Βιβλίο | Δέσποινα, του Αύγουστου Κορτώ

Γράφει η Αίγλη Τούμπα

Κάθε καινούργιο του βιβλίο είναι πραγματικά μια έκπληξη για τον αναγνώστη, ποτέ και τίποτα δεν σου θυμίζει το προηγούμενο. Διαφορετικές γραφές, εικόνες και σκηνικά στα οποία τοποθετεί τους ήρωές του περίτεχνα, τους δίνει υπόσταση και αυθεντικότητα, έστω και αν πρόκειται για μυθοπλασία, ενώ χειρίζεται τις λέξεις με μαεστρία.

“Αυτό που με κάνει να θέλω να συνεχίσω να γράφω τόσο απελπισμένα και αχόρταγα είναι ότι ποτέ δεν είμαι απόλυτα ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα”, εξομολογείται ο Κορτώ, και συνεχίζει:

“Αν έχω μια ενδιαφέρουσα ιστορία που με ιντριγκάρει, ένα στόρι που θα ήθελα να εξερευνήσω, δεν χρειάζεται να το βασανίσω πολύ, δεν χρειάζεται να κρατήσω σημειώσεις. Πέφτω με τα μούτρα και το γράφω” μου είχε πει σε παλαιότερη κουβέντα μας.

Το ολοκαίνουργιο βιβλίο του είναι μια ιστορία γι’ αυτό που ζήλεψε ακόμα κι ο Θεός: την αγάπη της μάνας και πολύ θα ήθελα να το συζητούσα μαζί του. Το πάλεψα μέχρι την τελευταία στιγμή που έπρεπε να παραδώσω το κείμενο μου, αλλά κατέστη προσωρινά αδύνατον.

Ο Κορτώ μεταφέρει την ιστορία της Παναγίας μετατρέποντάς την σε Ελληνίδα μάνα, την Δέσποινα που έχασε τον γιο της, τριάντα τριών χρονών παλικάρι, επειδή αντιτάχθηκε στην Χούντα από μιαν αποκοτιά, μια φτυσιά στα μούτρα της χούντας.

Ήρωας στα μάτια του κόσμου, ένας θρύλος που ξεπήδησε απ’ τον χαμό του αλλά η Δέσποινα τι να την κάνει τη λατρεία του κόσμου, τους οπαδούς και τους πιστούς, όταν το παιδί της είναι μες στο χώμα; Αποζητά τον γιό της, όχι τη δόξα.

Κι έτσι επιστρέφει με τον νου στο μόνο καταφύγιο -στο παρελθόν- και ξαναζεί τα πάθη και τα λάθη της: το ακριτικό χωριό και τους γέρους γονείς της, το μωρό στα σπλάχνα της, με τον ανομολόγητο πατέρα, τον ξενιτεμό στην Αθήνα, στο αρχοντικό της Δεξαμενής. Από ψυχοκόρη αφέντρα και κυρά, γυναίκα του καλόκαρδου Σήφη, σύντροφος και στήριγμα στα μαύρα χρόνια της κατεχόμενης Κρήτης – μα πάνω απ’ όλα μάνα του Χρήστου.

Αλλά όση αγάπη κι αν του έδινε, ο μοναχογιός της ήταν μια ζωή ατίθασος, άπιαστος σαν αγρίμι, άφοβος στον κίνδυνο κι αψήφιστα δοσμένος στη φιλία και στον έρωτα, λες και μπορούσε να πατήσει χάμω ως και τον θάνατο. Κι έτσι παρασύρθηκε απ’ τον φανατισμό της κουστωδίας του και τα μάτια της Μάγδας, κι έφαγε το κεφάλι του.

Μα όλα αυτά τα χρόνια, τα μερόνυχτα της αγωνίας και της πίκρας, η Δέσποινα είχε μια κρυφή παρέα, ορατή μόνο στα μάτια της ψυχής της: την κόρη που δεν απόχτησε, την κόρη που θα μεγάλωνε στο πλευρό της και θα γινόταν απάγκιο κι αποκούμπι της. Μήπως κι η ίδια η Παναγιά δε θα ’θελε ένα κοριτσάκι, για να γλυκαίνει η αντάρα που την πότιζε ο κανακάρης της, για να αλαφραίνει ο πόνος του φευγιού του;

Ώσπου μια μέρα, ένας χαμένος φίλος του Χρήστου -ο Γιαννάκης, αφοσιωμένος σαν μαθητής και γλυκός σαν παραγιός- έρχεται να ταράξει τη μοναξιά της Δέσποινας με τις αποκαλύψεις του, με την αλήθεια που λουφάζει στην πιο απίθανη κρυψώνα, ένα μυστικό του γιού της…

Απόσπασμα απο το βιβλίο:

(…) Ν’ άκουγα, έστω μια φορά, την ακριβή φωνή του Σηφαλιού μου! Με κείνη τη βραχνάδα της, ζεστή, πνιχτή, λες κι είχε σκαλωμένη ολάκερη την Κρήτη στο λαρύγγι του! Να με ξαφνιάζει μες στη νύχτα, ψελλίζοντας στ’ αυτί μου, Όχου το μωρέ, το τρυφερούδι μου, λες κι ήμουνα μωρό – κι έπειτα οι χερούκλες του να αρπάζουνε τα στήθια μου, και να μου κόβεται η πνοή απ’ τη λαχτάρα. Ακόμα κι όταν είχε μείνει σαν το λιανοκέρι απ’ την κακιά αρρώστια, κι έσερνε την μπουκάλα τ’ οξυγόνο στο κατόπι του (Το πατίνι μου, έτσι την έλεγε, και γέλαγε ώσπου τον δίπλωνε ο βήχας στα δύο), ακόμα και τότε, που η ανάσα του ήταν πιο σιγανή κι από το θρόισμα του ξερόφυλλου, κάθε κουβέντα που ξεστόμιζε με κόπο ήταν ξέχειλη απ’ τη γλύκα της αγάπης του. Έτσι που ώρες ώρες μου ’ρχεται να σκάσω, που ενώ τόσα λεφτά περάσαν απ’ τα χέρια μου (τάχα για έξοδα του νοικοκυριού, μα κατά βάθος χαρτζιλίκι, και γενναίο), δε σκέφτηκα ποτέ η χαζή ν’ αγοράσω ένα μαγνητόφωνο, να το έβαζα στο κομοδίνο να γράφει τα βράδια που έγερνα στον ώμο του κι ο Σήφης μου, με τα γυαλάκια του να κρέμονται στην άκρια της μύτης, μου διάβαζε την Γκρατσιέλλα και τους Τρεις σωματοφύλακες, καρτερικά, όπως νανουρίζεις το μωρό, ώσπου, ακούγοντας να λέει για σπαθιά, μονομαχίες και φραμπαλάδες, αποκοιμιόμουν δίχως να το καταλάβω. Ας είχα φυλαγμένη τη φωνή του, κι ας έλεγε συνέχεια το ίδιο πράμα – και πάλι δε θα χόρταινα ν’ ακούω, γιατί οι φωτογραφίες του, το μόνο που ’χω πια από κείνον (τα ρούχα του τα έδωσα· δεν άντεχα να τα κοιτώ αφόρετα, εγκαταλελειμμένα σαν εμένα, κάθε που άνοιγα την ντουλάπα), όσο κι αν τις αγγίζω τρυφερά με τα ακροδάχτυλα, δε βγάζουν άχνα.”

‘Οπως συμβαίνει σε όλα τα βιβλία του Κορτώ μεταφέρει στο χαρτί συναισθήματα και εικόνες, έχει ένα μοναδικό δικό του τρόπο να αφηγείται με ρεαλισμό και βαθιά κατανοήσει και προσφέρει στον αναγνώστη μιά μοναδική αφήγηση.

Θέλω να κλείσω με την τελευταία φράση του από τη συνέντευξη που μου έδωσε το 2016 και να του θυμίσω, γιατί είμαι σίγουρη ότι θα το δει. Και να του ευχηθώ ό,τι καλύτερο για εκείνον και ότι περιμένουμε καινούργιο βιβλίο για να μας καταπλήξει για άλλη μια φορά: «Είμαι πάντα αφελώς αισιόδοξος και οι προσδοκίες μου περιστρέφονται γύρω από νέες ελπίδες και νέα όνειρα» [2016, εφημερίδα «Πολίτης»].

You May Also Like

Διαγωνισμός Ποίησης με θέμα “Άνθρωπος και Φύση”

Το Κοινοτικό Συμβούλιο Σαλαμιούς, σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Αποδήμων και Φίλων Σαλαμιούς, προκηρύσσει ...

Οι νέες εκδόσεις του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών

Το Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών (ΚΕΕ)  του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού ανακοινώνει τις πιο κάτω ...

Δύο ιδανικοί αυτόχειρες

Και οι δύο γεννήθηκαν τον μήνα Οκτώβριο. Ο ένας στις 30 Οκτωβρίου (1896) και ...

«Και με πρώτη και με δεύτερη ματιά» του Άρη Γεωργίου

Ο Άρης Γεωργίου παρουσιάζει το νέο του βιβλίο με τίτλο «και με πρώτη και ...

Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας

Η διαμόρφωση του Νεοελληνικού Κράτους 18ος-21ος αιώνας [Νέα συμπληρωμένη έκδοση 2018] Κώστας Κωστής Εκδόσεις ...

Το κυνήγι της γκόμενας

Τζίμης Πανούσης – Εκδόσεις Όπερα Ο Τζίμης Πανούσης γεννήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1954, λίγο ...

X