Πράγματα δικά μου, αληθινά

  • Σκηνοθεσία: Μαρία Κυριάκου

    Παραγωγή: Νέα Σκηνή ΘΟΚ

    Το θέατρο ανέκαθεν προσπαθούσε να απορροφήσει κοινωνικούς κραδασμούς, να αναδείξει αντανακλάσεις της πραγματικότητας και να θέσει ή να απαντήσει φιλοσοφικά ερωτήματα. Αν το αρχαίο δράμα διατύπωσε αυτά τα ερωτήματα μέσα από τα πάθη μεγάλων, ηθικά και ταξικά, ηρώων, το θέατρο του 20ού αιώνα είναι εκείνο που έστρεψε το ενδιαφέρον του στα πάθη του απλού ανθρώπου, του αντι-ήρωα που τρέφει το μεγαλείο του μέσα από τη δυσβάσταχτη, συχνά, καθημερινότητά του. Και δεν είναι τυχαίο ότι παρά τη διεύρυνση των ορίων της τέχνης του θεάτρου, το ρεαλιστικό θέατρο εξακολουθεί σήμερα να αγγίζει το σύγχρονο κοινό το οποίο δείχνει να έχει ανάγκη να αναγνωρίσει ψήγματα του εαυτού του στη σκηνή.

    Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το έργο «Πράγματα δικά μου, αληθινά» του Αυστραλού Άντριου Μπόβελ. Πρόκειται για ένα οικογενειακό έργο στο οποίο τίποτα κοσμογονικό δεν συμβαίνει, ούτε και οι ήρωές του ξεχωρίζουν για κάτι που είναι ή κάτι που έχουν κάνει. Οι γονείς, η Φραν και ο Μπομπ Πράις, ανήκουν στη μεσαία εργατική τάξη και προσπαθούν να δημιουργήσουν τις ιδανικές συνθήκες για τα τέσσερα παιδιά τους. Θέτοντας στο επίκεντρό του την ανθεκτικότητα της οικογένειας, το έργο του Μπόβελ αναδεικνύει θέματα γνώριμα και οικεία: την οικονομική επιβίωση, τις συγκρούσεις ανάμεσα στο ζευγάρι, τις συγκρούσεις ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά, τον ανταγωνισμό, την αδυναμία προς ένα παιδί, την εφηβεία, την ενηλικίωση, την αναζήτηση της ταυτότητας μέσα στον κόσμο, την άδεια φωλιά, τη συζυγική σχέση χωρίς τα παιδιά, τη σύνταξη, τον περιττό ελεύθερο χρόνο, την αλλαγή ρόλων, τις προσδοκίες και τις απογοητεύσεις. Η οικογένεια συστήνεται μέσα από τον τελευταίο έναν χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου η πορεία της ζωής των ηρώων εξελίσσεται και μεταλλάσσεται όπως ακριβώς η πορεία της φύσης, η οποία συμμετέχει πρωταγωνιστικά στο έργο: τέσσερις εποχές, για τέσσερα παιδιά. Τα σημάδια από τις μεταβάσεις της φύσης σηματοδοτούν συμβολικά τις μεταβάσεις του κάθε παιδιού, αλλά και ολόκληρης της οικογένειας ως συνόλου. Συνδετικός κρίκος και σημείο αναφοράς, το σπίτι. Το σπίτι από το οποίο όλοι θέλουμε να ξεφύγουμε και στο οποίο όλοι επιστρέφουμε: το φυσικό και ψυχικό μας καταφύγιο.

    Η οικειότητα οφείλεται αποκλειστικά στις εξαιρετικές ερμηνείες της Πόπης Αβραάμ και του Βασίλη Βασιλάκη, αφού κατορθώνουν να αποτυπώσουν όλες τις συναισθηματικές εκφάνσεις τις οποίες βιώνει ένα παντρεμένο ζευγάρι με παιδιά

    Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται η Φραν, η δυναμική μητέρα που δείχνει να προλαβαίνει τα πάντα, να βρίσκει ή να εφευρίσκει λύσεις, να γνωρίζει αμέσως όταν κάτι δεν πάει καλά. Ο χαρακτήρας της Φραν αλλά και του συζύγου/πατέρα Μπομπ κτίζονται μέσα από μικρά ρεαλιστικά επεισόδια, τα οποία αποτελούν και τη βασική δομή του έργου. Η ρεαλιστική αυτή ροή διακόπτεται από τις εμβόλιμες αφηγήσεις-μονολόγους του κάθε παιδιού ξεχωριστά. Απευθυνόμενοι στους θεατές, οι τέσσερις χαρακτήρες συστήνονται, αποκαλύπτουν και αποκαλύπτονται. Ο εναρκτήριος μονόλογος της Ρόζι, της μικρότερης ηλικιακά κόρης που αναζητά την ταυτότητά της μέσα από την επώδυνη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση, συστήνει στους θεατές την οικογένεια Πράις. Μέσα από τα μάτια της Ρόζι η οικογένεια μοιάζει τόσο εξιδανικευμένη, που σχεδόν ξενίζει τον θεατή. Αυτή η εικόνα, ωστόσο, αρχίζει σταδιακά να καταρρέει, όταν οι αφηγήσεις των υπόλοιπων παιδιών οδηγούν σε αποκαλύψεις που δοκιμάζουν τις σχέσεις, τα όρια και τις αντοχές τους.

    Η σύνδεση της Μαρίας Κυριάκου με το έργο και την ομάδα της την οδηγεί σε μια λιτή και ξεκάθαρη σκηνοθεσία, η οποία αναδεικνύει με ευαισθησία και ανθρωπισμό την «απλή» αυτή ιστορία της οικογένειας Πράις. Όπως συμβαίνει και με το έργο, στήνει το οικοδόμημά της πάνω στα στέρεα θεμέλια του ρεαλισμού, διανθίζοντάς τα όμως με λεπτές δόσεις σκηνικού συμβολισμού. Η διπολικότητα αυτή αποτυπώνεται πρωτίστως στη ρέουσα και εύγλωττη μετάφραση του Βάιου Λιαπή, η οποία, αν και δομείται στη φυσικότητα του καθημερινού λόγου, αφήνει να διαφανεί, ιδιαίτερα στους μονολόγους, μια ανεπαίσθητη ποιητικότητα. Το καλαίσθητο σκηνικό της Κωνσταντίνας Ανδρέου λειτουργεί έξυπνα προς τον καταμερισμό της δράσης και υποβοηθά τις εισόδους και εξόδους των ηθοποιών, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί το κεντρικό σύμβολο της παράστασης. Το σκηνικό αποκαλύπτει την εξωτερική όψη του πίσω μέρους του σπιτιού με τη βεράντα και λίγα σκηνικά αντικείμενα που παραπέμπουν στην εικόνα του «κουκλόσπιτου» στο οποίο η Ρόζι τοποθετεί την οικογένειά της, ενώ ο κήπος αποτελεί τον βασικό χώρο δράσης, αφήγησης, ανάμνησης και μετάβασης από τη μια εποχή στην άλλη, λαμβάνοντας προεκτάσεις συμβολικές και σε ό,τι αφορά τη σχέση της Φραν και του Μπομπ. Η όψη του κήπου, στο τέλος του έργου, υπογραμμίζει εύγλωττα την πορεία που έχει διαγράψει η οικογένεια κατά τη διάρκεια των τεσσάρων εποχών. Οι φωτισμοί του Σταύρου Τάρταρη, πέρα από τη λειτουργική τους χρήση, συνδράμουν ουσιαστικά στη δημιουργία μιας ποιητικής ατμόσφαιρας η οποία λειτουργεί ως αντίβαρο στον ρεαλισμό του έργου: βοηθούν στη σκηνική υλοποίηση των flashbacks στην ανέμελη παιδική ηλικία, περιορίζουν τον χώρο δράσης στους μονολόγους των παιδιών, υπογραμμίζουν συναισθήματα, προοικονομούν καταστάσεις και υποβάλλουν την αίσθηση της μετάβασης από τη μια εποχή στην άλλη. Ομοίως και ο ηχητικός σχεδιασμός του Πάνου Μπάρτζη, ενώ το επαναλαμβανόμενο μουσικό του μοτίβο παραπέμπει στο υπέροχο «Famous Blue Raincoat» του Leonard Cohen, οι στίχοι του οποίου στιγματίζουν τη σχέση της Φραν και της Πιπ, οδηγώντας τες σε μια βαθιά κατανόηση των ρόλων τους ως μητέρας, κόρης και γυναίκας.

    Η απλότητα και ευαισθησία της σκηνοθεσίας οδηγεί προς μια αντίστοιχη κατεύθυνση και τους ηθοποιούς της παράστασης. Η σκηνική χημεία, η ερμηνευτική σύμπνοια, αλλά και η σύνδεσή τους τόσο με τους χαρακτήρες που υποδύονται όσο και με τους υπόλοιπους χαρακτήρες τούς δίνουν τη σκηνική άνεση να διασώσουν ό,τι απρόοπτο μπορεί να συμβεί επί σκηνής. Οι ρεαλιστικές τους ερμηνείες διαταράζονται μόνο στις αχρείαστες, κατά τη γνώμη μου, εμβόλιμες σκηνές των flashbacks, οι οποίες τους αναγκάζουν σε μια αφύσικη παιδικότητα. Η ερμηνεία της Χριστίνας Παπαδοπούλου δίνει την αφέλεια με την οποία η Ρόζι ερμηνεύει τον κόσμο γύρω της. Αν και από τον ρόλο απουσιάζει μια πιο σκοτεινή πλευρά, η Χριστίνα Παπαδοπούλου τον υποστηρίζει επάξια και ανταποκρίνεται με επιτυχία στους δύο μεγάλους μονολόγους της αρχής και του τέλους. Και ενώ στην αρχή η «υπερβολή» της μας ξενίζει, στο τέλος η αισιοδοξία της μας είναι αναγκαία γιατί μας χαρίζει, κατά κάποιο τρόπο, την κάθαρση. Ο Γιώργης Βασιλόπουλος ταιριάζει απόλυτα στον ρόλο του Μπεν, δίνοντας με αληθοφάνεια τον νέο που παραστρατεί στην προσπάθειά του να ανταποκριθεί στον τρόπο ζωής μιας άλλης, άγνωστης για εκείνον, κοινωνικής τάξης. Ο Γιώργος Κυριάκου χειρίζεται με ευαισθησία, φυσικότητα και χωρίς εκφραστικές και σωματικές υπερβολές την ιδιαιτερότητα του Μαρκ, του νέου που αναζητά τη σωματική και ψυχική του ευτυχία μέσα από τη μετάβασή του στο «άλλο» φύλο. Η Νιόβη Χαραλάμπους αποτυπώνει εύστοχα και με πειστικότητα την ανάγκη της Πιπ να δραπετεύσει από έναν γάμο «εκ συμπαθείας» για να ζήσει το πάθος και τον έρωτα, ακόμη κι αν αυτό της στερεί τα παιδιά της.

    Αν και οι περιπτώσεις των τεσσάρων παιδιών φαίνονται υπερβολικές ή υπερβολικά πολλές για να χωρέσουν σε μία και μόνο ιστορία (ίσως αυτό οφείλεται στο ότι το έργο είχε ως πηγή έμπνευσης τις ιστορίες, προσωπικές και μη, των μελών των δύο ομάδων –του State Theatre Company South Australia και της βρετανικής ομάδας σωματικού θεάτρου Frantic Assembly– με τις οποίες συνεργάστηκε ο συγγραφέας, που δείχνουν να «στριμώχτηκαν», κατά κάποιο τρόπο, στην ιστορία μίας οικογένειας), γεγονός που αναγκάζει τον συγγραφέα να μείνει στην επιφάνεια της κάθε περίπτωσης, το έργο κερδίζει έδαφος μέσα από τους ολοκληρωμένους χαρακτήρες της Φραν και του Μπομπ και στον οικείο τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τόσο μεταξύ τους όσο και με τα παιδιά τους. Στην παράσταση της Μαρίας Κυριάκου η οικειότητα αυτή οφείλεται αποκλειστικά στις εξαιρετικές ερμηνείες της Πόπης Αβραάμ και του Βασίλη Βασιλάκη, αφού κατορθώνουν να αποτυπώσουν όλες τις συναισθηματικές εκφάνσεις τις οποίες βιώνει ένα παντρεμένο ζευγάρι με παιδιά: το άγχος, τη συγκίνηση, τον θυμό, τη χαρά, την απογοήτευση, την αγωνία, την απόρριψη, την απώλεια. Αυτά τα τόσο γνώριμά μας πρόσωπα είναι και ο λόγος που μέχρι το τέλος του έργου η αυστραλιανή οικογένεια Πράις αποκτά χαρακτηριστικά μιας οικογένειας οικουμενικής, στην οποία κανείς μπορεί να χωρέσει τα χαρακτηριστικά της δικής του οικογένειας, έξω από στενά χρονικά ή εθνικά πλαίσια και χαρακτηριστικά.

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Αβελάρδος και Ελοΐζα

    Συγγραφέας: Γιάννης Καλαβριανός Σκηνοθέτης: Κώστας Σιλβέστρος Παραγωγή: ΕΘΑΛ Στο Pere-Lachaise, το μεγαλύτερο κοιμητήριο της ...

    CUT

    Συγγραφέας: Μιχάλης Παπαδόπουλος Σκηνοθεσία: Βαρνάβας Κυριαζής Παραγωγή: Θέατρο Versus Μετά την παρατεταμένη παρουσία της ...

    Λιοντάρια

    Συγγραφείς: Βασίλης Μαυρογεωργίου, Κώστας Γάκης Σκηνοθεσία: Αλεξία Παπαλαζάρου Σκηνικά – Κοστούμια: Θέλμα Κασουλίδου Μουσική: ...

    Με το ίδιο μέτρο

    Μετάφραση: Βάιος Λιαπής Σκηνοθεσία: Μαγδαλένα Ζήρα Σκηνικά – κοστούμια: Έλενα Κατσούρη Χορογραφία: Αλέξης Βασιλείου ...

    ΕΞΩΣΤΗΣ | Ο Αλαβροστοισειώτης

    Συγγραφέας: Παύλος Λιασίδης Σκηνοθέτης: Νίκος Χατζόπουλος Παίζουν: Δημήτρης Αντωνίου, Μαρίνα Αργυρίδου, Άνδρη Θεοδότου, Κλείτος ...

    Φιλιώ Χαϊδεμένου

    Συγγραφέας: Φιλιώ Χαϊδεμένου Διασκευή: Άνδρη Θεοδότου Σκηνοθεσία: Βασίλης Ευταξόπουλος Είμαι ένας από τους τυχερούς ...

    X