Συνάντηση με τον Μανόλη Κορρέ |Μέρος Β’

  • Ανατρέχοντας στα σχέδια της μελέτης του Ορλάνδου, θυμάμαι ότι από κίονα σε κίονα οι αποστάσεις διαφέρουν μεταξύ τους μερικά χιλιοστά.

    Μάλιστα, διαφέρουν. Φαίνεται ότι οι αρχαίοι δεν έδιναν απόλυτη σημασία στην ακριβή επανάληψη των διαστημάτων ανάμεσα στους κίονες. Άλλωστε, ούτε τα κιονόκρανα στον Παρθενώνα, είναι ίδια μεταξύ. Άλλα είναι μερικά χιλιοστά μεγαλύτερα (γιατί μιλάμε πάντα για διαφορές χιλιοστών), άλλα μικρότερα. Κι εδώ, αν αναρωτηθεί κανείς, μήπως αυτό είναι ανακρίβεια, θα απαντούσα πως όχι, διότι η κατασκευή των πλευρών των κιονοκράνων, είναι σε απόλυτα ορθή γωνία. Στα δύο μέτρα μήκους της κάθε πλευράς, η απόκλιση δεν είναι ούτε μισό χιλιοστό. Κι αυτό επαναλαμβάνεται συνεχώς. Άρα, εάν ορισμένα μεγέθη παρουσιάζουν ελευθερία, σημαίνει ότι αυτό δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία για το σχέδιο ή ότι ήταν ζήτημα οικονομίας. Ας μην ξεχνάμε ότι στην κατασκευή, επαναχρησιμοποιήθηκαν λίθοι από τον προ-Παρθενώνα, έστω κι αν αυτό είχε ως συνέπεια μικρές διαφορές μεγεθών στα μέλη. Μπορεί επίσης να πίστευαν, ότι αυτές οι μικροδιαφορές θα είναι ορατές από ένα εξασκημένο μάτι, κάτι το οποίο θα καθιστούσε την εμπειρία περισσότερο ενδιαφέρουσα.

    Θεωρώ ότι όλες οι περιπτώσεις που αναφέρατε είναι πιθανές, όμως, για κάποιον λόγο, κλίνω περισσότερο προς την τελευταία. Διότι οι μικροδιαφορές της κατασκευής δημιουργούν “ανοιχτές εισόδους” προς τον θεατή, κάνοντας το έργο τέχνης πιο προσιτό, πιο ανθρώπινο.

    Πιστεύω ότι είχαν μια κριτική στάση απέναντι σε ό,τι ονομάζουμε σήμερα τυποποίηση και μη τυποποίηση. Ίσως να θεωρούσαν ότι ενώ στην κλίμακα του κτηρίου ή στην κλίμακα της κολόνας, η ακρίβεια έχει ιδιαίτερη σημασία, σε κάποια άλλα μέρη δεν έχει και τόση. Για παράδειγμα, όλες οι κολόνες έχουν ακριβώς το ίδιο ύψος και για να το πετύχεις αυτό με ακρίβεια χιλιοστού, μέσα στις καμπύλες, όπου τα κιονόκρανα αλλάζουν συνεχώς γωνία, χρειάζεται εκπληκτική γνώση και ικανότητα. Ωστόσο, οι σπόνδυλοι κάθε κίονα έχουν τυχαίο ύψος. Δεν θα μπορούσε να είναι όλοι ίδιοι; Φυσικά και θα μπορούσε. Τι θα κέρδιζαν; Τίποτα. Τι θα έχαναν; Πολλά. Ας πάρουμε το οικονομικό μέρος. Αν ξεκινούσαν με τη γραφειοκρατική άποψη ότι όλοι οι σπόνδυλοι θα έπρεπε να έχουν τυποποιημένο ύψος, τότε οι μικρές πέτρες θα ήταν ακατάλληλες, ενώ οι μεγαλύτερες θα έπρεπε να κοπούν, κι αυτό θα ήταν περιττή σπατάλη χρημάτων. Ας έρθουμε τώρα στην αισθητική. Όταν το κτήριο ήταν ακατάξεστο, όταν δηλαδή οι πέτρες δεν είχαν πάρει την τελική τους μορφή και οι αρμοί ήταν ακόμη ορατοί, το έργο, ήταν αντιληπτό ως κατασκευή. Στην επόμενη φάση όταν άρχισε η κατάξεση, με σκαλωσιές που κατέβαιναν όσο το κτήριο ολοκληρωνόταν, τότε συντελέστηκε μια μεταμόρφωση: αυτό που στην αρχή φαινόταν ως συναρμολόγηση διακριτών στοιχείων, μετατράπηκε σε σύνθεση συνεχών μορφών. Ο κίων εμφανίστηκε από τη βάση ως την κορυφή ενιαίος, σαν άγαλμα, κι ο ναός σαν ένα σώμα. Με το πέρασμα των αιώνων, όταν το κτήριο το κούνησαν οι σεισμοί και η διάβρωση κατεργάστηκε ό,τι άφησαν οι άνθρωποι, οι αρμοί ξανάγιναν ορατοί και το κτήριο πήρε και πάλι τη μορφή που είχε την ώρα που το έχτιζαν. Μπορούμε να πούμε ότι στην πρώτη φάση είχε τεκτονικό χαρακτήρα, στη δεύτερη πλαστικό και στην τρίτη ξανά τεκτονικό.
    Στην περίπτωση που οι σπόνδυλοι είχαν τυποποιημένο ύψος, κοιτώντας το κτήριο από το πλάι, δεν θα ήξερες, λόγω της συνεχούς γραμμής, αν επικρατεί το ύψος ή το μήκος. Θα ήταν σαν μια στρατιωτική ομάδα όπου όλοι πηγαίνουν με το ίδιο βήμα, κι αυτό παραπέμπει σε κάτι άλλο, σε μια άλλη ιδεολογία από αυτή που περιμένει κανείς από ένα τέτοιο κτήριο.

    Τώρα μόλις συνειδητοποίησα, ότι αυτό που με ενοχλούσε, κάθε φορά που κοιτούσα την εκκλησία της Madeleine στο Παρίσι, είναι η τυποποίηση που δημιουργούν οι κατά μήκος παράλληλες ευθείες.

    Ακριβώς… Είναι Lego, και είναι κρίμα, γιατί και εξαιρετικούς τεχνίτες είχαν, και χρήματα ξόδεψαν και τόσο μόχθο…

    Πιστεύετε ότι αν ξαναφτιάχναμε τον Παρθενώνα, το αποτέλεσμα θα ήταν συμπλήρωμα ή αντίγραφο;

    Αν θέλει κανείς να ανακτήσει αυτό που ήταν κι όχι να το αντικαταστήσει με κάτι δικό του, είναι υποχρεωμένος να αντιγράψει κάθε στοιχείο, θα έλεγα, με θρησκευτική ευλάβεια.
    Γνωρίζουμε ότι έχουν γίνει δύο αντίγραφα του Παρθενώνος, το ένα είναι στο Ρέγκενσμπουργκ της Βαυαρίας, σχεδιασμένο από τον Λέο φον Κλέντσε(1) και το άλλο στο Νάσβιλ του Τενεσί με την τελική καθοδήγηση του Γουίλιαμ Μπελ Ντίνσμουρ (2), άριστου γνώστη του Παρθενώνος. Ωστόσο, δεν είναι ακριβή αντίγραφα, διότι και στις δύο περιπτώσεις διαφέρουν είτε στις διαστάσεις, είτε στο δομικό υλικό. Δεν θα σχολιάσω τα διαφορετικά χαρακτηριστικά του τόπου, αλλά και πάλι, το ερώτημα είναι το εξής: αν είχαμε δύο τέλεια αντίγραφα, με ακρίβεια χιλιοστού, χωρίς κανένα ελάττωμα, φτιαγμένα με το ίδιο υλικό, κοσμημένα με τα ίδια γλυπτά, τα ίδια ανάγλυφα κ,λπ., ποιες από τις ιδιότητες του πρωτοτύπου θα υπολείπονταν στο τελικό αποτέλεσμα;

    Στο σημείο αυτό η ανάλυση μας επιτρέπει να διακρίνουμε τη συνολική αξία ενός μνημείου, σε επιμέρους αξίες: ιστορική αξία, αισθητική αξία, καλλιτεχνική αξία, αρχαιολογική αξία, αξία μνήμης, αξία τοποσήμου. Ο Πύργος του Άιφελ, για παράδειγμα, αποτελεί τοπόσημο για το Παρίσι, ενώ για την Αθήνα είναι ο Βράχος, ακόμα και χωρίς τον Παρθενώνα.

    Η καλλιτεχνική αξία του μνημείου είναι αυτονόητη, γι’ αυτό και δεν την αναλύω. Στην ιστορική αξία, συμπεριλαμβάνονται όλα τα γεγονότα που συνδέονται με το κάθε μνημείο. Φέρνω ένα παράδειγμα: Ο ναός του Επικουρείου Απόλλωνος στις Βάσσες, είναι έργο πολύ μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας, ισοδύναμης του Παρθενώνος. Σχεδιαστικά, είναι πιο “ψηλά” από τον ναό του Ηφαίστου, η κάτοψη του οποίου ακολουθεί έναν σχεδιασμό αρκετά γνωστό και τυποποιημένο, όπως ο ναός του Ποσειδώνος στο Σούνιο ή ο ναός του Άρεως στην αγορά, ενώ ο ναός του Επικουρείου Απόλλωνος ακολουθεί έναν τύπο κατόψεως μοναδικό. Είναι ένα unicum αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Άρα, από πλευράς καλλιτεχνικής αξίας, είναι ασυγκρίτως ανώτερος από τον ναό του Ηφαίστου. Ο ναός του Ηφαίστου όμως έχει μεγαλύτερη ιστορική αξία. Εκτός του ότι παράλληλα ήταν ναός και της θεάς Αθηνάς, μετατράπηκε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, με χριστιανικά στοιχεία αναγνωρίσιμα μέχρι σήμερα. Κατά τον 19ο αιώνα έγινε και προτεσταντικό κοιμητήριο, με τάφους στο δάπεδό του. (Γνωρίζουμε έναν αριθμό σημαντικών ανθρώπων που ετάφησαν στον ναό (3)). Επίσης, όταν ελευθερώθηκε η Ελλάδα, εκεί στεγάστηκε το πρώτο Εθνικό Μουσείο της Αθήνας.

    Βλέπουμε λοιπόν ότι, ένα μέρος της ιστορίας της πόλεως των Αθηνών, είναι συνδεδεμένο με την ιστορία του ναού του Ηφαίστου. Ας πάρουμε τώρα τον ναό του Επικουρείου Απόλλωνος. Το μόνο ιστορικό γεγονός που σχετίζεται με αυτόν είναι το χτίσιμό του. Τι έγινε μετά; Η περιοχή μέσα σε πενήντα χρόνια εγκαταλείφτηκε σταδιακά, έμεινε ακατοίκητη και γι’ αυτό τον λόγο, ακόμα και το άγαλμα του θεού Απόλλωνα μεταφέρθηκε στη Μεγαλόπολη.

    Άρα, ενώ ο ναός έχει τεράστια καλλιτεχνική αξία, η ιστορική του αξία είναι στοιχειώδης. Αναλύοντας λοιπόν με αυτό τον τρόπο, ανακαλύπτουμε ότι κάθε μνημείο φέρει διαφορετικές αξίες.
    Το χάνι της Γραβιάς αν υπήρχε, θα είχε μεγάλη ιστορική αξία και καθόλου καλλιτεχνική. Επομένως, είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η αξία ενός μνημείου είναι το άθροισμα επιμέρους αξιών, οι οποίες μετέχουν με διαφορετικά ποσοστά σε κάθε περίπτωση Αυτό άλλωστε συμβαίνει και με τους ανθρώπους. Είμαστε αθροίσματα διαφορετικών αξιών.

    Θα λέγαμε λοιπόν, ότι υπάρχουν αξίες που μεταβιβάζονται και αξίες που δεν μεταβιβάζονται.

    Ακριβώς. Αν υποθέσουμε ότι έχουμε ένα σύστημα το οποίο είναι ικανό να κάνει μοριακή αντιγραφή του μνημείου, τότε όλη η καλλιτεχνική του αξία θα μεταφερόταν στο αντίγραφο, όμως από την ιστορική του αξία δεν θα μεταφερόταν τίποτα, διότι η ιστορική αξία δεν μεταβιβάζεται.

    Η επαναφορά, του ίδιου του μνημείου, στην αρχική του μορφή, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ιστορικό γεγονός;

    Συμφωνώ, αρκεί κανείς να το δηλώσει ευθαρσώς. Θα ήταν μείζων ιστορικό γεγονός και θα αναφερόταν στην ιστορία ότι υπήρξε κάποτε μια στιγμή, που μια συγκεκριμένη κοινωνία, είχε την επιθυμία να το επαναφέρει. Δαπάνησε, σκέφτηκε, εργάστηκε και το πραγματοποίησε.

    1. Λέο φον Κλέντσε, 1784-1864. Γερμανός αρχιτέκτονας, ζωγράφος και συγγραφέας. Θεωρείται ως ο σημαντικότερος αρχιτέκτονας του Κλασικισμού. Σχεδίασε και κατασκεύασε πολλά νεοκλασικά κτήρια στη Βαυαρία και στην Αθήνα. Έργο του ο καθολικός ναός Αγίου Διονυσίου στην οδό Πανεπιστημίου.

    2. Γουίλιαμ Μπελ Ντίνσμουρ, επιφανής ιστορικός αρχιτεκτονικής και συγγραφέας του βιβλίου “Η Αρχιτεκτονική στην Αρχαία Ελλάδα”.

    3. Ανάμεσα σε αυτούς ο Τζων Τουέντελ, φίλος του Έλγιν, καθώς και ο Τζορτζ Γουότσον πάνω την πλάκα του οποίου υπήρχε λατινικό επίγραμμα από τον Λόρδο Βύρωνα.

    Εικόνα:Λέο φον Κλέντσε Βαλχάλα, Ρέγκενσμπουργκ

    • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

      Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

    You May Also Like

    Εικόνες από μια έκθεση

    Στη Μίριαμ Λυσιώτη Στην καρδιά της νύχτας το όνειρο, υπαγορεύει αυτό που θα φτιάξουν ...

    Νεπάλ [μέρος πρώτο]

    Όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού, τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς πουλούσαν “λοταρίες”, κάτι κλειστά πολύχρωμα ...

    Συνομιλία με την άνοιξη

    Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Πώς κυλάνε οι σκέψεις… Πηδάνε από το ένα θέμα στο ...

    Ένα αλλιώτικο μουσείο στην Αθήνα

    Ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί θεαμάτων, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, είναι ...

    Ένα μικρό διαμάντι

    Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Επίσκεψη στη –λαμπερή σαν διαμάντι– έκθεση «Κρήτη. Αναδυόμενες Πόλεις: Άπτερα, ...

    Ουκ αν λάβοις παρὰ του μη έχοντος

    Σηκώνω ψηλά τη μαγκούρα μου και την κατεβάζω με δύναμη στο κεφάλι του Χάρου. ...

    X