Βιρτζίνια Γουλφ

  • Σκηνοθεσία/διασκευή: Μαρίνος Ανωγυριάτης
    Παραγωγή: Θέατρο Versus

    Παιδί υιοθετημένο από εύπορους γονείς ο Έντουαρντ Άλμπι, σε αρκετά νεαρή ηλικία θα έρθει σε ρήξη με το αποπνικτικό περιβάλλον της οικογένειας που του “έμαθε ιππασία και κολύμπι πριν μάθει να περπατά”, ενώ αρχίζει από πολύ νωρίς να δείχνει το ενδιαφέρον του για τη συγγραφή. Επηρεασμένος από τους προκατόχους του (Ο’Νηλ, Μίλερ, Ουίλιαμς), από το ακμαίο, κατά τη δεκαετία του ’50 και ’60, ευρωπαϊκό θέατρο του παραλόγου, αλλά και την αντιδραστικότητα της “beat generation” η οποία συνιστούσε όχι μόνο μια καλλιτεχνική τάση, αλλά και έναν νέο τρόπο ζωής ενάντια στον κομφορμισμό της αμερικανικής κοινωνίας, ο Άλμπι γράφει το 1962 το πρώτο τρίπρακτο έργο του με τίτλο “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ”, το οποίο παρουσιάζεται την ίδια χρόνια στο Broadway, διχάζοντας το κοινό και την κριτική, αλλά παραμένοντας επί σκηνής για δύο ολόκληρα χρόνια. Σε συνέντευξή του στον William Flanagan το 1966, ο συγγραφέας, αρνούμενος κατηγορηματικά ότι το έργο γράφτηκε για δύο ζευγάρια ομοφυλόφιλων που εμφανίζονται ως ετεροφυλόφιλοι, αποκαλύπτει ότι τον αινιγματικό τίτλο “Who’s Afraid of Virginia Woolf” -ο οποίος παραπέμπει στην αυτόχειρα συγγραφέα Virginia Woolf, αλλά και στο γνωστό τραγούδι της Walt Disney από τα “Τρία γουρουνάκια”, “Who’s afraid of the big bad wolf”- τον είδε για πρώτη φορά γραμμένο σε έναν καθρέφτη σε ένα μπαρ στη Νέα Υόρκη. Χρόνια αργότερα, η εύσχημη αυτή παράφραση έμοιαζε να δίνει νόημα στο νέο του έργο: “[…] και βέβαια το ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ σημαίνει ποιος φοβάται τον κακό λύκο, ποιος, τελικά, φοβάται να ζήσει μια ζωή χωρίς αυταπάτες”.

    Η υπερτονισμένη ωραιοπάθεια κορυφώνεται στην άστοχη σκηνή του χορού, όπου ενώ ο συγγραφέας περιγράφει έναν έντονο σεξουαλικά, αλλά μέσα από την στατικότητά του, χορό, η Βίβιαν Νικολαΐδη και ο Χάρης Αριστείδου οδηγούνται σε μια χορογραφία που θυμίζει ριάλιτι χορού

    Μέσα από το τρίωρο αυτό έργο δωματίου με την αριστοτελική ενότητα χώρου και χρόνου, ο Άλμπι κατορθώνει, με μόνα του όπλα τον οξυδερκή διεισδυτικό λόγο, το κυνικό χιούμορ και την καυστική ειρωνεία, να αποδομήσει εκ νέου το οικοδόμημα του αμερικανικού ονείρου εισβάλλοντας, αυτή τη φορά, στα μεγαλοαστικά σαλόνια των διανοούμενων Αμερικανών. Ο καθηγητής πανεπιστημίου Τζωρτζ και η γυναίκα του -και κόρη του πρύτανη του πανεπιστημίου- Μάρθα, εγκλωβισμένοι σε έναν από καιρό τελματωμένο γάμο, εφευρίσκουν παράδοξους τρόπους για να δώσουν νόημα στη ζωή τους, αντιστρέφοντας την εξιδανικευμένη εικόνα των ευκατάστατων διανοούμενων: καταναλώνουν ασταμάτητα αλκοόλ, βρίζουν στα όρια της χυδαιότητας, ενώ επινοούν “παιχνίδια” και “ρόλους” που τους επιτρέπουν να ξεφύγουν από την πραγματικότητα. Έτσι, ενώ ήδη από τον Ουίλιαμς έχουμε ηρωίδες (Λώρα, Αμάντα, Μπλανς, Μάγκι) που αναζητούν καταφύγιο στην ψευδαίσθηση, στον Άλμπι βλέπουμε για πρώτη φορά ήρωες οι οποίοι ζουν σε ψευδαισθήσεις και αυταπάτες εν πλήρει συνειδήσει, και μάλιστα με προσυμφωνημένους όρους. Ο Τζωρτζ και η Μάρθα υποδέχονται σε μια μεταμεσονύχτια επίσκεψη στο σπίτι τους ένα άλλο, νεαρότερο ηλικιακά, ζευγάρι, τον καθηγητή Βιολογίας και ιδιαίτερα φιλόδοξο Νικ και το αμερικανικό “πρότυπο” συζύγου, Χάνι. Μέσα σε λίγες ώρες και μετά από ένα ανελέητο και βίαιο λεκτικά παιχνίδι ρόλων εξουσίας και συναισθηματικής χειραγώγησης, οι ψευδαισθήσεις καταρρίπτονται και οι ήρωες, απογυμνωμένοι ψυχικά, καλούνται να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Παρά το γεγονός ότι ο Άλμπι συχνά δημιουργεί στα έργα του “παράλογες” καταστάσεις στις οποίες καλεί τους ήρωές του να λειτουργήσουν (όπως συμβαίνει για παράδειγμα στη “Γίδα”), το στοιχείο που τις καθιστά παράλογες -σε αντίθεση με τον Ιονέσκο ή τον Μπέκετ- είναι ότι όλοι μιλούν και συμπεριφέρονται ρεαλιστικά. Ιδιαίτερα στο “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ” ο λόγος έχει απόλυτη συνοχή, οι διάλογοι είναι δομημένοι με ακρίβεια και ευφυΐα, ενώ το γεγονός ότι οι ήρωες κινούνται σε έναν αληθοφανή χώρο (σαλόνι) που αποκαλύπτει ότι πρόκειται για ένα ευκατάστατο ζευγάρι διανοούμενων, δημιουργεί τις απαραίτητες αντιφάσεις με όσα θα ακολουθήσουν ή θα ειπωθούν κατά τη διάρκεια του έργου.

    Η σκηνοθεσία του Μαρίνου Ανωγυριάτη θέλησε να δει το έργο έξω από αυτό το ρεαλιστικό πλαίσιο. Το αφαιρετικό σκηνικό του Σταύρου Αντωνόπουλου που δεν παραπέμπει σε κανένα χρονικό πλαίσιο ή κοινωνικό και πνευματικό status, υπερτονίζει τους προφανείς συμβολισμούς του έργου μέσα από την κυριαρχία του κόκκινου χρώματος στο σκηνικό και του, όχι και τόσο επιτυχημένου, κόκκινου χρώματος στα διάσπαρτα μπουκάλια με αλκοόλ, παραπέμποντας στην αδηφάγο διάθεση του Τζωρτζ και της Μάρθας οι οποίοι χορταίνουν “πίνοντας αίμα”. Επιπλέον, η τριγωνική απόληξη του σκηνικού μπορεί μεν να περιορίζει τον χώρο δράσης και το βάθος της σκηνής, περιορίζει ωστόσο και τις κινήσεις των ηθοποιών σε ένα ασταμάτητο μπρος-πίσω, χωρίς να τους επιτρέπει, μέσα από τη διαμόρφωση του χώρου, να έρθουν σε μετωπική σύγκρουση, που είναι και η κύρια δράση του έργου. Αυτούς τους εξωτερικούς συμβολισμούς του έργου εξυπηρετούν και οι άστοχες, κατά τη γνώμη μου, μουσικές επιλογές οι οποίες, αντί να υπαινίσσονται τη σταδιακή ψυχική διάλυση των ηρώων και να συνομιλούν με τους βαθύτερους στοχασμούς του έργου, υπογραμμίζουν, μέσα από την υψηλή ένταση και τους αναγνωρίσιμους στίχους, τη διάθεση για επίθεση και σύγκρουση.

    Το “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ” είναι ένα έργο που βασίζεται κυρίως στις ερμηνείες των ηθοποιών. Η παράσταση του Μαρίνου Ανωγυριάτη, θέτοντας στο επίκεντρο τον ρόλο της Μάρθας και προσαρμόζοντάς τον στη Βίβιαν Νικολαΐδη, αποδυνάμωσε τους υπόλοιπους χαρακτήρες, ενώ δεν κατόρθωσε να οδηγήσει τους ηθοποιούς σε υποκριτική σύμπνοια και σκηνική χημεία. Ο Αλέξανδρος Μπρατάκος στον ρόλο του ματαιωμένου επαγγελματικά και ευνουχισμένου σεξουαλικά και συζυγικά, Τζωρτζ, ο οποίος, ωστόσο, καθίσταται εν τέλει ο πιο αδίστακτος παίκτης, οδηγεί την ερμηνεία του προς μια επιτηδευμένη σχηματικότητα με αντιρεαλιστική εκφορά λόγου που θυμίζει τις καρικατούρες του θεάτρου του παραλόγου, παρά τον ευφυέστατο χαρακτήρα του Άλμπι, ο οποίος αντλεί τη δύναμή του μέσα από την ευστοχία του λόγου του. Επιπλέον, ο αργός τρόπος εκφοράς του λόγου που υιοθετήθηκε επιβράδυνε τον ρυθμό των διαλόγων, ενώ η αδιαφοροποίητη επανάληψή του οδήγησε σε μια αναπόφευκτη μονοτονία, αποδυναμώνοντας το ίδιο το εύρημα. Ο Χάρης Αριστείδου δίνει ίσως την πιο ρεαλιστική ερμηνεία, γι’ αυτό και ο ρόλος του Νικ φαίνεται να είναι ο πιο πειστικός στις εναλλαγές της διάθεσής του και στον τρόπο που προσαρμόζεται στο παιχνίδι της Μάρθας και του Τζωρτζ. Η Μικαέλλα Θεοδουλίδου, με ενδυμασία που παραπέμπει περισσότερο σε μια συντηρητική και μεγαλύτερη ηλικιακά γυναίκα, παρά σε μια νέα γυναίκα που ξεγέλασε τον σύζυγό της με ψεύτικη εγκυμοσύνη, υπερτονίζει με την ερμηνεία της την αφέλεια της Χάνι, δημιουργώντας έναν, μάλλον, μονοδιάστατο χαρακτήρα. Η Βίβιαν Νικολαΐδη δίνει μια Μάρθα στα πρότυπα της Λιζ Τέιλορ, επενδύοντας περισσότερο στην ωραιοπάθεια και την προκλητικότητα, χαρακτηριστικά στα οποία στοχεύουν και οι ενδυματολογικές επιλογές. Η 52χρονη και εύσωμη, ωστόσο, Μάρθα, δεν φοβάται να τσαλακωθεί και να γελοιοποιηθεί. Είναι η γυναίκα που συχνά μεθά και ρεζιλεύεται σηκώνοντας τα φουστάνια της, είναι η γυναίκα που αποζητά απελπισμένα τρυφερότητα αλλά αδυνατεί να την κερδίσει, είναι η γυναίκα που αυτοσαρκάζεται ως “γριά Μάρθα” και που έχει πλήρη επίγνωση ότι και το δικό της κοινωνικό status απορρέει από τη θέση του πατέρα της. Η υπερβολική σεξουαλικότητα και προκλητικότητα της Βίβιαν Νικολαΐδη έδωσε μια ωραία, εξωτερικά, αλλά σχηματοποιημένη ερμηνεία, η οποία δεν μας άφησε να δούμε την απεγνωσμένη προσπάθεια της Μάρθας για ψυχική και σωματική επαφή, τα πολλαπλά στρώματα ανασφάλειας και αδυναμίας της και, κυρίως, την απόλυτη επίγνωση της κατάστασής της. Η υπερτονισμένη ωραιοπάθεια κορυφώνεται στην άστοχη, κατά τη γνώμη μου, σκηνή του χορού, όπου ενώ ο Άλμπι περιγράφει έναν έντονο σεξουαλικά, αλλά μέσα από τη στατικότητά του, χορό, η Βίβιαν Νικολαΐδη και ο Χάρης Αριστείδου οδηγούνται σε μια χορογραφία (Γιώργος Δημόπουλος) που θυμίζει ριάλιτι χορού (εξ ου και τα χειροκροτήματα του κοινού στο τέλος της σκηνής), αποδυναμώνοντας μία από τις πιο δυνατές (οπτικά και λεκτικά) σκηνές του έργου, η οποία επεξηγεί και τους λόγους που στη συνέχεια ο Τζωρτζ ανατρέπει όλους τους κανόνες του παιχνιδιού.

    Έχω την αίσθηση ότι ο Μαρίνος Ανωγυριάτης, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει μια σύγχρονη εκδοχή του έργου, αποπλαισιωμένη από τα χρονικά και υφολογικά στοιχεία του, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα εξωτερικά χαρακτηριστικά, λειτουργώντας, εν τέλει, ερήμην της ουσίας του ίδιου του έργου. Μπορεί όμως η προσωπική ανάγνωση ενός σκηνοθέτη, ακόμη και οι κάποιες περικοπές που έγιναν (που πάντα γίνονται στο μακροσκελές αυτό έργο), να αιτιολογήσουν τη λέξη “διασκευή” και την παραλλαγή του τίτλου από “Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ” σε “Βιρτζίνια Γουλφ”; Στην παράσταση του θεάτρου Versus δεν παρακολουθήσαμε ένα έργο βασισμένο στο έργο του Άλμπι, αλλά το ίδιο το τρίπρακτο έργο του Άλμπι. Και καλό θα ήταν, είτε πρόκειται για διασκευή είτε όχι, το όνομα του μεταφραστή να τοποθετείται ανάμεσα στους υπόλοιπους συντελεστές της κάθε παράστασης.

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Ο τυχερός στρατιώτης

    Συγγραφείς: Ξένια Καλογεροπούλου, Θωμάς Μοσχόπουλος Προσαρμογή / Σκηνοθεσία / Μουσική επιμέλεια: Γεωργία Μαυραγάνη Σκηνικά ...

    Το κέλυφος

    Με τον συμβολισμό ενός κελύφους, η Κωνσταντία Σωτηρίου παρουσιάζει το άτομο που πάσχει από ...

    Ουζερί Τσιτσάνης

    Εκμηδενίζοντας την απόσταση σκηνής και πλατείας, ο σκηνοθέτης Σίμος Κακάλας υπογράφει μια παραγωγή στην ...

    Η Τριλογία του Παραθερισμού

    Ένα έργο ρεπερτορίου, ένας καταξιωμένος σκηνοθέτης και μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών και λοιπών συντελεστών ...

    PERFORMANCE 3

    Δεκαπέντε χρόνια μετά την πρώτη της παρουσίαση, η Κατερίνα Λούρα έρχεται μέσα από την ...

    Και το όνομα αυτού… [Le Prenom]

    Η γαλλική κωμωδία που ανέβηκε ως συμπαραγωγή του Θεάτρου Αντίλογος με τη Σόλο για ...

    X