Janusz Korczak: Ο «γέρο-δόκτωρ»

  • Οι δράσεις των Αποθηκών του ΘΟΚ για την περίοδο 2019-2020 εμπνέονται από τη ζωή και το έργο του Γιάνους Κόρτσακ και προτείνουν, υπό τον τίτλο “Νέος σε έρημο νησί”, μια σειρά από δράσεις, οι οποίες εκτείνονται μέχρι τον Απρίλιο του 2020 

    Γεννημένος στη Βαρσοβία το 1878 ή 1879, ο Πολωνοεβραίος Henryk Goldszmit έμεινε στην ιστορία γνωστός με το ψευδώνυμο Γιάνους Κόρτσακ, τόσο για το συγγραφικό και παιδαγωγικό του έργο όσο και για το ηρωικό του τέλος. Γιατρός, παιδαγωγός, δάσκαλος, συγγραφέας και διευθυντής του ορφανοτροφείου «Το σπίτι των ορφανών» όπου θα συγκεντρώσει παιδιά ορφανά, παιδιά του δρόμου και παιδιά φτωχών οικογενειών, ο Κόρτσακ θα μετατρέψει το ορφανοτροφείο του σε χώρο παρακολούθησης και πρακτικής εφαρμογής των ριζοσπαστικών, για την εποχή του, παιδαγωγικών μεθόδων. Με βαθιά πίστη, αγάπη και σεβασμό στον κόσμο των παιδιών, διακηρύσσοντας σθεναρά ότι «δεν είναι παιδιά, είναι άνθρωποι», ο Κόρτσακ δημιούργησε για αυτά έναν κόσμο ασφάλειας, ελευθερίας της άποψης, υπευθυνότητας, αυτοδιάθεσης και χειραφέτησης. Στην κοινότητα του ορφανοτροφείου, ακόμη και όταν το 1940 μεταφέρεται από τους ναζί στο γκέτο της Βαρσοβίας, ο Κόρτσακ αγωνίζεται, παρά τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, πέρα από το να διασφαλίσει την ασφάλεια και τη σίτιση των παιδιών, να εξασφαλίσει την εφαρμογή κανόνων ενός δημοκρατικού συστήματος προσαρμοσμένου στις ανάγκες των παιδιών. Αυτός ήταν και ο λόγος που στην κοινότητα λειτουργούσε το δικαστήριο των παιδιών, όπου οι πράξεις τους δικάζονταν από παιδιά και όχι ενήλικες. Αυτό ήταν και το σημαντικότερο βήμα προς τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του παιδιού, τα οποία επίσημα αναγνωρίζονται το 1989 με τα Άρθρα 12-17 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του παιδιού του ΟΗΕ. Με τα βιβλία «Πώς να αγαπάμε το παιδί» και «Το δικαίωμα του παιδιού στον σεβασμό», ο Κόρτσακ διεκδικεί για τα παιδιά δικαιώματα που, ακόμη και σήμερα, δεν είναι πάντα αυτονόητα και δεδομένα: το δικαίωμα του παιδιού στον σεβασμό και την αγάπη, στην ιδιοκτησία, στην άμυνα, στη διαμαρτυρία, στην εκπαίδευση, στην αντίσταση στην εκπαίδευση, στο ψέμα, στη γνώση και την άγνοια, στην αποτυχία, στο λάθος, στο παιχνίδι, στο να είναι αυτό που είναι, στο να διεκδικεί και να απαιτεί, να διαμαρτύρεται ενάντια στην αδικία, στο να έχει μυστικά, το δικαίωμά του στην οδύνη και τον θάνατο.

    Θέατρο για εφήβους: Οι επιμελητές του προγράμματος, αφουγκραζόμενοι τις σημαντικές ελλείψεις που υπάρχουν στο τοπίο του εφηβικού (και όχι παιδικού) θεάτρου, τοποθετούν «στο επίκεντρο της δημιουργικής διαδικασίας τον έφηβο ως θεατή και ως συνδημιουργό»

    Τον Αύγουστο του 1942 και ενώ του δίνεται αρκετές φορές η δυνατότητα να διαφύγει με πλαστό διαβατήριο, ο «γέρο-δόκτωρ» οδηγεί την πομπή των 192 παιδιών στο σημείο όπου έφευγαν τα τρένα με προορισμό τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Κόρτσακ, με σεμνό ηρωισμό, συνοδεύει τα παιδιά για να τους εξασφαλίσει έναν θάνατο με αξιοπρέπεια και χωρίς φόβο. Αυτό το παράδειγμα, το παράδειγμα του δόκτωρα Κόρτσακ, ήταν η σιωπηλή διαμαρτυρία και η ηχηρή αντίσταση στον παραλογισμό του πολέμου.

    Νέος σε έρημο νησί

    Οι δράσεις των Αποθηκών του ΘΟΚ για την περίοδο 2019-2020 υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιάννη Καραούλη και της Ελένης Μολέσκη, εμπνέονται από τη ζωή και το έργο του Γιάνους Κόρτσακ και προτείνουν, υπό τον τίτλο «Νέος σε έρημο νησί», μια σειρά από δράσεις οι οποίες εκτείνονται μέχρι τον Απρίλιο του 2020. Η έναρξη των δράσεων, η οποία πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο, κατόρθωσε να μυήσει το κοινό στον κόσμο του Πολωνοεβραίου γιατρού και παιδαγωγού μέσα από την εξαιρετική παρουσίαση της μεταφράστριας στα ελληνικά του βιβλίου «Το δικαίωμα του παιδιού στο σεβασμό» Μπεάτα Ζουλκιέβιτς, αλλά και την προβολή της συγκλονιστικής ταινίας «Korczak» του Πολωνού σκηνοθέτη Αντρέι Βάιντα. Με τον προγραμματισμό μιας σειράς εκπαιδευτικών και καλλιτεχνικών δράσεων (οι οποίες, εξαιρουμένων των παραστάσεων, είναι όλες χωρίς κόστος συμμετοχής) που περιλαμβάνουν παραστάσεις, σεμινάρια, ομιλίες και θεατρικά εργαστήρια από ηθοποιούς, θεατρολόγους, συγγραφείς και παιδαγωγούς, οι δύο επιμελητές, αφουγκραζόμενοι τις σημαντικές ελλείψεις που υπάρχουν στο τοπίο του εφηβικού (και όχι παιδικού) θεάτρου και εμπλέκοντας σημαντικούς ανθρώπους και φορείς της τέχνης και της παιδαγωγικής, τοποθετούν «στο επίκεντρο της δημιουργικής διαδικασίας τον έφηβο, ως θεατή και ως συνδημιουργό».

    Το παράδειγμα του δόκτορα Κόρτσακ

    Η πρώτη παραγωγή των δράσεων των Αποθηκών βασίζεται στο έργο του θεατρικού συγγραφέα Ντέιβιντ Γκρεγκ με τίτλο «Το παράδειγμα του δόκτορα Κόρτσακ». Εμπνευσμένο από το έργο και τη ζωή του Κόρτσακ και βασισμένο στο ημερολόγιο που ανελλιπώς έγραφε όταν το ορφανοτροφείο μεταφέρθηκε στο γκέτο της Βαρσοβίας, ο Γρκεγκ αποτυπώνει την καθημερινότητα των παιδιών στο γκέτο, τον αγώνα του Κόρτσακ να τους εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και τα ηθικά διλήμματα που είχε να αντιμετωπίσει μέσα από την θηριωδία του πολέμου, η οποία προκαλούσε καθημερινά τον ιδεαλισμό του. Ο Γκρεγκ μένει σε μεγάλο βαθμό πιστός στο ημερολόγιο και στα πραγματικά γεγονότα, προσθέτοντας, ωστόσο, δύο φανταστικά πρόσωπα, δύο παιδιά, τη Στεφανία και τον Άτζιο. Ο Άτζιο, ένα παιδί μεγαλωμένο στους δρόμους που ακολουθεί πιστά τους νόμους της επιβίωσης, θα είναι ο χαρακτήρας που θα αμφισβητήσει τις πεποιθήσεις του Κόρτσακ ως ουτοπικές μέσα στη θηριωδία του πολέμου, ενώ θα προκαλέσει και την αφοσίωση της Στεφανίας, ενός κοριτσιού που λειτουργεί ως το δεξί χέρι του «γέρο-δόκτορα». Στην προσπάθειά του να αποφύγει την άμεση αναπαράσταση των παιδιών και να μην φέρει τον θεατή αντιμέτωπο με μια εικονοποιία ανθρώπων που υπήρξαν πραγματικά, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την μπρεχτική αποστασιοποίηση με δύο τρόπους: μέσα από τους ηθοποιούς-αφηγητές οι οποίοι αναλαμβάνουν τους ρόλους τους ενώπιόν μας, και μέσα από την απεικόνιση των παιδιών με ξύλινες κούκλες, οι οποίες κατοικούνται στη φαντασία του κάθε θεατή με ξεχωριστό τρόπο.

    Στην παραγωγή του ΘΟΚ, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Γιάννη Καραούλη και τη δραματουργική επεξεργασία της Ελένης Μολέσκη, οι ξύλινες κούκλες αντικαθίστανται ευφυώς από δεκάδες ζευγάρια «ακατοίκητα» παπούτσια (παραπέμποντας κατευθείαν στις σωρούς παπουτσιών που αντικρίζει κανείς σήμερα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης-μουσεία, όπως το Άουσβιτς), ενώ η χρήση της «κρυφής» κάμερας που κατά διαστήματα αποτυπώνει τα όσα συμβαίνουν εξασφαλίζει στην παράσταση την αίσθηση της ζωντανής καταγραφής και του ντοκουμέντου. Με τα παπούτσια να μετακινούνται διαρκώς μέσα στον χώρο από τους τέσσερις ηθοποιούς συμβολίζοντας τα δεκάδες παιδιά του ορφανοτροφείου, ο Γιάννης Καραούλης, με την πρωταγωνιστική συνδρομή του λειτουργικού σκηνικού (Ελένη Ιωάννου) και των εύστοχων φωτισμών (Γιώργος Λάζογλου), αλλά και με σεβασμό στο έργο και τα γεγονότα, δίνει μια σκηνοθεσία λιτή, αφαιρετική και παιγνιώδη, η οποία προκαλεί διαρκώς το ενδιαφέρον και τη φαντασία του θεατή, ανήλικου και ενήλικου. Οι ηθοποιοί συστήνονται, μας ενημερώνουν για το έργο, για το τι είναι και τι δεν είναι αληθινό, ενώ επιδίδονται σε έναν αυξανόμενο σε ταχύτητα κύκλο επανάληψης των δράσεών τους, αποτυπώνοντας έτσι την καθημερινότητα των παιδιών στο γκέτο. Το έργο και η σκηνοθεσία καταγράφουν με λεπτές ισορροπίες από τη μια την καθημερινότητα των παιδιών και της σχέσης τους με τον Κόρτσακ και τις μεθόδους του, και από την άλλη τις εσωτερικές σκέψεις του γιατρού, που συχνά κυριεύονται από απελπισία και απαισιοδοξία. Αυτές οι σκέψεις αποτυπώνονται πολύ έξυπνα μέσα από τον φανταστικό διάλογο-μονόλογο που κάθε τόσο ανοίγει ο Κόρτσακ με τον Γερμανό φρουρό του γκέτο, ο οποίος κάνει αισθητή την παρουσία του είτε μέσω του προβολέα, είτε μέσα από τον ήχο της εκπυρσοκρότησης του όπλου του. Και ενώ το έργο αφορά άμεσα τη θηριωδία του πολέμου, την πείνα, την εξαθλίωση και τη απάνθρωπη συμπεριφορά των ναζί, αυτά ποτέ δεν τα βλέπουμε να απεικονίζονται σκηνικά, παρά μόνο να υπονοούνται: μέσα από τους έξυπνα δομημένους διαλόγους, μέσα από ραδιοφωνικά ανακοινωθέντα, μέσα από τους ήχους που εισβάλλουν στο γκέτο, μέσα από τα στρατιωτάκια-παιχνίδια που «παίζουν» πόλεμο, μέσα από τα χέρια που προβάλλουν με ναζιστικό χαιρετισμό χωρίς ποτέ να μας επιτρέπουν να αντικρίσουμε τα πρόσωπα στα οποία ανήκουν. Η σκηνική αυτή ευαισθησία έχει ένα παράδοξο αποτέλεσμα: ενώ δεν γίνεται καμία προσπάθεια συναισθηματικού εκβιασμού (η μεγαλύτερη παγίδα σε θέματα που σχετίζονται με το ολοκαύτωμα), το κοινό δονείται συναισθηματικά, χωρίς αυτό ποτέ να του επιβάλλεται.

    Αυτή η αίσθηση του παιχνιδιού, της «στημένης» παράστασης που μένει μακριά από τη ρεαλιστική απεικόνιση, υποστηρίζεται με απόλυτη συνέπεια και από τους τέσσερις ηθοποιούς της παράστασης. Ο Ανδρέας Μακρής κατορθώνει με άνεση να μεταμορφωθεί στους πολλαπλούς ρόλους που καλείται να ερμηνεύσει, οι οποίοι εκπροσωπούν κυρίως φιγούρες ενηλίκων που ζουν έξω από το ορφανοτροφείο, χωρίς να τους προσδίδει μέσα από την ερμηνεία του οποιαδήποτε κριτική στάση ή χρωματισμό με αρνητικό ή θετικό πρόσημο, αποφεύγοντας έτσι να προκαταβάλει τους θεατές απέναντι σε αυτά τα πρόσωπα. Οι τρεις κεντρικοί ήρωες (Κόρτσακ, Στεφανία, Άτζιο), αν και διαγράφονται κάπως επιφανειακά από τον Γρεγκ με αποτέλεσμα να μην αποτυπώνεται η πραγματική διάσταση της πολυσχιδούς προσωπικότητας του Κόρτσακ και τα δύο παιδιά να μην είναι πολύ πειστικοί χαρακτήρες, ωστόσο κερδίζουν το χαμένο έδαφος μέσα από τις ερμηνείες και την καθοδήγηση του σκηνοθέτη. Η Μικαέλλα Θεοδουλίδου δίνει ισορροπημένα την αθωότητα και την αφέλεια του κοριτσιού που πιστεύει με πάθος στον κόσμο του Κόρτσακ, ενώ εύκολα αφήνεται να παρασυρθεί από τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Ο Τάριελ Μπερίτζε, αν και άγουρος υποκριτικά, ωστόσο δίνει βάθος στην αντιδραστικότητα του Άτζιο και αφήνει να υπονοηθούν οι βαθιές πληγές που την προκαλούν. Ο Παναγιώτης Λάρκου κινείται εντυπωσιακά κοντά στην κινηματογραφική εκδοχή του Κόρτσακ, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα ανθρώπινο και όχι εξιδανικευμένο: ο χαρακτήρας του έχει έμφυτη καλοσύνη και αισιοδοξία, αλλά ταυτόχρονα απελπίζεται και οργίζεται από τον άνισο αγώνα να κρατήσει ακλόνητη την πίστη του στον «τέλειο κόσμο» για τον οποίο εκπαίδευσε τα παιδιά του.

    Η παράσταση, αλλά και όλες οι δράσεις των Αποθηκών, δίνουν μια εξαίρετη ευκαιρία σε γονείς, εκπαιδευτικούς και εφήβους κάθε ηλικίας (από την πρώτη τάξη του γυμνασίου μέχρι και την τελευταία του λυκείου) να γνωρίσουν -και επιβάλλεται να γνωρίζουν- τον Κόρτσακ και το έργο του. Γιατί όσο υπάρχουν παιδιά των οποίων κάθε δικαίωμα, και κυρίως το δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή ζωή, καταπατείται βάναυσα, το παράδειγμα του δόκτορα Κόρτσακ θα είναι προφητικά επίκαιρο και ζωτικά αναγκαίο.

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι

    Συγγραφέας: Τενεσί Ουίλιαμς Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης Σκηνοθεσία: Άγις Παΐκος Σκηνικά-κοστούμια: Μαρίζα Παρτζίλη Ερμηνεύουν: Μήδεια ...

    Πράγματα δικά μου, αληθινά

    Σκηνοθεσία: Μαρία Κυριάκου Παραγωγή: Νέα Σκηνή ΘΟΚ Το θέατρο ανέκαθεν προσπαθούσε να απορροφήσει κοινωνικούς ...

    RELIC

    Σκηνοθεσία, χορογραφία, ερμηνεία: Ευριπίδης Λασκαρίδης Κοστούμι: Άγγελος Μέντης Ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Μιχόπουλος, Νίκος Κόλλιας ...

    «Ο γυάλινος κόσμος»

    Σκηνοθεσία: Ανδρέας Τηλεμάχου Παραγωγή: Θέατρο Ανεμώνα Το 1942, ο Tενεσί Ουίλιαμς γράφει ένα μικρό ...

    Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν

    Η σκηνική ανάγνωση του Άδωνη Φλωρίδη πάνω στο έργο του Μπρεχτ παραμένει πιστή και ...

    SAVED

    Η σκηνοθεσία της Μαρίας Κυριάκου σε αυτό το έργο του Μποντ προσπάθησε να αντισταθμίσει ...

    X