Πολλοί ξαφνιάστηκαν στην είδηση της περασμένης βδομάδας ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β’ θέλει να μετατρέψει το Εθνολογικό Μουσείο (Οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου) σε Εκκλησιαστικό, στο πλαίσιο ενός οράματος για την ευρύτερη περιοχή πέριξ της Αρχιεπισκοπής και του νέου καθεδρικού ναού στην παλιά Λευκωσία. Λίγοι, όμως, γνώριζαν ήδη ότι το Εθνολογικό Μουσείο ανήκει ως κτήριο, στο μεγαλύτερο μέρος του, στην Εκκλησία της Κύπρου.

Και τώρα; Γίνεται ένα μουσείο στην καρδιά μιας πόλης να ακυρώνεται με ευκολία για να έρθει κάποιο άλλο στη θέση του;

«Ολόκληρο το μουσείο είναι σε καταπίστευμα», ανέφερε στον «Π» ο Αρχιεπίσκοπος την περασμένη Πέμπτη. «Της επιτροπής που διαχειρίζεται το καταπίστευμα προεδρεύει ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος και μέχρι τώρα το προσφέραμε στο Τμήμα Αρχαιοτήτων». Όπως εξήγησε, ενώ η συμφωνία ανανεωνόταν σταθερά, αυτή τη φορά «αποφασίσαμε να μην την ανανεώσουμε. Τώρα που το χρειαστήκαμε, θα το χρησιμοποιήσουμε», δήλωσε χαρακτηριστικά ο προκαθήμενος της Εκκλησίας.

Ο Αρχιεπίσκοπος διεκδικεί την Οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου

Τα ερωτήματα

Κάποια στιγμή θα ξεσκονιστούν οι φάκελοι με το καταπίστευμα και θα μάθουμε τις λεπτομέρειες. Εγείρονται, όμως, πολλά ερωτήματα. Εκτός από τον Αρχιεπίσκοπο που προεδρεύει αυτής της επιτροπής του καταπιστεύματος, ποια είναι τα υπόλοιπα μέλη της;

Και όταν λαμβάνονται αποφάσεις για μουσειακά ιδρύματα, σε ποιο βαθμό επιτρέπεται το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν»; Και αν νομικά το κτήριο ανήκει στην Εκκλησία, από τη στιγμή που έχει μια εξέχουσα θέση στον μουσειακό χάρτη της χώρας και στην κοινότητα την ίδια ως προς την προσέγγιση της Ιστορίας της, μπορεί ηθικά να το διεκδικήσει;

Γιατί ο Αρχιεπίσκοπος δεν αναβαθμίζει το υφιστάμενο Βυζαντινό Μουσείο και το Ίδρυμα Αρχ. Μακαρίου Γ’ που στεγάζονται στον χώρο της Αρχιεπισκοπής; Για το Βυζαντινό Μουσείο μαθαίνουμε ότι υπάρχει έτοιμη μουσειολογική μελέτη.

Βεβαίως υπάρχουν και οι ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες: πόσο ανήκει στην Εκκλησία και πόσο στο κράτος; Και πώς θα διαχωρίσει το δικό της από το κρατικό κομμάτι η Εκκλησία; Και τα μουσειακά εκθέματα; Θα τα δώσει στο Τμήμα Αρχαιοτήτων ή θα τα πετάξει στα σκιπ που μόνιμα κοσμούν τους δρόμους πέριξ της Αρχιεπισκοπής [επειδή πάντα κάτι βρίσκεται να χαλάσει ο Αρχιεπίσκοπος];

Θα γινόταν όλο αυτό το θέμα αν το μουσείο ήταν αρχαιολογικό αντί εθνολογικό;

Και κάτι τελευταίο: θα αντιδράσει κάποια στιγμή το Τμήμα Αρχαιοτήτων;

Η ιστορία του

To κτίσμα που σήμερα αποτελεί το Εθνολογικό Μουσείο ανάγεται στον 15ο αιώνα και στην περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο. Σύμφωνα με μελέτη της δρος Νάσας Παταπίου, το «μεγάλο μέγαρο» ανήκε σε αξιωματούχο του βασιλείου της Κύπρου και στη συνέχεια πέρασε στην ιδιοκτησία της μεγάλης οικογένειας των Ποδοκάθαρων. Στο πέρασμα των αιώνων, το σπίτι υπέστη μεταβολές, επισκευές και προσθήκες και η νεότερη περίοδός του ξεκινά το 1793.

Το αρχοντικό του δραγομάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου αποτελεί το σημαντικότερο δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής της περιόδου της Τουρκοκρατίας στη Λευκωσία ενώ διατήρησε και διατηρεί μέχρι σήμερα το οικόσημο των Ποδοκάθαρων στο υπέρθυρό του.

Μετά τον θάνατο του Κορνέσιου, το σπίτι αγοράστηκε από τη Χατιζέ χανούμ Μαγνήσαλη για 13 χιλιάδες γρόσια. Από αυτήν το αγόρασε εκ νέου ο μικρότερος γιος του δραγομάνου, το 1830. Τελευταία ένοικος πριν τη μετατροπή του σε μουσείο ήταν η Ιουλία Πική, η οποία με τον θάνατό της το 1979 κληροδότησε το δικό της μερίδιο (που είχε με την αδελφή της Άννα Χαριλάου Δημητριάδου) στην Αρχιεπισκοπή για να το κάνει μουσείο. Το υπόλοιπο τμήμα της οικίας αποκτήθηκε από το Τμήμα Αρχαιοτήτων.

Στις αρχές του ’80 έγιναν συστηματικές εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης του αρχοντικού το οποίο σήμερα αποτελεί το Εθνολογικό Μουσείο (Οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου). Από το 1935 είναι κηρυγμένο αρχαίο μνημείο και από το 1988 αποτελεί το μοναδικό μουσείο στη Λευκωσία που με σαφήνεια αντανακλά τα 300 χρόνια της Οθωμανικής Περιόδου στην Κύπρο, μιας περιόδου που εν πολλοίς αγνοείται από το κυρίαρχο αφήγημα για τη χώρα μας. Εν τέλει, το Εθνολογικό Μουσείο μέσα από μια σειρά δράσεων τα τελευταία χρόνια μπορεί κανείς να πει ότι ανταποκρίνεται στην πρόταση που διατύπωσε το 2017 για τη Διεθνή Ημέρα Μουσείων το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM): «Τα μουσεία μπορούν να συμβάλουν στην κατανόηση δύσκολων, αντιφατικών ή σύνθετων πτυχών της ανθρώπινης ιστορίας. Επιπλέον, ως χώροι διαμεσολάβησης και διαλόγου, έχουν τη δυνατότητα να παίξουν ουσιαστικό ρόλο στην ειρηνική αντιμετώπιση τραυματικών ιστοριών, προσφέροντας πολλαπλές οπτικές και αναγνώσεις».

Γροθιές υψωμένες, στο πάτωμα του Εθνολογικού Μουσείου (Οικία Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου). Έργο του Ορέστη Κάλβαρη στο πλαίσιο της έκθεσης ««Μουσεία και αμφιλεγόμενες ιστορίες: τα μουσεία μιλούν για εκείνα που δεν λέγονται», 2017.

«Το θεωρώ απαράδεκτο»

Ζητήσαμε τη γνώμη μουσειολόγων, καλλιτεχνών και ιστορικών τέχνης σχετικά με το αρχοντικό του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου και το ενδεχόμενο μετατροπής του σε Εκκλησιαστικό Μουσείο.

  • Ο εικαστικός Νίκος Κουρούσιης έζησε εκεί από τα 12 μέχρι τα 14 του χρόνια, όταν ακόμη το σπίτι ήταν χωρισμένο στα δύο και προτού ενοποιηθεί για να γίνει μουσείο:

«Ως ένοικος, ήταν πολύ σημαντική εμπειρία η διαμονή μου σε ένα τέτοιο χώρο. Οι ενέργειες του Αρχιεπισκόπου είναι πάντα αλλοπρόσαλλες, σε όλα τα επίπεδα. Δεν με ξαφνιάζει ούτε αυτό. Όμως πρέπει να υπάρξει μια αντίδραση από τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο για να μην εκμεταλλευτεί ο Αρχιεπίσκοπος και αυτό τον χώρο, στον οποίο έγιναν πολύ σημαντικές παρεμβάσεις. Θα είναι κρίμα αν μετατραπεί σε κάτι άλλο. Χτίζει αυτό τον τεράστιο ναό, ένα μέρος του ας το κάνει εκκλησιαστικό μουσείο. Το θεωρώ απαράδεχτο. Ελπίζω να τον φωτίσει ο Θεός…»

  • Η Ευφροσύνη Ριζοπούλου – Ηγουμενίδου, ομότιμη καθηγήτρια στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, είχε την ευθύνη της μελέτης της ιστορίας του αρχοντικού και της εσωτερικής διαμόρφωσης του χώρου προκειμένου να γίνει το μουσείο που έχουμε σήμερα.

«Πιστεύω πως κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες θα πρέπει να διατηρηθεί ο χαρακτήρας του μουσείου ως ιστορικού μνημείου και οπωσδήποτε να διατηρηθούν τα ιδιαίτερα στοιχεία που το συνδέουν με τον σημαντικότερο δραγουμάνο της Κύπρου».

  • Η Λουκία Χατζηγαβριήλ είναι ιστορικός τέχνης, διευθύντρια της Λεβέντειου Πινακοθήκης και πρόεδρος της Κυπριακής Εθνικής Επιτροπής UNESCO:

«Το αρχοντικό Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου αντιπροσωπεύει μια περίοδο της αστικής Λευκωσίας στην Τουρκοκρατία. Με τη συντήρηση που του έγινε και την επίπλωση, αντανακλά ένα σπίτι ακριβώς όπως ήταν τότε. Είναι κρίμα να γίνει εκκλησιαστικό ενώ 200 μέτρα παρακάτω βρίσκεται το Βυζαντινό Μουσείο, ένα υπέροχο Βυζαντινό Μουσείο μάλιστα. Η δύναμη της Λευκωσίας είναι ο πολιτισμός της. Δεν αντιλαμβάνομαι προς τι και γιατί να γίνει αυτή η αλλαγή».

  • Η Δέσπω Πασιά είναι μουσειολόγος και εκπαιδευτικός και σχεδίασε εκπαιδευτικά προγράμματα ειδικά για το εν λόγω μουσείο:

«Υπάρχουν δύο πτυχές σε αυτό το θέμα: η πρώτη είναι η σημασία του κτηρίου και της παρουσίας του ως ιδρύματος μέσα στην πόλη. Πρόκειται για το σπίτι του Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, ενός ανθρώπου που έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στην κοινωνία με θετικούς και αρνητικούς τρόπους. Μετατρέποντάς το σε Εκκλησιαστικό Μουσείο στην ουσία απαλείφεται η παρουσία της Οθωμανικής Περιόδου ως ιστορικής, πολιτισμικής και κοινωνικής περιόδου.

Επιπλέον, πρόκειται για το χωρικό σημείο όπου εκδηλώθηκε μια μεγάλη εξέγερση εναντίον του Χατζηγεωργάκη. Τυχόν μετατροπή του αφαιρεί, εκτός από το ιστορικό, και το κοινωνικό κομμάτι που είναι πολύ σημαντικό.

Ένα άλλο σημείο αφορά το ότι αποτελεί το μοναδικό σπίτι στη Λευκωσία που είναι ταυτόχρονα μουσείο και αυτό είναι το πολιτισμικό κεφάλαιο που ενδεχομένως να απαλειφθεί. Όταν το προσεγγίσαμε εκπαιδευτικά, αντιληφθήκαμε πως είναι ίσως ο μοναδικός χώρος όπου μπορείς να προσεγγίσεις την καθημερινή ζωή ιστορικά μέσα στη Λευκωσία, όχι μόνο στην Οθωμανική Περίοδο. Εκτός από τον Χατζηγεωργάκη, ποιοι έμεναν σε αυτό το σπίτι; Υπήρχαν η οικογένειά του, οι υπηρέτες και υπηρέτριες. Το διακύβευμα δεν είναι ότι φεύγει ένα μουσείο από τη Λευκωσία αλλά ότι φεύγει ένα μουσείο της συγκεκριμένης περιόδου και αυτής της διάστασης του σπιτιού, που δεν βρίσκουμε αλλού στη Λευκωσία.

Τέλος, πλέον και ως άτομο, πέρα από εκπαιδευτικός – μουσειολόγος, δεν μπορώ να μην διερωτώμαι ποια είναι η πολιτισμική ανάγκη που μας οδηγεί σε αυτή την απόφαση. Δεν θα θέλαμε να ακούσουμε ως κοινό ποιος είναι ο λόγος αυτής της απόφασης; Ποια είναι τα επακόλουθα μιας απόφασης που οδηγεί στην αποφόρτιση ενός χώρου πολιτιστικά φορτισμένου; Προβάλλει μια μεγάλη απορία ανάμεσα στην απόφαση να διατηρείς τη μνήμη μιας χρήσης και στην απόφαση απάλειψής της χωρίς να έχεις την ευαισθησία και την κατανόηση της ανάγκης ώστε να είναι φανερή η διαστρωμάτωση της ζωής μιας πόλης. Η μοναδικότητα του εν λόγω μουσείου και μόνο θα έπρεπε να είναι αρκετή για να το αναδείξουμε, όχι να το απαλείψουμε. Όλα τα άλλα που λέμε είναι περιφερειακά».

  • Η Άννα Μαραγκού είναι αρχαιολόγος και ιστορικός:

«Θλίβομαι για τον τόπο μου, για τις αλήθειες του τόπου μου», σχολίασε η Άννα Μαραγκού, επισημαίνοντας ότι το εν λόγω αρχοντικό υπήρξε ενετικό κτίσμα που απέκτησε εξέχουσα θέση κατά την Οθωμανική Περίοδο και πως η ιστορία του θα αλλοιωθεί σημαντικά σε περίπτωση που μετατραπεί σε Εκκλησιαστικό Μουσείο. «Είμαστε άξιοι ενός υπέροχου τόπου και ανάξιοι να τον κρατήσουμε».

  • Η Εύη Τσελίκα, επίκουρη καθηγήτρια και συντονίστρια του προγράμματος Kαλών Tεχνών του Πανεπιστήμιου Λευκωσίας, συνεπιμελήθηκε το 2013 την έκθεση «Στης Μαρουδιάς» στο Εθνολογικό Μουσείο:

«Έχω την εντύπωση πως αν ήταν άλλου είδους μουσείο δεν θα γινόταν μια τέτοια κίνηση. Η Οθωμανική είναι η περίοδος που παραγκωνίζεται, που είναι εντάξει να την αφήνουμε πίσω. Μα, η οθωμανική κυριαρχία διήρκεσε 300 χρόνια και δεν έχουμε άλλο χώρο μουσειακού τύπου που να αγγίζει αυτή την περίοδο. Είναι λίγο περίεργο να μην έχεις ένα μουσείο για τρεις αιώνες της Ιστορίας σου.

Επιπλέον, δεν είναι ξεκάθαρο γιατί πρέπει να χρησιμοποιηθεί το συγκεκριμένο σπίτι για ένα Εκκλησιαστικό Μουσείο από τη στιγμή που το Ίδρυμα Αρχ. Μακαρίου και το Βυζαντινό Μουσείο λίγα μέτρα πιο κάτω θα μπορούσαν να το φιλοξενήσουν. Αναρωτιέμαι γιατί να υπάρχει ανάγκη δημιουργίας ενός Εκκλησιαστικού Μουσείου εκτός του Ιδρύματος Αρχ. Μακαρίου.

Τέλος, τα μουσεία έχουν πάντα κάποιου είδους διοικητικά συμβούλια που λαμβάνουν αποφάσεις. Θεωρώ ότι είναι καλό να υπάρχει συλλογική ευθύνη για αυτό το θέμα. Όπως θα συνέβαινε με πολλά ιδρύματα, θα ήταν σωστό να εμπλακούν και άλλοι φορείς, ο δήμος και το Τμήμα Αρχαιοτήτων πρωτίστως, γιατί είναι ανοιχτό προς όλους το μουσείο. Δεν πρόκειται για ένα μουσείο που δεν είναι δραστήριο. Χρειάζεται να υπάρχει η δυνατότητα να εκφραστούν διάφορες απόψεις».

  • Μερόπη Μωυσέως

    Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καλύπτει το πολιτιστικό ρεπορτάζ στο Παράθυρο της εφημερίδας Πολίτης από το 2005. Ζει στη Λευκωσία | meropi.m@politis-news.com

You May Also Like

Μια ντουζίνα υποψηφιότητες για τον «Λίνκολν»

Η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογραφικών Τεχνών και Επιστημών ανακοίνωσε την Πέμπτη τις ταινίες και τους ...

Ξανά επί σκηνής οι «Αφηγήσεις Γυναικών»

Οι «Αφηγήσεις Γυναικών: μια διασκευή των 18 αφηγήσεων της Νίκης Μαραγκού» επιστρέφουν στη σκηνή του ...

Νίκος Μαμαγκάκης | «Η ζωή δεν είναι μόνο καθωσπρεπισμός. Είναι και χυδαιότητα»

Την τελευταία συνέντευξη που ο Νίκος Μαμαγκάκης παραχώρησε στην Ελευθεροτυπία δημοσιεύει η ελληνική εφημερίδα, ...

H «Αγάπη» κέρδισε στις Κάννες

Τρία χρόνια μετά την βράβευσή του για τη «Λευκή Κορδέλα», ο Μίχαελ Χάνεκε έγινε ...

H Εύη Δημητρίου στο Time to Dance Festival στη Λετονία

Το έργο της με τίτλο «Unusual Suspects» σε χορογραφία και ερμηνεία της ίδιας παρουσιάζει ...

deSIGN No.01 – Your passport, please?

“Το διαβατήριο αποτελεί ταξιδιωτικό έγγραφο, που εκδίδεται από κρατική αρχή και χρησιμεύει για τη ...

X