Τα κοπέλια

«Μιαν φορά τζι έναν τζαιρόν ήταν μια γριά. Τυφλή αλλά σοφή». Ή μήπως ήταν ένας σοφός γέρος; Ένας ποιητάρης; O παππούς μου ο Χρυσόστομος που μου ‘λεγε ιστορίες του Χότζα; Το Ελενάκι, η αδελφή της Αννούς, που ερχόταν επίσκεψη στης γιαγιάς μου κάθε απόγευμα, ντυμένη πολύ διαφορετικά, πιο νεανικά και μοντέρνα από τις άλλες κοτζιάκαρες, με ταγεράκια σιέλ ή πράσινο λαδί, με γοβάκια και στα μαλλιά καπελάκια και κορδέλες, που μου ‘λεγε ιστορίες για τότε που δούλευε ψυχοκόρη σε σπίτι πλουσίων στην Αλεξάνδρεια; Ή μήπως ήταν ο πατέρας μου που μου ‘λεγε ιστορίες για τότε που μετατέθηκε στον Άγιο Δημητριανό, επτά χρόνια μονοδιδάσκαλο, και σταματούσε καθ’ οδόν στο Ψάθι να πάρει τα τρία παιδιά του χωριού που περίμεναν στην άκρη του δρόμου να αναφανεί το Seat του δασκάλου που θα τους έπαιρνε μαζί του στον Άη Δημητριανό, διότι το σχολείο του χωριού τους είχε ήδη κλείσει; Ή μήπως ήταν η μάνα μου, τότε που ο πατέρας μου δεν ξύπνησε μετά την εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς και περιμέναμε για δύο μήνες στους καναπέδες έξω στο lounge του ιδιωτικού νοσοκομείου; Είχανε πάει να σπείρουν, ξέσπασε καταρρακτώδης βροχή. Εγιώ επρόλαβα τζαι επέρασα, αλλά η κατσελλούα όι. Τζι έκλαια. Μα γιατί έκλαιες μάμμα; Aφού επρόλαβες τζι επέρασες. Εγιώ ναι, αλλά η κατσελλούα όι, έκλαια επειδή έκλαιεν η κατσελλούα.

Σε όλους τους λαούς υπάρχουν οι παραδοσιακοί αφηγητές των μεγάλων, κάποτε επικών, ιστοριών (παραμυθάδες, guru, griot) αλλά και οι αφηγητές των μικρών ιστοριών. Και οι δύο τύποι αφηγητών είναι άτομα μεγάλης ηλικίας. Οι αφηγητές των μικρών ιστοριών είναι μικροί διότι η αφήγησή τους δεν έχει σκοπό να κατηχήσει ούτε και διεκδικεί οικουμενικότητα ή αποδοχή του διδάγματος που έχουν να περάσουν. Εξάλλου δεν υπάρχει δίδαγμα. Ούτε υπάρχει από μέρους των αφηγητών μια σωτηριολογική αίσθηση αποστολής ή φόβος παρέκκλισης των νέων (και γι’ αυτό αισθάνονται ηθική την επιταγή να διαπλάσουν), ή φόβος του δικού τους θανάτου. Αφηγούνται όχι από φόβο θανάτου αλλά από αγάπη της ζωής, όχι για να περάσουν στην αθανασία η μνήμη και οι παρακαταθήκες τους αλλά για να μοιραστούν με τους ακροατές τη δραματουργία της καθημερινής ζωής, μια δραματουργία που αναβιώνει μέσω της αφήγησης και στήνοντας ξανά στη σκηνή εκείνο που υπήρξαν, κοινωνοί ζωής. Επηαίνναμεν στον καφενέ της Μαρίας τζι επαίζαμεν φλίππερ. Σε τζείνον το σκαλούιν εκάθουμουν με την Αντρούλλα τζι επίναμεν παρέα κόκα-κόλα που ‘γοράζαμεν ‘που την Ατζιελούν, αθθυμούμαι το πιο μεγάλο, ήταν πιο μεγάλο διότι εκαθούμασταν τζαι εθωρούσαμεν ‘που ψηλά την πλατεία του καφενέ. Επηαίνναμεν στο Μπογάζι τζι ετρώαμεν ψάρι. Εκόψαμεν καλάμια στη Λάπηθο, εφορτώσαμεν τα στο φορτηγό, τζαι επήραμεν τα στην Πάφο να τα πουλήσουμε τζαι να ‘γοράσουμεν, να φορτώσουμεν, να φέρουμεν πίσω άσιερον. Επηαίνναμεν με τα ποδήλατα στην Κορυτσάς που είσιεν κορούδες τζι εκάμναμεν πάνω-κάτω κούρσες να τες θωρούμεν.

«Μιαν φορά τζι έναν τζιαιρό ήταν μια γριά γυναίκα. Τυφλή. Σοφή». Έτσι ξεκινά η Αφροαμερικανή συγγραφέας Toni Morrison την ομιλία αποδοχής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1994. Στη δική της εκδοχή της σοφής γριάς η γυναίκα είναι η κόρη σκλάβων, μαύρη, Αμερικανή. Ζει μόνη σε ένα σπιτάκι έξω από την πόλη. Η φήμη της σοφίας της είναι μεγάλη και ανα[γ]έλαστη. Στα μάτια των δικών της ανθρώπων είναι ο Νόμος και η παραβίασή του όταν ο Νόμος γίνεται διατάγματα. Η τιμή που της αποδίδεται και ο θαυμασμός του οποίου χαίρει εκτείνονται πέρα από τα όρια της γειτονιάς της σε μέρη μακρινά, στην πόλη όπου η ευφυία των μά[γ]ων και η γοητεία των ιστοριών που ’χουν να πουν γίνονται στόχος ψυχαγωγικού περίγελου. Επελλάτζιασεν η κοτζιάκαρη, εξάλλου μιλά χωρκάτικα.

Μια μέρα λοιπόν τη γυναίκα επισκέπτονται κάποια νεαρά άτομα, κάποια κοπέλια, που φαίνονται αποφασισμένα να διαψεύσουν τις μαντικές της ικανότητες και να αποκαλύψουν την απάτη που εκείνη είναι και την απάτη που εκείνη διεξάγει. Το σχέδιό τους είναι απλό: μπαίνουν στο σπίτι της και της απευθύνουν τη μόνη ερώτηση της οποίας η δυνατότητα απάντησης βασίζεται αποκλειστικά στη διαφορά της γυναίκας, μια διαφορά την οποία τα κοπέλια θεωρούν τη θεμελιακή της αναπηρία: την τυφλότητά της. Στέκονται μπροστά της και ένας απ’ αυτούς λέει: «Κοτζιάκαρη, μες στο σιέρι μου κρατώ έναν πουλί. Πε μου αν έν’ ζωντανό ή πεθαμένο».

Δεν απαντά, και η ερώτηση επαναλαμβάνεται.

Εξακολουθεί να μην απαντά, συνεχίζει να περιγράφει η Morrison. Είναι τυφλή και δεν μπορεί να δει τους επισκέπτες της, πόσω μάλλον αυτό που είναι μέσα στα χέρια τους. Δεν ξέρει το χρώμα τους, το φύλο τους ή από πού έρχονται. Ξέρει μόνο τα κίνητρά τους.

Η σιωπή της γριάς είναι εκτενής, τα κοπέλια δυσκολεύονται να συγκρατήσουν το γέλιο τους.

Τελικά μιλά και η φωνή της είναι μαλακή αλλά και αυστηρή: «Δεν ξέρω αν το πουλί που κρατάτε είναι νεκρό ή ζωντανό, αυτό που ξέρω όμως είναι ότι είναι μέσα στα δικά σας χέρια», «είναι στα δικά σας χέρια».

Η απάντησή της μπορεί να σημαίνει, γράφει η Morrison: αν είναι πεθαμένο, είτε το βρήκατε έτσι, πεθαμένο, είτε το σκοτώσατε. Αν είναι ζωντανό, μπορεί[τε] να το σκοτώσετε. Κατά πόσο θα παραμείνει ζωντανό, είναι δική σας απόφαση. Όποια και να ’ναι η περίπτωση, είναι δική σας η ευθύνη.

Επειδή (συ)στήνουν την εξουσία τους και την αδυναμία της να παρελαύνουν πλάι-πλάι, τα κοπέλια δέχονται επίπληξη, τους λέγεται ότι είναι υπεύθυνοι όχι μόνο για τον εμπαιγμό αλλά και για τη μικρή συστάδα ζωής που θυσίασαν για να διασφαλίσουν τα μέσα για την πράξη του εμπαιγμού. Η γριά γυναίκα εγκαλείται από τους επισκέπτες σε ένα παιχνίδι λόγου όπου η μόνη θέση που της κατανέμεται είναι η θέση του έκθετου και του επισφαλούς όσον αφορά τη γνώση, τη βεβαιότητα, την ασφάλεια, την εγγύτητα στη θανάτωση (ενδεχομένως της δικής της, διότι όπως είπαμε ζει μόνη στην άκρη της πόλης και δεν αποθαρρύνει το έγκλημα η παρουσία μαρτύρων, διότι αν το πουλί είναι νεκρό διότι το σκότωσαν κάποιοι που σκοτώνουν, πού ξέρουμε ότι δεν θα σκοτώσουν και την ίδια, εξάλλου και το πουλί το σκότωσαν όχι επειδή υπήρχε λόγος αλλά επειδή μπορούσαν). Παρά την πρεκάρια θέση που της επιβάλλεται μέσα στον λόγο και μέσω του λόγου, η τυφλή γυναίκα καταφέρνει να αντισταθεί στρέφοντας την προσοχή από την επιδεικτική, σχεδόν σαδιστικά επιδεικτική, επίταξή της από το αδράχτι της εξουσίας στα εργαλεία και τους φορείς της εξουσίας. Κι εδώ ξεκινούν η παρέκκλισή μου από την ομιλία της Morrison αλλά και η σύμπλευσή μου μαζί της όσον αφορά την ανάπτυξη μιας δραματουργίας που εκθέτει την τεχνολογία της εξουσίας.

Έγινε κύρια είδηση πριν από μερικές μέρες ότι αρνήθηκαν οι μετανάστες που «εντοπίστηκαν θετικοί στον κορωνοϊό» και βρίσκονται στο «Κέντρο Υποδοχής και Φιλοξενίας Αιτητών στην Κοφίνου» να μεταφερθούν στην Τερσεφάνου για απομόνωση προκαλώντας μάλιστα «επεισόδια». Ποιοι θα μετέφεραν τους μετανάστες; Με δικά τους οχήματα, με ασθενοφόρα, πώς; Εσύ, αν ήσουν αιτητής ασύλου στην Κοφίνου, αν είχες βιώσει στο πετσί σου την κατασταλτική εξουσία του κράτους (τον εγκλεισμό που δεν συνοδεύεται από αιτιολόγηση ή ορίζοντα εξόδου και ορίζοντα ελπίδας), θα πήγαινες; Αν είχες βιώσει στο πετσί σου την επίσκεψή τους (όταν έρχονται για να σε πάρουν, να σε πάρουν στην Πουρνάρα, στην Κοφίνου, στη φυλακή, στο αεροδρόμιο για απέλαση, στη Μενόγεια για απεριόριστο εγκλεισμό διότι δεν υπάρχει πτήση για απέλαση), θα πήγαινες; Πιο ωμά, εσύ θα πήγαινες αν δεν σου λέγανε «πρέπει να πας» αλλά «θα μεταφερθείς»; Εσύ θα έμπαινες σε ένα λεωφορείο να σε πάνε κάπου που δεν ξέρεις πού είναι, όταν η μεταφορά σου εκεί γίνεται με συνοδεία αστυνομικών και με τους ίδιους όρους που γίνεται μια επιχείρηση «σκούπα»; Εσύ θα πήγαινες αν η επιμόλυνσή σου από τον ιό διατυπώνεται με αστυνομικούς όρους («εντοπίστηκαν θετικοί»); Εσύ ξέρεις τι σημαίνει να έρχεται για εσένα η Αστυνομία, να σε παίρνει η Αστυνομία; Φταίει η κουλτούρα τους, ακούσαμε να λέει ο υπουργός Εσωτερικών Ν. Νουρής, αφήνοντας να εννοηθεί: έτσι είναι τούτοι: επιθετικοί, χωρίς σεβασμό για την έννομη τάξη, χωρίς σεβασμό για τους άλλους, αδίστακτοι, απολίτιστοι. Είναι στα δικά σας χέρια, απαντά η γριά γυναίκα στα κοπέλια. Δεν τίθεται θέμα κουλτούρας τους, τίθεται θέμα παραβίασης του κράτους δικαίου και ασφαλειοποίησης της ζωής. Δεν ήρθε από έξω, ήρθε από μέσα. Η μετατροπή των ασθενών ή των ατόμων θετικών με COVID σε υπόπτους παραβιάζει το κράτος δικαίου. Αν το Υπουργείο Υγείας απεκδύεται την ευθύνη του να στείλει το Υγειονομείο να ελέγχει την εφαρμογή των πρωτόκολλων στα σφαγεία για να μην λερωθεί πολιτικά, ρίχνοντας το μπαλάκι στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, γιατί στάλθηκε η Αστυνομία για να συνοδεύσει τους θετικούς κάτοικους του Κέντρου Φιλοξενίας της Κοφίνου στην Τερσεφάνου; Γιατί τους μάζεψε και τους συνόδευσε η Αστυνομία και όχι νοσοκομειακό προσωπικό; Εκτός εάν η Κοφίνου δεν είναι Κέντρο Φιλοξενίας αλλά φυλακή. Είναι στα δικά σας χέρια, πέστε μας, είναι φυλακή; Είναι ζωντανοί άνθρωποι με δικαιώματα εκεί ή έχουν μετατραπεί σε γυμνή ζωή επί της οποίας μπορεί να ασκηθεί κάθε εξουσία;

Πέστε μας, πώς νομίζετε ότι ένιωσαν οι ηλικιωμένοι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας όταν είδαν στις οθόνες των τηλεοράσεών τους τους ηλικιωμένους ένοικους γηροκομείου να πετάγονται έξω σαν λεπροί, σαν σκουπίδια, σαν μπαγάζια και να «μεταφέρονται»; Σε νοσοκομεία ή στην Τερσεφάνου ή αλλού, δεν κάνει διαφορά. Αυτό που κάνει διαφορά είναι ότι «μεταφέρθηκαν» ωσάν η ανθρωπινότητά τους, ωσάν η πολιτότητά τους να είχε ήδη λήξει.

Πέστε μας, πώς νομίζετε ότι προσλαμβάνουν την αποδελτίωση θανάτων στα δελτία ειδήσεων οι άνθρωποι με διαβήτη, καρκίνο, καρδιοπάθειες και άλλα θέματα υγείας, όταν της αποδελτίωσης έπεται η πλαισίωση των νεκρών ως πασχόντων από υποκείμενα νοσήματα, ως αποθανόντων από έναν εκλογικευμένο θάνατο, έναν θάνατο που ίσως μετρά λιγότερο όσο λιγότερο ίσως μετρά η αξία της ζωής τους; Πέστε μας ότι δεν τρομοκρατείτε τον κόσμο αντί να προστατεύσετε την υγεία των πολλών, ότι δεν έχετε αναστείλει το κράτος δικαίου γιατί μπορείτε και όχι διότι είναι απαραίτητο για την προστασία της δημόσιας υγείας.

Δεν ξέρω αν είναι ζωντανό ακόμη αλλά ξέρω ότι είναι στα δικά σας χέρια. Η πολιτότητα είναι και στα δικά σας χέρια, εσάς των αναγνωστών. Στα δικά σας χέρια είναι και η γλώσσα, η γλώσσα που την πήραν και τη μετέτρεψαν σε εργαλείο που αποκρύβει την εξουσία και τη θανάτωση του δημοκρατικού θεσμού του δήμου. Είναι στα δικά σας χέρια η ζωή, είναι στα δικά σας χέρια αν θα νεκρώσουν αυτό που θρέφει την πολιτότητά μας, τη δύναμή μας να κοινωνούμε τη ζωή. Είναι στα δικά σας χέρια αν θα υποταχθείτε στη γραμματική του τετελεσμένου χρόνου, ότι η πολιτότητα όπως την ξέραμε έχει ήδη αναδιαρθρωθεί.

Της Ζέλιας Γρηγορίου, Αναπληρώτριας καθηγήτριας, Πανεπιστήμιο Κύπρου

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Το Σφαγείο

Γράφει η Ζέλια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου «Είναι δύσκολο να κάνεις κάποιον να ...

Οι καλικάντζαροι

Δεν ζήλεψα που δεν με βάλανε ποτέ αγγελάκι στη Σκηνή της Γέννησης. Δεν ζήλεψα ...

Freya|Το διάγγελμα

Γράφει η Ζέλια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου Το Βικιλεξικό ορίζει το διάγγελμα ως ...

X