήκα σε ένα σπίτι ανάστατο λες και είχε περάσει τυφώνας. Όλα ήταν πεταμένα στο πάτωμα, ρούχα, αντικείμενα, συρτάρια, ντουλάπια, ντουλάπες, με όλα τα φώτα αναμμένα, λες και είχαμε γιορτή.

Δεν έχει νόημα να περιγράψω τις λεπτομέρειες. Οι κλέφτες έκαναν καλά τη δουλειά τους, λίγο ερασιτεχνικά -κατά την άποψη των ειδικών της σήμανσης- λόγω περιττής βίας, αλλά αποτελεσματικά, λόγω της λείας. Θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν σοκαρίστηκα όσο κι αν αποδέχομαι πως η κλεψιά και η πορνεία είναι τα πιο παλιά επαγγέλματα στον πλανήτη και σίγουρα ότι θα είναι τα τελευταία που θα εκλείψουν, μαζί με τον άνθρωπο.

Το αληθινό σοκ όμως ήρθε την επομένη, στο αστυνομικό τμήμα όπου πήγα να καταγγείλω την κλοπή και αφελώς(;) ρώτησα τι θα γίνει όταν τους πιάσουν. «Τίποτα», μου απάντησε με μια δόση πικρίας ο αστυνόμος «Θα τους αφήσουμε λεύτερους να συνεχίσουν τη μόνη δουλειά που ξέρουν. Έτσι ορίζει ο νέος νόμος». Νόμισα πως δεν κατάλαβα καλά, ότι ήταν μια υπερβολή του αστυνομικού κι άρχισα να ζητάω πληροφορίες από φίλους δικηγόρους, να το ψάχνω στο ίντερνετ και ιδού το αποτέλεσμα: Μετά την 1η Ιουλίου 2019, ισχύει στη χώρα η αναθεώρηση του άρθρου 374 του ποινικού κώδικα, το οποίο αφορά τις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής. Πριν την αναθεώρηση η κλοπή διωκόταν σε βαθμό κακουργήματος μεταξύ άλλων και στις εξής δύο περιπτώσεις: α) εάν είχε τελεστεί από δύο ή περισσότερους δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες και β) εάν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή αν η συνολική αξία των αντικειμένων της κλοπής υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Με τον νέο, αναθεωρημένο κώδικα καταργούνται οι δύο παραπάνω διατάξεις και ως μόνη προϋπόθεση για άσκηση κακουργηματικής δίωξης είναι η αξία των κλοπιμαίων να ξεπερνάει τις 120.000 ευρώ, διαφορετικά ο ύποπτος θα κατηγορηθεί για πλημμέλημα και την επομένη θα αφεθεί ελεύθερος. Κι επειδή ο νέος ποινικός κώδικας έχει αναδρομική ισχύ, όλοι όσοι είχαν καταδικαστεί για διακεκριμένες κλοπές και διαρρήξεις (τριακόσια άτομα περίπου) καθώς και όσοι περίμεναν να δικαστούν για τα ίδια αδικήματα αφέθηκαν ελεύθεροι.

Σε άτυπες συζητήσεις με αστυνομικούς, τα μέλη της γεωργιανής μαφίας που κατά καιρούς συλλαμβάνονται στη χώρα ομολογούν ότι επιλέγουν να δρουν στην Ελλάδα λόγω αυτής της ευνοϊκής προς τους κλέφτες νομοθεσίας.

Καλό μήνα και καλές γιορτές

*Bruno Zevi (1918-2000). Ιταλοεβραίος αρχιτέκτονας, θεωρητικός αρχιτεκτονικής, καθηγητής, συγγραφέας, ιστορικός και εκδότης.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Αθήνα, δεκαετία του ’60. Η πλατεία Ομονοίας με τα σιντριβάνια του Γιώργου Ζογγολόπουλου.

 

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Νεπάλ [μέρος πρώτο]

Όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού, τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς πουλούσαν “λοταρίες”, κάτι κλειστά πολύχρωμα ...

Καλή Χρονιά στον πολιτισμό

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Ένα κομμάτι βασιλόπιτα στον πολιτισμό της Κύπρου για την απόκτηση ...

Το πέταγμα μιας μέλισσας

Πανέμορφος τόπος η Βραζιλία, θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδεισος επί της γης, ωστόσο θεωρείται ...

Για πάντα

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Φτάνοντας από τη Λευκωσία στην Αθήνα μετά από σαράντα ημέρες ...

Ένα μικρό διαμάντι

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Επίσκεψη στη –λαμπερή σαν διαμάντι– έκθεση «Κρήτη. Αναδυόμενες Πόλεις: Άπτερα, ...

Περί χαράς, περί ματαιότητας, περί ανωνυμίας

Γράφει ο Δημήτρης Αλειθινός Βρέθηκα πριν μερικές ημέρες στο Αϊβαλί, με σκοπό να πραγματοποιήσω ...

X