Στη ράχη μιας λεοπάρδαλης [μέρος Α’]

  • Το τζιπ βουρά προς το Τρόοδος, βουίζοντας.

    Κοιτάζω έξω απ΄ το παράθυρο και σιγοτραγουδάω Γιάννη Μαρκόπουλο εικονογραφημένο ποιητικά από Κ. Χ. Μύρη, τέλος ’60 αρχές του ’70: «ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα, ήλιος και μαύρο κρασί…». O καυτός αέρας μεγεθύνει σαν σε λυρική σκηνή τις άριες των τζιτζικιών, η άσφαλτος μπροστά και πίσω αναπαράγει αντικατοπτρισμούς, Μοργκάνες λε Φέι «…κάποιος τον πούλησε, κάποιος τον ρήμαξε, σαν δανεισμένη πραμάτεια, τώρα τ’ αγόρια μου παίζουν τον θάνατο στα χαρακώματα…».

    «Δραματοποιείς…» ακούω τη φωνή της αντίδρασης μέσα μου και σπάζομαι.

    «Αν πεθάνω σε μέρος του κόσμου ξένο –συνεχίζω με πείσμα– θα ‘θελα να με κάψουνε κι ύστερα να σκορπίσουν τη στάχτη μου στους πέντε ανέμους, αν όμως συμβεί το μοιραίο στην Κύπρο, επιθυμώ να με βάλουνε βαθιά στο χώμα της, να με ξεχάσουνε εδώ για πάντα, κι ίσως να γράψουνε στην πέτρα με μολύβι φάμπερ:

     «Ο Αληθεινός κοιμάται στο κόκκινο χώμα

     για σκέπασμα έχει το πανωφόρι του

     για μαξιλάρι το σακίδιό του».

    «Δραματοποιείς κατ’ επανάληψη…» συνεχίζει δίχως συναίσθημα η φωνή και πριν προλάβω να πάρω τη ρεβάνς…

    «Κάτι έχεις εσύ σήμερα» λέει δίπλα μου η Ελληνίτσα, ενώ πατάει γκάζι κι ανάβει το πέμπτο πρωινό της τσιγάρο. Από το τίναγμα της μηχανής συμπεραίνω ότι τα αυτόματα αυτοκίνητα δεν έχουν φαντασία, αντιδρούν βάσει ίδιων δεδομένων, τόσο στα εύκολα προσπεράσματα όσο και στις ανηφόρες.

    «Το κεφάλι μου είναι βαρύ από τη χθεσινή ζιβανία», ξεφουρνίζω τη μισή, την εύκολη αλήθεια, η άλλη μισή είναι σκέψη… έγνοια ξαπλωμένη εις διπλούν στο πίσω μέρος του Τογιότα: δυο γλυπτά προσκυνητάρια, ένας άγιος Μάμας κι ένας άγιος Ιωάννης Πρόδρομος, αποκεφαλισθείς απ’ το κατεστημένο της εποχής του… διότι είναι προαιώνιος ανθρώπινος νόμος οι πρόδρομοι –με τον έναν ή τον άλλον τρόπο– να αποκεφαλίζονται ή να ευνουχίζονται από τα κατεστημένα της εποχής τους.

     «Ο Μάμας γράφεται με ένα μ ή με δύο;» ρώτησα τον πανιερώτατο μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο στο γραφείο του. «Με ένα», μου απάντησε, «όμως έχεις δίκιο να ρωτάς, γιατί το όνομα του αγίου προέρχεται από τη λέξη ‘μάμμα’, που δεν καταλάβαιναν καλά οι Λατίνοι. Λέγεται ότι του έδωσαν αυτό το παρατσούκλι επειδή όταν ήταν μικρός ζητούσε συνεχώς τη μάμμα του, ποιος ξέρει…».

    Κάποια ξεχασμένη γνώση στην εικονοθήκη του μυαλού μου επιμένει ότι η εικαστική σύνθεση της εικόνας είναι πιο παλιά απ’ την ύπαρξη των Λατίνων, μα δεν δίνει συγκεκριμένα στοιχεία. Τον έχω ξαναδεί εγώ τον άγιο Μάμα, ίδιο… καθιστό πάνω στο λιοντάρι του, όμορφο στην όψη, λαμπερό στα χρώματα, με ωραία κόμμωση και πλούσια ρούχα. Ούτε σε όνειρο, ούτε σε όραμα. Στην πραγματικότητα. Όμως η μνήμη μου δεν βοηθάει να βρω το νήμα…

    «Μπα, δεν είναι μόνο η ζιβανία… κάτι άλλο σε απασχολεί» συνεχίζει η Ελληνίτσα απτόητη. Μια Μερσεντές μπαίνει στο αντίθετο ρεύμα κι έρχεται κατά πάνω μας με ταχύτητα, την αποφεύγει ψύχραιμα, ανασαίνω με ανακούφιση. Ο τρομαγμένος δύσκολα σκαρφίζεται ψέματα.

    «Έχεις δίκιο, κάθε φορά που τα έργα τελειώνουν και πρέπει να τα αποχωριστώ, νιώθω από τη μια ικανοποίηση, απ’ την άλλη μοναξιά… κάτι σαν εγκατάλειψη», λέω, κι αν οι λέξεις εκφράζουν συναισθήματα, υποθέτω ότι έχω βρει τις σωστές.

    «Καλά, αν αισθάνεσαι έτσι με τα εικονοστάσια, που θα μπορείς να τα βλέπεις κι αύριο, με τις Κατακρύψεις τι κάνεις;».

    Δεν απαντάω, κοιτάζω τους λόφους… τα βουνά.

    Η δενδροφύτευση… η δενδροφύτευση, σκέφτομαι, είναι αραιή. Αδύνατον πια –σε περίπτωση αντάρτικου– να κρυφτούν αρματολοί… επαναστατικές ομάδες. Κάποιος πρέπει να φροντίσει άμεσα για το πύκνωμα των δασών! Τα σχολεία… οι μαθητές… ένας ευπατρίδης… ένας ευεργέτης… ή μήπως στον αιώνα της globalization για να είσαι in πρέπει να δεχτείς ότι κάθε αντίσταση είναι τρομοκρατία, να καταδώσεις τους διαφωνούντες… τους φίλους… τα αδέλφια σου…

    Από τον Σπάρτακο ώς τον Κολοκοτρώνη και τον Κανάρη, από τον Αυξεντίου ώς τον Παναγούλη, όλοι όσοι αντιστέκονται θεωρούνται πλέον τρομοκράτες!

    Άι στον διάολο. Φτάνει. Ας φυτέψουμε δέντρα, να πυκνώσουν τα δάση. Έτσι κι αλλιώς χρήσιμο είναι.

    Στο βάθος του τοπίου ο κόλπος της Μόρφου. Ουρανός θολός, στεριά και θάλασσα τουρκουάζ στην κυριολεξία. Πονάω, κι ας μην έχω πάει ποτέ ώς εκεί, ας μην εγκατέλειψα αναγκαστικά πίσω από τον Πενταδάκτυλο το σπίτι με ό,τι ήταν παιδικό μου, όπως ο Ιωάννης την Αμμόχωστο, η Νίκη την Κερύνεια, ο Τάσος τη Γιαλούσα, ο Νεόφυτος απέναντι στο τέντωμα ενός χεριού τη Μόρφου.

    Πριν δέκα μέρες ζήτησα την άδειά του, να τοποθετήσω δύο εικονοστάσια, ένα στη μητρόπολη κι ένα στον Λαμπαδιστή. Δέχτηκε απλώς, άμεσα, χωρίς δυσπιστία, όπως αρμόζει σε κάθε προικισμένο άνθρωπο και είμαι σίγουρος ότι ακόμη κι αν απέρριπτε το αίτημα η συμπεριφορά του θα παρέμενε η ίδια.

    Σχεδίασα λοιπόν μία λιτή ισόπλευρη κολόνα 33Χ33 πλάτος-μήκος, με ύψος 120 μπροστά και 130 εκατοστά πίσω, να γέρνει δηλαδή, έτσι που να θυμίζει στον προσκυνητή αναλόγιο ή μονόριχτη στέγη. Από κυπριακό μάρμαρο, στο χρώμα της ώχρας. Φαντάστηκα το εσωτερικό της με τέσσερις καθρέφτες και στο βάθος να αναπαύεται η εικόνα που, εξαιτίας της αντανάκλασης των καθρεφτών, θα πολλαπλασιάζεται άπειρες φορές δημιουργώντας έναν ατελεύτητο πνευματικό χώρο. Στις πλευρές της εικόνας, δεξιά κι αριστερά, έβαλα χώμα απ’ τα κατεχόμενα, ο πιστός θα προσκυνάει τον άγιο και μαζί το σκλαβωμένο χώμα.

    Υποστηρίζω ότι ο σχεδιασμός μιας εκκλησίας πρέπει να ξεκινάει διαφορετικά, αντίστροφα απ’ τον σχεδιασμό ενός κοσμικού κτίσματος: ο αρχιτέκτονας του ναού πρέπει να οραματιστεί πρώτα τη στέγη κι ύστερα την κάτοψη. Οι τοίχοι στηρίζουν τη σκεπή, φέρουν τον ουρανό, η χρήση της κολόνας γραμμική ένωση του πάνω με το κάτω δικαιώνεται μόνο όταν οι κολόνες δώσουν την αίσθηση υλοποιημένων ακτίνων φωτός.

    Την Τρίτη 18 Ιουνίου τοποθέτησα το πρώτο εικονοστάσι έξω από τη Μονή του Μαχαιρά, λίγες δεκάδες μέτρα πριν τον Γρηγόρη Αυξεντίου. Στο εσωτερικό, δεξιά κι αριστερά της εικόνας, έβαλα δύο χούφτες χώμα από τα κατεχόμενα. Πάνω τους απόθεσα ένα φύλλο λατσιάς: αυτό το φύλλο (για να μαθαίνεις, φωνή, φωνούλα βολεμένη) βρέθηκε σαν απολιθωμένο παράσημο πάνω στα καρβουνιασμένα υπόλοιπα του κορμιού του Αυξεντίου. Κι ίσως θα έπρεπε, κάθε φορά που ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας παρασημοφορεί ανθρώπους άξιους, το μετάλλιο να έχει το σχήμα εκείνου του φύλλου λατσιάς.

    Ο Γρηγόρης παντρεύτηκε στο βουνό. Λένε πως μόλις τελείωσε η τελετή, ο παπάς του είπε: «Να ζήσεις, Γρηγόρη». «Για μένα, παπά, η αρμόζουσα ευχή είναι καλό βόλι», απάντησε κι έφυγε, γνωρίζοντας αυτό που μόνο οι ήρωες γνωρίζουν: στο τέλος του δρόμου τον περίμενε το προσωπικό του ολοκαύτωμα. Και τον δικαίωσαν σύντομα οι καταραμένοι Εγγλέζοι.

     Το εικονοστάσι: Τοποθέτησα το πρώτο έξω από τη μονή του Μαχαιρά, λίγες δεκάδες μέτρα πριν τον Γρηγόρη Αυξεντίου

     

    • Το πιο πάνω διήγημα γράφτηκε το 2002 και εκδόθηκε το 2010 από τις εκδόσεις Αιγαίον. Θεώρησα σωστό, ίσως και χρήσιμο, να το αναδημοσιεύσω σε δύο συνέχειες διότι, στα σχεδόν είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν από τότε έως σήμερα, τα προβλήματα του τόπου όχι μόνο δεν μειώθηκαν αλλά δυστυχώς «εμπλουτίστηκαν» με καινούργια, ακόμα πιο δύσλυτα. Οι πρωταγωνιστές του διηγήματος -συμπεριλαμβανόμενου και του συγγραφέα- άλλαξαν, συχνά όχι μόνο στην όψη. Τα δύο από τα τρία προσκυνητάρια που τοποθέτησα (στο προαύλιο της Μητρόπολης Μόρφου και στον Καλοπαναγιώτη) εξακολουθούν να υπάρχουν και να λειτουργούν με τους προσκυνητές. Το τρίτο, εκείνο της Μονής Μαχαιρά, ξεριζώθηκε, άγνωστο πότε και γιατί, χωρίς να ερωτηθώ και να ενημερωθώ για την τύχη του.

    ΛΕΖΑΝΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ :Προσκυνήτρια στο εικονοστάσι του Καλοπαναγιώτη.

     

    • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

      Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

    You May Also Like

    Ένα αλλιώτικο μουσείο στην Αθήνα

    Ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί θεαμάτων, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, είναι ...

    Mια παιδική ανάμνηση, στο σήμερα

    Την πρώτη φορά που με πήγαν να δω παράσταση στο Εθνικό Θέατρο, ήταν το ...

    Ταξιδιωτική Ιστορία

    Μια από τις πολλές απώλειες που έφερε η πανδημία ήταν και η ματαίωση των ...

    Ο ιεροφάντης και η σκυτάλη: έκθεση στο Μουσείο Ακρόπολης

    Αναθηματικό ανάγλυφο. Σύμφωνα με την επιγραφή, το αφιέρωσε ο ιεροφάντης Αγνούσιος στη Θεσμοφόρο Δήμητρα ...

    Ουκ αν λάβοις παρὰ του μη έχοντος

    Σηκώνω ψηλά τη μαγκούρα μου και την κατεβάζω με δύναμη στο κεφάλι του Χάρου. ...

    Συνάντηση με τον Μανόλη Κορρέ |Μέρος A’

    Μια συζήτηση με τον αρχιτέκτονα, καθηγητή Μανόλη Κορρέ είναι αναπόφευκτο είναι αναπόφευκτο να περιστραφεί ...

    X