Mια παιδική ανάμνηση, στο σήμερα

  • Την πρώτη φορά που με πήγαν να δω παράσταση στο Εθνικό Θέατρο, ήταν το 1953. Τα πόδια μου ακουμπούσαν μόλις στο πάτωμα και με λαιμό τεντωμένο σαν περισκόπιο, παρακολουθούσα  μαγεμένος τη μεγάλη κυρία του ελληνικού θεάτρου Κυβέλη, να δίνει ρεσιτάλ ηθοποιίας, υποδυόμενη την κοντέσα, στο έργο του Γρηγορίου  Ξενόπουλου, Το μυστικό της κοντέσας Βαλαίρενας. Μοναδική, αξεπέραστη ερμηνεία σ’ ένα σημαντικό ελληνικό έργο. Η υπόθεση εξελίσσεται στη Ζάκυνθο του 19ου αιώνα, όπου ζει με τον γιο, τη νύφη και τον εγγονό της η κοντέσα Βαλαίρενα, απόγονος ενός ξεπεσμένου πλέον οίκου ευγενών. Η οικογένειά της κατείχε από το 1620 το μυστικό παρασκευής μιας αλοιφής, θαυματουργής για τα μάτια. Από γενιά σε γενιά, μοναδική γνώστρια της συνταγής ήταν η εκάστοτε κοντέσα, η οποία κρατούσε το μυστικό εφτασφράγιστο σε όλη της την ζωή και το ομολογούσε στην κόρη ή τη νύφη της «μια στιγμή πριν πεθάνει», ορκίζοντάς την να μην το μαρτυρήσει ποτέ και να παρέχει τη θεραπεία δωρεάν. Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένεια στο τέλος της εποχής των αριστοκρατών, η ψυχολογική πίεση απ’ την απαίτηση των παιδιών της να χρησιμοποιήσουν τη συνταγή ως ύστατο μέσο σωτηρίας, ανάγκασαν την κοντέσα να ενδώσει, και παραβαίνοντας τον όρκο της να αποκαλύψει, ή πιο σωστά να προδώσει, το μυστικό πρόωρα.

     

    «Κι αν επέσανε τα δαχτυλίδια, τα δάχτυλα που τα φορούσαν μένουνε», λέει στην αρχή του έργου η κοντέσα, και τη φράση αυτή, την άκουσα να επαναλαμβάνεται συχνά από το στόμα της μάνας μου, άλλοτε χαμογελαστά, κι άλλοτε καρτερικά, φορτίζοντας την ψυχή μου –ανάλογα την περίπτωση- πότε με επίγνωση ευθύνης και πότε  με αέναη αισιοδοξία. 

    Στην τραγική κορύφωση του δράματος, όταν η κοντέσα με πόνο ψυχής, καθορίζει η ίδια το τίμημα της προδοσίας της, συνειδητοποίησα μια για πάντα, πως στη ζωή υπάρχουν όρκοι και υποσχέσεις που αν αθετηθούν, το αντίτιμο είναι ο θάνατος. Κάθε μορφής θάνατος.

    Πλάι στο Εθνικό Θέατρο, επί της οδού Κουμουνδούρου, σε μια ημιυπόγεια αυλή, ανοιχτή στο φωτεινό ουρανό λόγω της κλίσης του εδάφους, έμενε η κυρία Αγαθή, καλή φίλη της μάνας μου, αρκετά μεγαλύτερη της σε ηλικία. Ακόμα και σήμερα, πολλές δεκαετίες μετά, οι εικόνες των δυο γυναικών, της κοντέσας Βαλαίρενας και της κυρίας Αγαθής, μπερδεύονται στη μνήμη μου. Μαυροφορεμένες, αυστηρές, με κινήσεις δωρικές και προφορά αρχοντική, συμβολίζουν μέχρι σήμερα, τη σύμφυτη σχέση ζωής και θεάτρου στην απρόβλεπτη πορεία των εποχών και των συμβάντων. Από ευκατάστατη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, η κυρία Αγαθή, αφού «έχασε όλα τα οικογενειακά δαχτυλίδια» στον ξεριζωμό, βρήκε έσχατο καταφύγιο στην Αθήνα, σ’ εκείνο το ημιυπόγειο διαμέρισμα της Κουμουνδούρου, χωρίς να προνοήσει ότι θάρθει μια μέρα που τα γόνατά της δεν θα αντέχουν το ανέβασμα της απότομης σκάλας. Όχι μόνο για τον περίπατο, το θέατρο ή το σινεμά, αλλά και για τα πιο απαραίτητα, όπως τα καθημερινά ψώνια στο μπακάλικο, ή το φαρμακείο. Με το πέρασμα των χρόνων κατάλαβε ή πιο σωστά αποδέχτηκε με πόνο καρδιάς, πως γέρασε, ότι όσες επιπλέον στάσεις κι αν κάνει στη διαδρομή, δεν θα καταφέρει να φτάσει στην κορυφή του Γολγοθά αλώβητη, κι εναπόθεσε τις ελπίδες της επιβίωσής της στο φιλότιμο του μπακαλόγατου της γειτονιάς, στις επισκέψεις της κόρης της από το Λαύριο όπου διέμενε και  στη μάνα μου, που μέσα στις καθημερινές της φροντίδες, πρόσθεσε και τη φίλη της. Χωρίς άγχος ή δυσφορία, με πραγματική έγνοια κι ενδιαφέρον.

    Ήταν απόγευμα μιας Κυριακής του 1955, χρονιά που η κυρία Αγαθή άφησε τον κόσμο τούτο για κάποιον άλλο. Η μάνα μου στριφογύριζε όλη μέρα ανήσυχη στο σπίτι, ώσπου κάποια στιγμή δεν άντεξε, με πήρε από το χέρι λέγοντας: «Πάμε στην Κουμουνδούρου, έχω απ΄ το πρωί ένα κακό προαίσθημα, κάτι μου λέει πως η Αγαθή είναι μόνη της και δεν είναι καλά».

    Διασχίζοντας την πλατεία Αγίου Κωνσταντίνου, το πρώην Βασιλικό Θέατρο πρόβαλε μπροστά μας σαν ολόγκριζος συγγενής της βιβλιοθήκης του Αδριανού. Το προσπεράσαμε, μπήκαμε στην Κουμουνδούρου και κατεβήκαμε βιαστικά τα σκαλιά που δεν ήταν λίγα. Αυτή η σκάλα  με φόβιζε πάντα, γιατί εκτός του ότι ήταν στενή, δεν διέθετε κουπαστή ασφαλείας, να πιαστείς, αν τύχαινε  και παραπατούσες. Περάσαμε γρήγορα την αυλή κι ανοίξαμε δειλά την ξεκλείδωτη πόρτα του μικρού διαμερίσματος. Μπροστά στα τρομαγμένα μάτια μας, ξετυλίγονταν μια σκηνή αρχαίας τραγωδίας, την αρχή και το τέλος της οποίας κατανόησα αργότερα. Η κυρία Αγαθή, ξεχτένιστη, φορώντας μαύρη ρόμπα, σαν την απελπισμένη κοντέσα Βαλαίρενα λίγο πριν αυτοκτονήσει, με την πλάτη ακουμπισμένη στο κεφαλοκρέβατο, μοιρολογούσε τον εαυτό της ζωντανό. Σκόρπιες στο στρώμα και στο πάτωμα, ανέμιζαν οι οικονομίες της ζωής της, τσαλακωμένα χαρτονομίσματα τα οποία πετούσε αλλοπαρμένη στον αέρα, επαναλαμβάνοντας γοερά, «φάε λεφτά Αγαθή, φάε χαρτιά να χορτάσεις την πείνα σου, να γιατρέψεις την αρρώστια και τη μοναξιά σου». Ήταν δυο μέρες νηστική, χωρίς φάρμακα. Για κάποιο λόγο, η κόρη της, η ελπίδα της, δεν είχε καταφέρει να έρθει από το Λαύριο.

    Θυμήθηκα αυτή τη θλιβερή ιστορία, καθώς οι μέρες της απομόνωσης λόγω του κορονοιού αυξάνονται δίχως να διαφαίνεται, έστω υποθετικά, η ημερομηνία λήξης των μέτρων. Σκέφτομαι με πόνο ψυχής τους ηλικιωμένους, αυτούς κι αυτές που έγκλειστοι πλέον σε δωμάτια φυλακές, ζουν μόνοι, ανίκανοι ν’ ανταποκριθούν στις βασικές ανάγκες της ζωής χωρίς να ρισκάρουν σε κάθε αναγκαία έξοδο, την απειλή να κολλήσουν την αρρώστια και να  βρεθούν αντιμέτωποι με τον τρόμο ενός τέλους όχι απλά βίαιου, αλλά εφιαλτικά επίπονου κι απάνθρωπα μοναχικού.

    Σκέφτομαι όλους τους ανήμπορους, τους καθηλωμένους τους εξαρτώμενους από την βοήθεια των παιδιών, των φίλων, των νοσοκόμων.

    Σκέφτομαι επίσης, τις τραγικά αποκαλυπτικές μαρτυρίες των γιατρών στην Ιταλία και στην Ισπανία, που αποφασίζουν έχοντας ύστατο γνώμονα σωτηρίας ή καταδίκης σε θάνατο, την ηλικία.  (Πόσο παράλογο αν ξέρεις ότι ο Μπόρχες έγραφε μέχρι τα 87, ο Πικάσο ζωγράφιζε ως τα 91, ο Ζογγολόπουλος δούλευε μέχρι τα 102).

    Σκέφτομαι ότι, όσο πλένω τα χέρια μου, τόσο λερώνετε η ψυχή μου. Κι ανησυχώ, ανησυχώ όταν συλλογίζομαι πως σαν τελειώσει αυτό το κακό, οι επιζήσαντες θα ξεχυθούν στα κέντρα και τις παραλίες, αντί να κατακλύσουν τους δρόμους απαιτώντας καλύτερες συνθήκες ζωής. Στη μνήμη των χιλιάδων αδικοχαμένων νεκρών.   

    Ανάμεσα στο να σου κρατούν το χέρι και στο να σου αλυσοδένουν την ψυχή, η διαφορά είναι ανεπαίσθητη. Πότε θα μάθεις να το διακρίνεις;

    *Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Απόσπασμα από το ποίημα Μαθαίνεις

    • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

      Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

    You May Also Like

    Vae Victis / Ουαί τοις ηττημένοις

    Να υπάρχεις σε οποιαδήποτε μορφή, τι είναι; [Γύρω-γύρω στρέφουμε όλοι μας, και όλο εκεί ...

    Ο Μάρτης της Ελληνικής Επανάστασης

    Στο αττικό ημερολόγιο ο Μάρτιος αντιστοιχούσε στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Ανθεστηριώνα και στο ...

    Ελεγεία για μια χαμένη πρωτεύουσα

    Σε διάλεξή του στη σχολή αρχιτεκτονικής της Ρώμης το 1969, ο Bruno Zevi* κριτικάροντας ...

    Ένα αλλιώτικο μουσείο στην Αθήνα

    Ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί θεαμάτων, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, είναι ...

    Για πάντα

    Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Φτάνοντας από τη Λευκωσία στην Αθήνα μετά από σαράντα ημέρες ...

    Αγιόκλημα και γιασεμιά

    Εικόνα πρώτη Αθήνα, καλοκαίρι του 1955. Ένα παιδί κλοτσάει με δύναμη την μπάλα του ...

    X