Γράφει η Άννα Μαραγκού

Μια παλιοπολυκατοικία πας την πράσινη γραμμή, η μια μερκά της εθώρεν ποτζεί, η άλλη κάτι παλιοχώραφα ποδά, γεμάτα σκουπίδκια, καναπέδες, σιδερικά, μαυροσάκκουλα… μαυρογέριμες ζωές. Φτηνιάρικη, που τούτες που εκτίστηκαν πριν τον πόλεμο. Κάτι χαλαμάντουρα, κάτι τρύπες που χαζίρι να δώκουν κάτω με αγιωμένα παλκόνια – ίσια που να φωρούν μιαν καρέκλα. Τζει μέσα ό,τι φανταστείς, νεκατωμένοι κούλου-μάκκα, δικοί μας, τζαι μαύροι, καστρίσιηδες, άσπροι, ανυπόλυτοι, τίτσιροι. Μόνο τες Κυριακές θωρείς τους άλλως πως, σαν να τζαι εν άλλα πλάσματα, που μαύροι γινίσκουνται παρταλοφύτιλλοι, κότσινα, πράσινα. Θωρείς τες γεναίτζες τους με τζείνο το μαύρο το μαλλί να τζυλά ως τη κόξα τους… κάτι φουστάνια παραξόρτυνα, θωρείς τα βυζιά τους, το αρφάλι τους, τζαι κρέμουνται που πάνω τους σκουλαρίτζια ολόγρουσα, καδένες. Κύριε Ελέησον. Θωρείς τες έτσι μαύρες τζαι ατζελοσιειάζεσαι.

Η γεναίκα του επέθανεν είσεν κάμποσον τζαιρόν. Στην αρκήν ήτουν δύσκολον με τα κοπελλούθκια. Ελάλεν το η ψυσιή του να πάει πίσω στο χωρκό, αλλά εν εγινίσκετουν. Έγυρεν τα σαράντα, αμμά εστέκετουν καλά, εθώρεν τα χωράφκια τζαι τους τόπους του όρομαν κάθε νύχταν. Έτα ούλα τζαμέ, εκάμαμεν τα ίσια ίσια, τζείνοι ποτζεί εμείς ποδά…έμεινε μανιχός του τζαι κούκουφος. Άμαν τον εσκουλίζαν τα μαύρα επαίρναν που τον νου του να πάει στις αραπιές, να βρει καμιάν δουλειάν, ώρες ώρες εσκέφτετουν να ξαναπαντρευτεί, να έβρει καμιά γεναίκα προκομμένη, να του σταθεί στα υστερινά του. Ο κουμπάρος του έπιασεν τον στη δουλειά, έπαιρνε τζαι έφερνε κοπελλούδκια στο σχολείο. Που τη Φλάσου στη Χώρα τζαι που τη Χώρα στη Φλάσου… Σιυλλομπάσταρτοι, τζείνον το λεωφορείο εκάμναν το μαύρον τζαι γέριμον, εποβκάλαν τες μαξιλάρες, επετάσσαν τες ξιμαρισιές όπου έβρισκαν, εν άκουαν κανενού. Ωσπου τζαι εκατάλαβεν. Έβαλε του λεωφορείου wifi. Με το που εμπαίναν μέσα εμπρουμουτίζουντουν πας τα κινητά τους. Σαν τους μαννούς. Με εμιλούσαν με ελαλούσαν. Επαράδωνε τους στις μανάες τους, τζαι επήαινεν έσσω. Εμείνισκεν στα πισινά του κουμπάρου του, μια καμαρούα όσο τζαι εφόρεν μιαν καρκόλαν, τζαι ένα αρμαρούιν. Έτρωεν μαζί τους, επίνναν τζαι την πιννιά τους, τζαι έφευκεν. Ετράβαν τες κουρτίνες, άναφτεν τσιάρο τζαι τηλεόρασιν, εθώρε το ΣΙΓΜΑ άρεσκε του ο παρουσιαστής, ελάλεν τα κοφτά τζαι ξικούτσουλα, τζαι έπεφτε…

Επήεν πολλήν τζαιρόν τούτη η ιστορία. Κάποια στιγμή εβίδωσε του την. Να φύει που το χωρκόν, έν τον εφώρεν ο τόπος. Να φύει νύχταν. Εν άντεχεν πκιον με τον κουμπάρον του, με την κουμέρα του, με τα κοπελλούθκια τους.

Ήρτε στη Χώραν με μια βαλιτσούαν. Τέσσερα ρούχα. Ήβρε δουλειά σε κάτι αραπάδες τζαμέ στο ΌΧΙ. Εδούλευκε στες αποθήκες τους. Εφέρναν φαγιά τζαι πραμάθκιες που τες αραπιές. Χαλάλ, ιμις, κρέατα. Ποττέ εν εκατάλαβεν. Αμμά ήτουν καλά πλάσματα. Εζούσαν σε κάτι πολυκατοικίες τζαμέ γυρόν με τις οικογένειές τους. Μια φοράν εκαλέσαν τον έσσω τους. Κάτι γεναίτζες σκουλισμένες, κάτι φαγιά πελλαμός που τον σκόρτον τζαι τα πιπέρκα. Ερέετουν ούλη νύχτα. Άρεσκε του όμως, επαίρναν καλά, επλερώναν τον κάθε φτομάδαν, ήτουν καλά πλάσματα.

Τα παιδκιά του εδικαιούνταν σπίτι στον συνοικισμό. Εθώρεν τους τόπους-τόπους, αμμά εν έθελεν ναν μέσ’ τα πόδκια τους. Εδούλευκαν καλά οι μιτσιοί, είσεν προκομμένα παιδκιά, πάντα ελάλεν το για τα παιδκιά του. Την Κυριακή του Πάσχα επήε να φάει κοντά τους. Είδε την πολυκατοικία δίπλα, τζαι ερώτησε πόσα το νοίκι. Άρεσεν του. Ήτουν αερική. Εθώρες πέρα, όι τη θάλασσα, τζείνην πού να τη δεις πκιόν, μαύρα μάθκια. Εθώρες τον Πενταδάκτυλο, άφταν τζαι μιαν σημαίαν, ιμίς εν περήφανοι τζείνοι που εν Τούρτζοι! Εμείς, ως τζαμέ. Εν τον ενδιέφερε τίποτε που εγινίσκετουν. Δουλειάν του, οι αραπάες του ναν καλά.

Ενοικίασεν έναν μιτσί διαμέρισμα πας τον 5ο όροφο. Ένα δωμάτιο, χωλ, μπάνιο τζαι μια κουζινούα. Εχαρίσαν του τζαι οι αραπάες ένα παλιοψυγείο τζαι μιαν σοπούαν, έφευκε το πρωί, δήμμαν ήλιου ήτουν έσσω. Έπκιανεν το λεωφορείο που τη στάση, άφηνεν τον στον κύριο δρόμο, τζαι επαρπάταν ως την πολυκατοικίαν του. Μιαν ημέραν επήρεν τον ταπισόν ένα σιυλλούι μιτσί, ξημαρισμένον, λέσι. Εφοΐτσιασεν το, έδκιωξέν το, εφοήθηκε το γέριμο τζαι εχάθην. Επήεν έσσω, έπεσε. Το πρωί το σιυλλούιν τζαμέ στην είσοδο της πολυκατοικίας. Εθώρεν τον μεσ’ τα μάθκια. Ένα κουλουκούι σαν την μάππα. Έφυε, επήε δουλειά, το δείλις που εστράφηκε τζαμέ το κουλουκούι. Μόλις τον είδε έκαμε κάτι χαρές, το νουρί του ίσια πάνω, εν άντεξε, έπιασεν το, έχωσεν το μες τον σάκκον του τζαι επήαν πάνω. Εβούτησε λίο ψουμί μέσ’ το γάλα, έδωκε του το, έκατσε κάτω που τα πόδκια του τζαι ετζοιμήθη μονομιάς. Ετζοιμήθηκε τζαι τζείνος. Είσιεν πολλή δουλειά σήμερα, επόνησέν τον ο σπόνδυλος του κουβάλα κουβάλα κούτες μες την αποθήκη.

Το πρωί άφηκεν τον στο παλκόνι τζαι έφυε. Στη δουλειάν ήβρεν κάτι κόκκαλα, κάτι παλιοκρέατα, έπιαν τα. Το δείλις που εστράφηκε ήβρε το κουλουρομένο μες τη γωνιάν, κάτω που την καρέκλα, έτρεμε πόλα-σέλα. Άρκεψεν να του μιλά, να του λαλεί να μεν φοάται, επήεν μέσα έκοψε λία που τα κρεατούθκια μιτσιά μιτσιά, έφκαλεν έναν πιάτο τζαι έβαλεν τα μέσα. Το μιτσίν επήεν κοντά, ώσπου να δικλίσει κάτω έφαεν τα ούλα.

Άλλαξεν η ζωή του. Είσεν έννοια το μιτσίν. Έφκαλεν τον Ρεξ. Ρεξ πάνω Ρεξ κάτω επαίζαν τζαι οι δκυο τους μεσ’ τη χωράφαν, έσυρνε του μια μαππούα, ο Ρεξ έφερνεν την πίσω, τζαι δώστου η μαππούα. Ένα πρωί ετηλεφωνήσαν του ότι επέθανεν ο κουμπάρος του στη Φλάσου τζαι έπρεπε να πάει. Έφυε που τη δουλειά, επήε σπίτι να ταΐσει τον Ρεξ τζαι ύστερα να πάει στην κηδεία. Έβαλε τα καλά του, ήβρε τζαι κραβάτα, εκαθάρισε λίον τον σάκκον του που τες χωματσιές, επαράτζειλεν του Ρεξ να ‘ν’ φρόνιμος, τζαι έφυε.

Φκαίνοντας της πόρτας είδε τη μαυρούν που εκαθάριζεν το πλατύσκαλο. Εχαμογέλασέν του. Ώσπου νάρτει το ασανσέρ εθώρεν τα μαλλιά της. Μαύρα πίσσα ως τα πόδκια της. Έτσι μαλλιά εν είδεν ποττέ του, ετζυλούσαν που το ζυνίσιν της σγιάν τον ποταμόν, μαύρα, ως τα πόδκια της…Εφόρεν φλιπ φλοπς με κλάτσες. Τη νύχτα που εστράφηκε είδεν την να στέκει πόξω, τζαι να μιλά στο τηλέφωνο. Εστάθην δίπλα της. Ήτουν περίτου ψηλή του. Εμαύρισεν το δείν του. Εποτάβρισε το σιέριν του να της τζίσει, που τον φόον της τζείνη άψεν τα βούρη, έπεσεν της τζαι το τηλέφωνο της χαμέ. Εσιυψεν τζαι εσύναξεν το τζαι εθώρεν την που εβούραν μέσ’ τα σκοτεινά.

Επήεν πάνω, εσκούλισεν τον η αντροπή. Να τζίσει της γεναίκας! πάνω σ’ άνεμον; Εθύμωσεν. Έγυρεν μιαν πινιάν, εκλώτσησεν τον Ρεξ που ήθελεν να παίξει, άνοιξεν την τηλεόρασιν, τζαι εποτζοιμήθηκε. Εθώρεν την όρομα ούλη νύχτα. Τιτσίρα με τα μαλλιά της τα μαύρα να τζυλούν σγιάν κύμματα ώς τα πόδκια της… Επέλλανε.

Το πρωί εν επήε δουλειά. Εβάστα το τηλέφωνο της μέσ’ την πούγκα του. Ετηλεφώνησεν τους μαστόρους του τζαι είπεν τους μια ψευκιά. Έμεινεν έσσω βαούμενος ούλη μέρα. Που την καρκόλα στην καρέκλαν, τζαι που την καρέκλα στην καρκόλα. Εφοάτουν άμπα τζαι δει την, τα μαλλιά της, την κόξα της, την κορμοστασιά της…Άνοιξε την ξώπορταν τζαι άφηκε το τηλέφωνο της κοπελλούας χαμέ. Ν’ ανοίξει η γη να τον καταπιεί που την αντροπήν του. Να τζίσει της γεναίκας πάνω σ’ άνεμον… Έμεινεν έσσω θκυο μερόνυχτα. Με νερό με φαΐ. Πάνω κάτω, εσαλαβατούσε μανιχός του, ο Ρεξ μες τα πόδκια του να χαριεντίζεται, πού να καταλάβει τζείνος; Εθώρεν ομπρός του τη γεναίκα του, τα παιδκιά του, τα εγγονούθκια του…

Το μόνο που επεθύμαν η ψυσιή του ήταν η θάλασσα, να τα ξηχάσει ούλα, να πάει πίσω σε τζιείνα τα χρόνια, μόνος του κούκκουφος σε μια παραλία, να μεν ταράσσει τίποτε, να μεν έσιει κύμματα, να μεν έσιει αέραν… να ένι μια θάλασσα όπως τα καλοτζαίρκα τζει κα’ στην παραλία της Νέτας. Να μεν ταράσσει φύλλο… μανιχά η θάλασσα τζαι τζείνος.

Άνοιξεν την μπαλκονόπορτα. Επετάχτηκε ο Ρεξ μονομιάς εσαντανώθηκε μες τα πόδκια του που τον καμόν του να φκει να παίξει… Τζείνος εκοντοστάθηκε. Επέρασε που το νου του να πάει να της κτυπήσει την πόρτα να της ζητήσει συγνώμη, εν ήταν παλιάθρωπος.

Εστέκετουν παλαβωμένος, καρτζί του οι μούττες του Πενταδάκτυλου… αθυμάτουν, ο Κόρνος, η Αλωνάγρα, η Άσπρη Μούτη, ο Κυπαρισσόβουνος, πιλέ ο ήλιος εκκοτσίνισε που την αντροπήν του….

«Έγραψα το βλέποντας τούτες τες δύο φωτογραφίες του Γιώργου Πανταζή» – Άννα Μαραγκού

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Πόθθεν είσαστε;

Γράφει ο Άριστος Τσιάρτας Πρωί-πρωί Κυριακής, οι τέσσερίς τους στριμωγμένοι σ’ ένα παγκάκι στην ...

«Ψηλά στο εικονοστάσι κρέμασε λέξεις αγαπημένες»

Γράφει η Στέλλα Αλεξίου Kυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Mελάνι το βιβλίο του Δημήτρη ...

Για το “Olivewood”

Βρέθηκα και εγώ, ανάμεσα σε συναδέλφους του κυπριακού κινηματογράφου, στο Cyprus Film Summit, όπου ...

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων

Γράφει η Μαργαρίτα Ερωτοκρίτου Στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού προγράμματος “Το μουσικό κλειδί”, η Συμφωνική ...

Η απόδραση του Γιώργου Κοτσώνη που εξέπληξε την υφήλιο

Ανδρέας Φωκαϊδης | phoca@cytanet.com.cy Το 1956, ο αείμνηστος Γιώργος Κοτσώνης απέδρασε μέσα απ’ τα ...

 «Αυστηρώς Κατάλληλο για ενηλίκους – Σεξουαλικότητα στην κυπριακή τέχνη»

Γράφει η Ευαγόρια Δαπόλα (ΜΑ)  Μια έκθεση που αντιμετωπίζει τη σεξουαλικότητα όχι ως απλό ...

X