One for Sorrow

  • Το «One for Sorrow» και η παράσταση δίνουν στον θεατή ένα πολυεπίπεδο σκηνικό και λεκτικό οικοδόμημα στο οποίο δεν είναι λίγες οι στιγμές που αναγνωρίζει στάσεις και συμπεριφορές του ίδιου του εαυτού του 

    Συγγραφέας: Cordelia Lynn
    Σκηνοθεσία: Μαρία Ιόλη Καρολίδου

    Τον περασμένο Ιούνιο η Μαρία Ιόλη Καρολίδου σύστησε στο κυπριακό κοινό την ανερχόμενη και πολλά υποσχόμενη Βρετανίδα γραφέα Cordelia Lynn με το συνταρακτικό «Lela & Co», ένα έργο-δήλωση σε σχέση με τη γυναικεία αφήγηση στη σύγχρονη κοινωνία και γι’ αυτό απόλυτα εναρμονισμένο με τις αναζητήσεις του πρότζεκτ ΣΕΖΟΝ Γυναίκες 2019-2021. Φέτος, στο πλαίσιο του ίδιου πρότζεκτ, η σκηνοθέτις επιστρέφει στο τελευταίο έργο της βραβευμένης συγγραφέως, ένα έργο-ανάθεση από το Royal Court, το «φυτώριο» των νέων συγγραφέων στη Βρετανία. Το «One for Sorrow» -τίτλος που παραπέμπει στο παραδοσιακό νανούρισμα που αφορά τις καρακάξες- μπορεί εκ πρώτης όψεως να απομακρύνεται θεματικά από την ξεκάθαρη γυναικεία αφήγηση, ωστόσο αποτυπώνει μέσα από μια ιδιαίτερα σύνθετη θεματολογία τους πολλαπλούς ρόλους της σύγχρονης γυναίκας του δυτικού κόσμου.

    Το έργο τοποθετείται στο σύγχρονο Λονδίνο, αμέσως μετά από ένα τρομοκρατικό χτύπημα, αντίστοιχο με αυτό που συνέβη το 2015 στο Μπατακλάν στο Παρίσι. Η ιστορία περιορίζεται στο σπίτι μιας τυπικής μεσοαστικής οικογένειας στο οποίο ο απόηχος της επίθεσης εισβάλλει ποικιλοτρόπως. Η μητέρα και ο πατέρας, μορφωμένοι αστοί, έχουν μεγαλώσει τις δύο τους κόρες σε κλίμα δημοκρατικό και προοδευτικό, εκπαιδεύοντάς τες να συζητούν και να έχουν κριτική σκέψη και άποψη. Είναι μια οικογένεια «πολιτισμένη» που διαβάζει, συζητά πίνοντας κρασί, διαφωνεί δημοκρατικά και παίρνει θέση για όλα τα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα. Ο λεκτικός φεμινισμός και ιδεαλισμός της φοιτήτριας Imogen και της έφηβης Chloe εκδηλώνονται μέσα από την απόρριψη των απόψεων της προηγούμενης γενιάς που εκπροσωπούν οι γονείς, αλλά πάντα μέσα από την ασφάλεια που παρέχουν το σπίτι και η γονεϊκή προστασία. Σε μια προσπάθεια οι λέξεις να γίνουν πράξη, η «ειρηνίστρια» Imogen δημιουργεί, λίγο μετά την επίθεση, ένα hashtag με την ονομασία «ανοιχτή πόρτα» με το οποίο προσκαλεί στο σπίτι τους όποιον χρειάζεται ένα ασφαλές μέρος να μείνει τη νύχτα. Η «εισβολή», όμως, ενός πραγματικού επισκέπτη θα αλλάξει τα δεδομένα της οικογένειας, δοκιμάζοντας τις αντοχές της και αποκαλύπτοντας τις παθογένειές της.

    Το έργο της Lynn είναι ιδιαίτερα σύνθετο, τόσο νοηματικά όσο και γλωσσικά. Οι ήρωες μιλούν ακατάπαυστα σε μια αγωνιώδη προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού (αν είναι καλοί άνθρωποι και πολίτες, αν είναι προοδευτικοί, αν εναντιώνονται στα στερεότυπα), ενώ η εξωτερική απειλή διαταράσσει την εσωτερική ασφάλεια, είτε με τη συνεχή αναφορά του αριθμού των νεκρών που διαρκώς αυξάνεται, είτε με τους ποικίλους ήχους της πόλης που παρεισφρέουν στο σπίτι. Ενώ, όμως, το πρώτο μέρος του έργου δείχνει να ισορροπεί ευφυώς ανάμεσα στη σάτιρα, την υπαινικτική γλώσσα, τη σύγκρουση και το αίσθημα της αγωνίας μέσα από τη μυστηριώδη εμφάνιση του άγνωστου επισκέπτη, στο δεύτερο μέρος η ισορροπία αυτή διαταράζεται: οι συγκρούσεις και οι συζητήσεις γίνονται φλύαρες και επαναληπτικές χάνοντας την καθαρότητά τους, τα ερωτήματα μένουν αναπάντητα, η ρευστότητα του λόγου φέρνει ασυνεννοησία, το βίαιο μαζικό ξέσπασμα δεν πείθει, οι κορυφώσεις δεν φέρνουν ένα τέλος αλλά δημιουργούν φαύλους κύκλους που μεγαλώνουν αχρείαστα τη διάρκεια του έργου, το οποίο δείχνει να μην ξέρει πού ακριβώς θέλει να καταλήξει.

    Λεκτικό χάος: Ο σύνθετος και πολυεπίπεδος λόγος της Lynn, στην ελληνική μεταφέρεται μεν με ευφράδεια και ευφάνταστες λέξεις και φράσεις, ωστόσο καταλήγει στον θεατή ως ένας λόγος αφύσικος και επιτηδευμένος.

    Αυτό το λεκτικό χάος που χαρακτηρίζει τον, κατά τα άλλα, ευφυή λόγο της Lynn περνά αναπόφευκτα και στην –υπερβολικά πιστή– μετάφραση της Μαρίας Ιόλης Καρολίδου, η οποία δεν κατορθώνει να απαλλαγεί από το αγγλικό ύφος του λόγου, ενώ κάποιες εκφράσεις οι οποίες μεταφραστικά είναι ορθές, μέσα από τη διαρκή επανάληψή τους ακούγονται ανοίκειες και αταίριαστες με τη φυσική ροή της ελληνικής γλώσσας. Ο σύνθετος και πολυεπίπεδος λόγος της Lynn, στην ελληνική μεταφέρεται μεν με ευφράδεια και ευφάνταστες λέξεις και φράσεις, καταλήγει ωστόσο στον θεατή ως ένας λόγος αφύσικος και επιτηδευμένος, κρατώντας τους ήρωες σε απόσταση. Σε αντίθεση με τη μετάφραση, το έργο αναδεικνύεται σκηνοθετικά μέσα από την ανάγνωση της Μαρίας Ιόλης Καρολίδου, κινούμενη με επιτυχία ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το αφαιρετικό, το λογικό και το παράλογο. Αυτή η διπλή υπόσταση της σκηνοθεσίας κατορθώνει να αποτυπώσει σκηνικά τη ρευστή (άλλοτε ρεαλιστική και άλλοτε όχι) δομή του ονείρου, ενώ, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, αναδεικνύει τις ισορροπίες του έργου ανάμεσα στο σατιρικό και το δραματικό στοιχείο. Το, εκ πρώτης όψεως, ρεαλιστικό σαλόνι (Ελένη Ιωάννου) μεταμορφώνεται με την πάροδο του χρόνου σε «βομβαρδισμένο» τοπίο, αφού το χώμα πάνω στο τραπέζι και η (υπερβολικά συχνή) χρήση καπνών αφήνουν συμβολικά το «έξω» να κατακτήσει το «μέσα», αποδομώντας τη φαινομενική ασφάλεια του σπιτιού. Ομοίως, το ηχητικό τοπίο (Χριστίνα Γεωργίου) αφήνει τον απόηχο της επίθεσης να εισβάλει στο σπίτι, ενώ σε συνδυασμό με τις συμβολικές προβολές (εικόνες από μαζικές εκτελέσεις, η εικόνα της υπερμεγέθους καρακάξας), τον σωστά εστιασμένο και υποβλητικό φωτισμό (Καρολίνα Σπύρου) και το ψιθύρισμα του νανουρίσματος δημιουργούν το εφιαλτικό περιβάλλον, το οποίο, ίσως, να αντικατοπτρίζει τον κόσμο όπως αυτός αποτυπώνεται στο μυαλό της Imogen. Ο μυστήριος επισκέπτης ο οποίος αρνείται να βγάλει το σακάκι του και να εγκαταλείψει το σακίδιό του, εισβάλλει στο σπίτι με τον ίδιο τρόπο που εισέβαλε κάποτε μια καρακάξα, το πουλί που αν και θεωρείται από τα ευφυέστερα ζώα του πλανήτη, η δυτική κουλτούρα το έχει συνδέσει με την κακοτυχία και τον θάνατο. Η εμφάνιση και η παράδοξη συμπεριφορά του, υπό την πίεση του φόβου που γεννούν η τρομοκρατία και η πιθανότητα του θανάτου, θα μετατρέψουν το ασφαλές καταφύγιο σε ναρκοπέδιο, ενώ θα αποκαλύψει τη χειρότερη όψη των μελών της οικογενείας, συνθλίβοντας τις αντιλήψεις, τον ιδεαλισμό, την καλοσύνη και τον ανθρωπισμό τους.

    Υποκριτικά, αν και η ομάδα βαδίζει σε διαφορετικούς υποκριτικούς κώδικες, κατορθώνει να αποκτήσει ομοιογένεια και σκηνική χημεία. Ο Δημήτρης Αντωνίου ερμηνεύει τον «ευνουχισμένο» από τη γυναικοκρατούμενη οικογένεια, πατέρα, με ανάλαφρη επιτήδευση και χιούμορ, μένοντας μακριά από μια ρεαλιστική ερμηνεία, η οποία πιθανότατα θα ήταν αταίριαστη με το ύφος του έργου. Η Θέκλα Φλουρή στον ρόλο της Chloe κρατά σταθερά πολύ υψηλούς τόνους με αχρείαστη υπερβολή στην κίνηση και την έκφραση, καταλήγοντας σε έναν μονότονο νευρικό παροξυσμό. Η Άννα Γιαγκιώζη αναλαμβάνει τον πιο ρεαλιστικό, τον πιο αληθοφανή χαρακτήρα του έργου. Η πολυεπίπεδη ερμηνεία της, με εξαίρεση το μελοδραματικό ξέσπασμα στη σκηνή με τις δύο κόρες, αφήνει να διαφανούν όλες οι πτυχές του χαρακτήρα της μητέρας: το χιούμορ, η μητρική αγάπη, η ευθύνη, η συζυγική ανία, η ειρωνεία, ο δυναμισμός αλλά και η αδυναμία που φέρνει ο φόβος του κινδύνου και του θανάτου. Εξαιρετική στην ερμηνεία της -αν και ίσως ακατάλληλη ηλικιακά- η Άντρια Ζένιου στον ρόλο της Imogen, αφού κατορθώνει να αποδώσει εκφραστικά και σωματικά την πνευματική σύγχυση, η οποία αποτυπώνεται στον ακατάσχετο λόγο της ηρωίδας. Ο Ανδρέας Κουτσόφτας ακολουθεί μια μετριοπαθή ερμηνεία χαμηλών τόνων χωρίς να κατορθώνει να πείσει για τη γοητεία και την επιρροή που φαίνεται να ασκεί ο ήρωας στα δύο κορίτσια. Επιπλέον, έχω την εντύπωση ότι ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Ανδρέας Κουτσόφτας περιγράφεται από τη Lynn ως “British Asian”, γεγονός που παραπέμπει κατευθείαν σε έναν άνδρα μελαμψό με χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονται στο στερεότυπο που συχνά επικρατεί για κάποιον «υποψήφιο τρομοκράτη». Αυτή η όψη επεξηγεί κατευθείαν τα συναισθήματα φόβου και υποψίας που γεννιούνται στην οικογένεια, τα οποία εντείνονται από την παράδοξη στάση του επισκέπτη. Στην παράσταση, ωστόσο, η φυσική όψη του Ανδρέα Κουτσόφτα όχι μόνο δεν οδηγεί σε υποψίες ότι ίσως να είναι τρομοκράτης, αλλά αντιθέτως μας πείθει απόλυτα ότι είναι Άγγλος φοιτητής και μάλιστα με διδακτορικό, όπως ισχυρίζεται. Η απουσία αυτού του κομβικού, κατά τη γνώμη μου, στοιχείου στερεί από τον θεατή τη δυνατότητα να κατανοήσει και να αιτιολογήσει τη συμπεριφορά των μελών της οικογενείας. Ακόμη κι έτσι, όμως, το «One for Sorrow» και η παράσταση δίνουν στον θεατή ένα πολυεπίπεδο σκηνικό και λεκτικό οικοδόμημα στο οποίο δεν είναι λίγες οι στιγμές που αναγνωρίζει στάσεις και συμπεριφορές του ίδιου του εαυτού του.

     

     

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Δωμάτια

    2…5…1: Δύο παραστάσεις, πέντε δωμάτια και ο θεατής, ως μοναδική οντότητα. Αυτός είναι ο ...

    Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα

    Ένα τέλεια συντονισμένο σύνολο ήχου, εικόνας και κίνησης, το οποίο, υπό την καθοδήγηση της ...

    Ένας Γέρος, μία θάλασσα

    Συγγραφέας: Μαρία Χρυσάνθου Σκηνοθεσία: Αλεξία Παπαλαζάρου Σκηνικά / κοστούμια: Λάκης Γενεθλής Μουσική: Δημήτρης Ζαχαρίου ...

    Πράγματα δικά μου, αληθινά

    Σκηνοθεσία: Μαρία Κυριάκου Παραγωγή: Νέα Σκηνή ΘΟΚ Το θέατρο ανέκαθεν προσπαθούσε να απορροφήσει κοινωνικούς ...

    Ο Βαφτιστικός, από τον ΘΟΚ

    Σκηνοθεσία: Παναγιώτης Λάρκου Παραγωγή: ΘΟΚ Στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 (+1) χρόνων από ...

    Επικίνδυνες Σχέσεις

    Συγγραφέας: Christopher Hampton (βασισμένο στο μυθιστόρημα του Laclos) Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Ανδρέας Αραούζος Σκηνικά-Κοστούμια: Έλενα Κατσούρη ...

    X