Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

  • Μετάφραση/σκηνοθεσία: Βαρνάβας Κυριαζής

    Ερμηνεύουν: Βαρνάβας Κυριαζής, Ελεονώρα Βασιλείου, Μαρία Μιχαήλ, Λοΐζος Παπαγεωργίου, Αστέρω Κυπριανού, Σατυρούλα Τερλικά, Γιώργος Ιωσήφ, Σταύρος Πατσιάς, Μαριλένα Αχιλλέως, Μαρίνος Ξενοφώντος.

    Θέατρο Ανεμώνα

    Όταν η 13χρονη Γερμανοεβραία Άννα Φρανκ (1929-1945) έγραφε στο ημερολόγιό της ότι θα ήθελε να γράψει κάτι με το οποίο θα τη θυμάται όλος ο κόσμος, σίγουρα δεν περίμενε ότι αυτό θα ήταν το εφηβικό της ημερολόγιο. Και όμως, αυτή η εφηβική καταγραφή του καθημερινού βιώματος του εβραϊκού κατατρεγμού από τους ναζί είναι, ίσως, η πιο ανθρώπινη, η πιο ειλικρινής, η πιο ανεπιτήδευτη και συνάμα τραγική εκδοχή του Ολοκαυτώματος. Αυτή η καταγραφή ξεκινά από τις 12 Ιουνίου του 1942, όταν το ημερολόγιο της δίνεται ως δώρο για τα 13α γενέθλιά της και έχει ως τελευταία ημερομηνία την 1η Αυγούστου 1944, όταν η Γκεστάπο ανακαλύπτει την κρυμμένη σοφίτα και συλλαμβάνει τους οκτώ κατοίκους της, λίγους μήνες πριν από τη λήξη του πολέμου. Δημοσιευμένο το 1947, το «Ημερολόγιο» μετρά μεταφράσεις σε περισσότερες από 65 γλώσσες, δύο θεατρικές διασκευές, μία ταινία και πολυάριθμες θεατρικές παραγωγές, αποτελώντας ένα από το πιο πολυδιαβασμένα και πολυανεβασμενα έργα παγκοσμίως. Κατηγοριοποιημένο συχνά στην εφηβική λογοτεχνία, δεν είναι τυχαίο που το «Ημερολόγιο» είναι ενταγμένο στο μάθημα της λογοτεχνίας στα σχολεία σε όλο τον κόσμο.

    Η ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ: Βασίστηκε και κτίστηκε πάνω στη ρεαλιστική απεικόνιση τόσο των προσώπων όσο και των συνθηκών εγκλεισμού στις οποίες οι ήρωες ήταν αναγκασμένοι να ζήσουν

     

    Ο σκηνοθέτης Βαρνάβας Κυριαζής καθορίζει τη δική του σκηνοθετική ανάγνωση επιλέγοντας και μεταφράζοντας τη βραβευμένη με Πούλιτζερ θεατρική διασκευή των Albert Hackett και Frances Goodrich. Γραμμένη μόλις μία δεκαετία μετά τα γεγονότα, η αμερικανική διασκευή αποτελεί την πιο διαδεδομένη σκηνική εκδοχή του «Ημερολογίου», καθώς δίνει μια σειρά από τα σημαντικότερα «επεισόδια» από τη διετή συμβίωση της οικογένειας Φρανκ με την τριμελή οικογένεια Van Daan μέσα στη μικρή σοφίτα ενός εργοστασίου στο Άμστερνταμ. Οι αφηγήσεις της Άννας δίνουν με απλότητα και ακρίβεια τις συναισθηματικές διακυμάνσεις και τις ιδιαιτερότητες του κάθε ατόμου, όπως αυτές διαγράφονται μέσα από τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης: την έλλειψη ιδιωτικότητας και προσωπικού χώρου, τις εντάσεις, την αφόρητη πλήξη, τις αρρώστιες, τον ασταμάτητο φόβο της αποκάλυψης, την πείνα, την απόγνωση, αλλά και τις μικρές ευχάριστες καθημερινές στιγμές και τις ελπίδες για τη λήξη του πολέμου. Η συγκεκριμένη διασκευή, ωστόσο, μέσα από την πάροδο του χρόνου και την εξέλιξη της μελέτης, τόσο του ημερολογίου όσο και του Ολοκαυτώματος, χρεώνεται με κάποια ατοπήματα και ανακρίβειες, όπως η προσπάθεια να υπερτονιστεί ο ιδεαλισμός και η αισιοδοξία της Άννας εις βάρος της πιο απαισιόδοξης και σκοτεινής της πλευράς, η επιφανειακή αντιμετώπιση της σεξουαλικότητάς της και της σχέσης της με τη μητέρα της, η αποδυνάμωση του έντονα εβραϊκού στοιχείου αλλά και της θηριωδίας που μαινόταν έξω από τη σοφίτα, όπως επίσης και ο αμερικανικά ρομαντικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η σχέση της με τον Peter Van Daan. Αυτοί, άλλωστε, είναι και κάποιοι από τους λόγους που οδήγησαν και σε μια νέα εκδοχή της θεατρικής διασκευής από τη Wendy Kesselman το 1997. Παρ’ όλα αυτά, η συγκεκριμένη διασκευή κατορθώνει να δώσει μια ενιαία μορφή στην αποσπασματικότητα του ημερολογίου και να συνθέσει ένα ολοκληρωμένο έργο με συνοχή και δραματικότητα, τοποθετώντας στο επίκεντρο τον πατέρα της Άννας, Ότο Φρανκ, να ανακαλύπτει το ημερολόγιο και να ανακαλεί στη μνήμη του τα γραφόμενα. Μια εκδοχή κάπως εξιδανικευμένη, ίσως και διδακτική και σίγουρα λιγότερο σκληρή, η οποία, ωστόσο, βρίσκει απήχηση σε ένα ευρύτατο, ποσοτικά και πολυποίκιλο, ηλικιακά, κοινό.

    Η βασική γραμμή της σκηνοθεσίας του Βαρνάβα Κυριαζή, χωρίς να «φιλοδοξεί νεωτερισμούς και πρωτοποριακές προσεγγίσεις», στηρίχθηκε και κτίστηκε πάνω στη ρεαλιστική απεικόνιση τόσο των προσώπων όσο και των συνθηκών εγκλεισμού μέσα στις οποίες ήταν αναγκασμένοι να ζήσουν. Ο σκηνικός αυτός ρεαλισμός επιτυγχάνεται περίφημα, πρωτίστως λόγω του σκηνικού (Γιώργος Γιάννου) το οποίο παρουσιάζει σε εγκάρσια τομή και σε πραγματικά μεγέθη όλο τον χώρο που είχαν στη διάθεσή τους τα οκτώ αυτά άτομα. Το γεγονός ότι το σκηνικό απλώνεται σε όλη την έκταση της σκηνής, φτάνοντας οριακά μέχρι την πλατεία, μεταφέρει με ακρίβεια στους θεατές το κλειστοφοβικό, αποπνικτικό αίσθημα που βίωναν οι ήρωες λόγω της ασφυκτικής έλλειψης χώρου. Επιπλέον, ο σκηνικός ρεαλισμός ενισχύεται και μέσα από τον τρόπο που κινούνται και χρησιμοποιούν τον χώρο και όλα τα σκηνικά αντικείμενα οι ηθοποιοί: τρώνε, μαγειρεύουν, σερβίρουν, καθαρίζουν, τακτοποιούν, παίζουν χαρτιά, βουρτσίζουν τα δόντια τους, ντύνονται, γδύνονται, κοιμούνται, χρησιμοποιούν την τουαλέτα (αυτόν τον τόσο πολύτιμο χώρο των μοναδικών στιγμών απομόνωσης από τους υπόλοιπους), τηρούν εβραϊκά έθιμα και τραγουδούν εβραϊκά τραγούδια. Καίρια υπήρξε και η συμβολή των ήχων (χτυπήματα στην πόρτα, φωνές από έξω, θόρυβοι, ραδιοφωνικές ειδήσεις, βροχή) οι οποίοι εισβάλλουν στη μικρή σοφίτα και εντείνουν τον φόβο της αποκάλυψης. Οι φωτισμοί του Βασίλη Πετεινάρη έπαιξαν διπλό ρόλο. Πέρα από τη ρεαλιστική τους χρήση που σηματοδοτεί την πάροδο του χρόνου κατά τη διάρκεια της μέρας και της νύχτας, λειτούργησαν και με έναν πιο ποιητικό και συμβολικό τρόπο, είτε φωτίζοντας τις ψυχικές μεταπτώσεις των ηρώων, είτε παγώνοντας τον χρόνο και αφήνοντας την Άννα να κινηθεί ανάμεσα στα υπόλοιπα πρόσωπα και να αφηγηθεί αποσπάσματα από το ημερολόγιό της.

    Αν και οι χαρακτήρες, πλην της Άννας και του πατέρα της, περνούν κάπως γραφικά μέσα από τη συγκεκριμένη διασκευή, η σκηνοθεσία του Βαρνάβα Κυριαζή επενδύει στον κάθε ένα ξεχωριστά και καθοδηγεί τον κάθε ηθοποιό προς μια πρωταγωνιστική, κατά κάποιο τρόπο, ερμηνεία. Το γεγονός ότι η παρουσία των ηθοποιών στη σκηνή απαιτείται καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης δυσκολεύει ακόμη περισσότερο το έργο τους, αφού βρίσκονται διαρκώς στο οπτικό πεδίο του θεατή, ακόμη και όταν η δράση επικεντρώνεται σε άλλα πρόσωπα. Η σκηνική χημεία, η υποκριτική σύμπνοια και το δέσιμο της ομάδας επιτυγχάνουν μια εξαιρετικά συντονισμένη παράσταση συνόλου, η οποία μετά από δύο μήνες φαίνεται να έχει «δέσει» ακόμη περισσότερο. Ως προς τις ερμηνείες, όλοι δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό στις καθημερινές, ρεαλιστικές, ακόμη και χιουμοριστικές στιγμές, παρά σε αυτές της έντονης συναισθηματικής φόρτισης στις οποίες δεν αποφεύγονται οι υψηλοί τόνοι και ο μελοδραματισμός. Η Ελεωνόρα Βασιλείου δίνεται ολόκληρη, σωματικά και ψυχικά, στην ερμηνεία της Άννας. Δίνει με ζωντάνια και ενέργεια την αισιόδοξη πλευρά της ηρωίδας, την παιδικότητα, την αθωότητα και την αφέλειά της, χωρίς ωστόσο να αφήνει να διαφανούν οι διακυμάνσεις στη διάθεσή της ή ακόμη να υπονοηθεί και μια άλλη, λιγότερο αισιόδοξη και χαρούμενη πλευρά της ηρωίδας. Ο Βαρνάβας Κυριαζής δίνει, ως Ότο Φρανκ, μία από τις καλύτερες ερμηνείες του. Με εξαίρεση τον, ίσως αναπόφευκτο λόγω σεναρίου, μελοδραματισμό της τελικής σκηνής, δημιουργεί με ακρίβεια και ισορροπία τον άνθρωπο που κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ετών, μέσα από την αισιοδοξία, την ωριμότητα, το θάρρος, την ηρεμία και την καλοσύνη του, υπήρξε το σημείο αναφοράς για όλους τους υπόλοιπους.

    Η δημοτικότητα της παράστασης δεν είναι τυχαία και αναδεικνύει και το κενό που υπάρχει στο κομμάτι του εφηβικού θεάτρου ή των παραστάσεων που απευθύνονται σε ολόκληρη την οικογένεια. Το γεγονός ότι πολλοί έφηβοι, μέσα από την παράσταση, ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της ιστορίας και της λογοτεχνίας είναι από μόνο του ένα τεράστιο κέρδος της παραγωγής και ακόμη μεγαλύτερο θα είναι αν τους δημιουργήσει την περιέργεια να πάρουν στα χέρια τους και το πραγματικό «Ημερολόγιο». Πέρα από αυτό, η καλοστημένη αυτή παράσταση κατορθώνει, για δύο περίπου ώρες (παρά την ενοχλητική διακοπή του διαλείμματος), την αβίαστη συναισθηματική εμπλοκή του θεατή, ο οποίος εκτός από το ότι συγκινείται μπαίνει και σε μια παράδοξη συνθήκη: παρά το γεγονός ότι γνωρίζει το τέλος, μέχρι και την τελευταία στιγμή ελπίζει, όπως και οι ήρωες, ότι με κάποιο μικρό θαύμα η έκβαση της ιστορίας θα αλλάξει.

     

     

     

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Η αρρώστια της νιότης

    Το τελικό αποτέλεσμα δεν δικαιώνει τις προθέσεις της Αλίκης Δανέζη Knutsen η οποία σκηνοθετεί ...

    A Room to Grow / Amen II

    Ο χορευτής και χορογράφος Φώτης Νικολάου δίνει το δικό του ιδιαίτερο –και όχι μόνο ...

    ΕΞΩΣΤΗΣ | Ο Αλαβροστοισειώτης

    Συγγραφέας: Παύλος Λιασίδης Σκηνοθέτης: Νίκος Χατζόπουλος Παίζουν: Δημήτρης Αντωνίου, Μαρίνα Αργυρίδου, Άνδρη Θεοδότου, Κλείτος ...

    Ουζερί Τσιτσάνης

    Εκμηδενίζοντας την απόσταση σκηνής και πλατείας, ο σκηνοθέτης Σίμος Κακάλας υπογράφει μια παραγωγή στην ...

    Αναγέλαστα: Λογιών-λογιών γεναίτζες

    Η παράσταση Παραπλεύρως Παραγωγές εντάσσεται στη μακρά, πλέον, λίστα των θεατρικών παραγωγών που εξερευνούν ...

    Ένας Γέρος, μία θάλασσα

    Συγγραφέας: Μαρία Χρυσάνθου Σκηνοθεσία: Αλεξία Παπαλαζάρου Σκηνικά / κοστούμια: Λάκης Γενεθλής Μουσική: Δημήτρης Ζαχαρίου ...

    X