Ταξιδιωτική Ιστορία

Μια από τις πολλές απώλειες που έφερε η πανδημία ήταν και η ματαίωση των μακρινών ταξιδιών. Ίσως αυτό το κακό να μοιάζει μικρό ή αμελητέο στους σπιτόγατους, για τους μοναχικούς οδοιπόρους όμως, για τους αθεράπευτους δραπέτες της επανάληψης, ο συγκεκριμένος περιορισμός μετατρέπεται καθημερινά σε μαρτυρική φυλακή.

Σαν ανάμνηση, σαν παραμύθι από την εκείνη «παλιά εποχή των ελεύθερων περιπλανήσεων», παραθέτω μια ιστορία που συνέβη πριν από τριάντα ένα χρόνια. Μικρός φόρος τιμής σε όσους συμπάσχουν μαζί μου.

Σιγκαπούρη *

Λίγες ώρες μετά την προσγείωση ήταν αρκετές για να καταλάβω ότι η Σιγκαπούρη δεν είναι πόλη, δεν είναι χώρα, μα ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο, με διαστάσεις είκοσι πέντε επί τριάντα χιλιόμετρα περίπου. Η πρωτοτυπία της σε σχέση με τα άλλα εμπορικά κέντρα είναι ότι εδώ όλοι, υπάλληλοι και πελάτες, περνάνε τη ζωή τους μέσα στο «μαγαζί» το οποίο διαθέτει τρένα, λεωφόρους, αεροδρόμιο, πάρκα και ό,τι άλλο επιθυμήσει ο πελάτης.

Ως πόλη είναι η πιο καθαρή απ’ όσες συνάντησα ποτέ (με μόνη βρομιά τις πολύχρωμες μασημένες τσίχλες που κάποια μόδα σπρώχνει τα νέα παιδιά να τις κολλάνε οπουδήποτε, ιδιαίτερα στις πόρτες του μετρό). Ως κράτος ίσως να είναι το πιο ελεγχόμενο και οργανωμένο από όσα γνωρίζω.
Τις μέρες που έμεινα εκεί, μου άρεσε να ξυπνάω πρωί, πριν ακόμα τα υπέροχα θηλυκά της πόλης ανοίξουν τα σχιστά τους μάτια, τρίψουν νωχελικά το μεταξένιο τους δέρμα στα νοτισμένα με απόκρυφες ευωδιές σεντόνια και διαπεράσουν, με τις παλάμες ενωμένες σαν σε βουτιά, το τρυφερό εσωτερικό των μηρών τους.

Ρουφώντας ό,τι απόμεινε στην ατμόσφαιρα από τις εκκρίσεις της τροπικής νύχτας, ακολουθούσα ένα αρχέγονο ένστικτο, το οποίο με οδηγούσε κατευθείαν στους έρημους δρόμους του τομέα των γραφείων, κι εκεί περίμενα σαν αιλουροειδές μέχρι τις οκτώ το πρωί ακριβώς όπου, όλως ξαφνικά, ο τόπος γέμιζε όμορφες, πάρα πολύ όμορφες κοπέλες.
Με βήματα χορευτικά χωνόμουνα ανάμεσά τους κι ακολουθώντας το μελωδικό βουητό της άγνωστης γλώσσας, λιγωνόμουν με τα λικνίσματα των σφιχτών γοφών, την αθώα επαφή των μικρών βυζιών, την εικόνα του λάγνου πίσω μέρους των αφτιών κι ένιωθα τη θέρμη του κρυφού τριγώνου να μετουσιώνει την αθόρυβη τριβή σε μουσκεμένη ευωδιά.

Όσο η ζέστη φούσκωνε τις αισθήσεις, τόσο τα φρέσκα σώματα μοσχοβολούσαν τον ιδρώτα τους κι η ευεξία του κατακτημένου κορμού μου άχνιζε στους πόθους της φαντασίας. Τότε, αναπάντεχα απλά, σαν να μην ήτανε τίποτα, από ό,τι έχει αξία σ’ ετούτο τον πλανήτη, αληθινό, ο χαρούμενος κόσμος χανότανε ταχυδακτυλουργικά μέσα στα εκατοντάδες γραφεία που καλύπτουν την περιοχή, μετατρέποντας χιλιάδες ώρες ανθρώπινης ηδονής σε ώρες παραγωγικής εργασίας.

Μόνος, ατακτοποίητος στους καθαρούς δρόμους ενός κόσμου που νοίκιαζε ζωές, ησύχαζα τη μεγάλη μου θλίψη, χαράζοντας πορεία προς την Ίντιαντάουν ή την Τσάιναταουν, τόπους όπου μπορούσα να χαρώ λίγη ακαταστασία, λίγη βρομιά, λίγο ασκητικό ραχατιλίκι.

Κάποιο τέτοιο πρωινό, αφού αποφάσισα ότι η Σιγκαπούρη δεν ήταν ο τόπος που θα ήθελα να κρύψω ένα έργο μου, παραδομένος στις μυρωδιές της Τσάιναταουν, είδα απλωμένα σ’ ένα σκεπαστό πεζοδρόμιο τα κομμάτια ενός πανέμορφου δράκου, φτιαγμένα από λεπτοκομμένα καλάμια και άσπρο χαρτί ρυζιού, να στεγνώνουν τρεμάμενα στο ελαφρύ αεράκι. Έτσι όπως ήταν θαμποδιάφανα λευκά, τεμαχισμένα, βαλμένα στη σειρά, μου θύμισαν τις fine sculture του Pino Pascali. Τα άγγιζα δισταχτικά, θαυμάζοντας την ηρεμία της ψυχής των χεριών που τα είχαν φτιάξει –γιατί όσοι φτιάχνουν έργα με τα χέρια τους έχουν τρεις ψυχές, μία στο στήθος κι από μία σε κάθε χέρι– όταν κατάλαβα από το σκοτεινό βάθος του μακρόστενου μαγαζιού, να έρχεται προς το μέρος μου η λεπτή φιγούρα ενός ανθρώπου που έμοιαζε με τον δράκο. Ήταν μακρόστενη, ήταν αιώνια, είχε διάφανο ρυτιδωμένο δέρμα κι άσπρο γενάκι, όπως όλοι οι ηλικιωμένοι Κινέζοι, έτσι ακριβώς όπως θα τους φανταζόμασταν χωρίς να μας τους περιγράψουν. Τα σχιστά μάτια, το ωραίο χαμόγελο έστελναν έξω, πριν από αυτόν, μια ενέργεια ζεστή, εγκάρδια.

Αφού συστηθήκαμε, μου ομολόγησε πως τον συγκίνησε ο τρόπος με τον οποίο κοιτούσα το έργο του, γι’ αυτό βγήκε να με γνωρίσει. Συζητούσαμε ευχάριστα για την τεχνική, την ομορφιά του χαρτιού, τα χρώματα, την τελετή που θα ακολουθούσε στο τέλος και ό,τι λέγαμε μας έφερνε πιο κοντά. Παίρνοντας θάρρος με ρώτησε ευγενικά από ποια χώρα είμαι κι από ποιον τόπο έρχομαι. Πρόθυμα σκιαγράφησα την πορεία του ταξιδιού μου. Μόλις τελείωσα έβγαλε ένα μικρό επιφώνημα.

«Ω είναι πολύ μακρινή η πατρίδα σας, αγαπητέ κύριε, και σίγουρα πολύ πιο μεγάλο το ταξίδι σας. Εγώ –σας παρακαλώ μην το θεωρήσετε αγένεια που μιλώ για μένα– ήμουν παιδί όταν άφησα την πατρίδα μου την Κίνα, μόνος σε μια βάρκα την οποία είχα φτιάξει σχεδόν με τα χέρια μου. Για μήνες περιπλανιόμουν από νησί σε νησί χωρίς να γνωρίζω ότι αλλάζω χώρες. Άλλωστε οι τόποι ήταν έρημοι, δεν υπήρχε κανείς να μου το επισημάνει.

»Ερωτεύτηκα και παντρεύτηκα τη γυναίκα μου στο Λινχάι πάνω από τη Φορμόζα. Φτιάξαμε, δεν θυμάμαι ακριβώς τον τόπο, το πρώτο μας σπίτι από καλάμια μπαμπού και φύλλα της πάλμας, όταν ήταν να γεννηθεί ο πρώτος μας γιος. Μετά κάναμε πολλά παιδιά και πολλά σπίτια, το καθένα σε διαφορετικό μέρος. Συχνά βρίσκαμε σπίτι έτοιμο –γιατί κανείς όταν φεύγει δεν μπορεί να πάρει το σπίτι μαζί του, συμφωνείτε;– μα κι όταν δεν υπήρχε, έφτανε να κόψουμε καλάμια και κλαδιά για να το φτιάξουμε χωρίς να ρωτήσουμε κανέναν.

»Ψαρεύαμε στα ανοιχτά, στη Σουμάτρα, τη Βόρνεο, τη Λάνκα, τη Γουινέα, φτάσαμε πολλές φορές μέχρι την Αυστραλία και μείναμε εκεί μέρες, ακόμα κι εβδομάδες όποτε ο καιρός δεν ήταν καλός, χωρίς να μας ενοχλήσει κανένας. Είχαμε την ευλογία, λες κι όλα τα νησιά ήταν δικά μας, ήταν δώρα της Φύσης. Δεν κλέβαμε, δεν σκοτώναμε. Η Γη ήταν μεγάλη κι εμείς όλοι παιδιά της.
»Όταν ήρθα εδώ για πρώτη φορά, η Σιγκαπούρη ήταν ένα μικρό χωριό φίλων ψαράδων στην άκρη της ζούγκλας – η οποία έφτανε τότε μέχρι τη θάλασσα. Καθάρισα τον τόπο που διάλεξε η γυναίκα μου κι έφτιαξα την καλύβα μας. Ζούσαμε πολλά χρόνια έτσι, ώσπου μετά τον πόλεμο μας διώξανε από εκεί και μου είπανε να βγάλω διαβατήριο αν ήθελα να πάω απέναντι στη Σουμάτρα, στο Νίας, στο Μπούρου. Αρνήθηκα. Πούλησα το καΐκι κι έμεινα στη στεριά. Αργότερα θυμήθηκα τον πατέρα μου, ο οποίος έφτιαχνε αυτούς τους δράκους –που εσείς ονομάσατε ωραίους– κι αποφάσισα να τους συνεχίσω κι εγώ.

»Είμαι πάντα εδώ, ίσως επειδή γέρασα πια για να ταξιδεύω ή ίσως επειδή δεν αγαπάω τις βίζες, τον έλεγχο, τις ερωτήσεις, μα πιο πολύ τα σύνορα. Χάρηκα πάρα πολύ που μίλησα μαζί σας και εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς μου να είναι όλα καλά στα ταξίδια σας.»

Οι ψυχές των χεριών μας αγκαλιάστηκαν σφιχτά καθώς χαιρετιόμασταν. Ύστερα χάθηκε, αφήνοντας τον δράκο κι εμένα να λικνιζόμαστε ολομόναχοι έξω.

* Ιστορίες Ενός Ρευστού έργου, Δημήτρης Αληθεινός, Εστία 1997

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Έφη Στρούζα: Ένα Νέο Ταξίδι

Φεύγει φευ ο χρόνος, φθίνει φευ η ύλη, φθείρονται οι φθόγγοι. Φαιοκόκκινα φύλλα, οι ...

Mια παιδική ανάμνηση, στο σήμερα

Την πρώτη φορά που με πήγαν να δω παράσταση στο Εθνικό Θέατρο, ήταν το ...

Νεπάλ [μέρος πρώτο]

Όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού, τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς πουλούσαν “λοταρίες”, κάτι κλειστά πολύχρωμα ...

Ένα μικρό διαμάντι

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Επίσκεψη στη –λαμπερή σαν διαμάντι– έκθεση «Κρήτη. Αναδυόμενες Πόλεις: Άπτερα, ...

Νάγκι Γκούμπα* Μέρος Β’

Πρωί-πρωί φόρτωσα το έργο στο τζιπ και ξεκίνησα για το Νάγκι Γκούμπα με την ...

Ουκ αν λάβοις παρὰ του μη έχοντος

Σηκώνω ψηλά τη μαγκούρα μου και την κατεβάζω με δύναμη στο κεφάλι του Χάρου. ...

X