Το κτήνος στο φεγγάρι

  • Συγγραφέας: Ρίτσαρντ Καλινόσκι

    Σκηνοθεσία:Λέα Μαλένη

    Παραγωγή:Θεατρική Ομάδα Persona

    Σε μία εποχή που η πανδημία μονοπωλεί το ενδιαφέρον όλου του πλανήτη και ο καθημερινός μας μικρόκοσμος αναλώνεται γύρω από αριθμούς κρουσμάτων και περιοριστικά μέτρα, η θεατρική κοινότητα του νησιού, ενάντια στην κρατική απαξίωση που τοποθέτησε τις τέχνες στα δευτερεύουσας σημασίας ζητήματα, δήλωνε, μέχρι την περασμένη Παρασκευή, πεισματικά παρούσα, με πρεμιέρες να ανακοινώνονται η μία μετά την άλλη. Αυτή η παρουσία δηλωνόταν, εξίσου πεισματικά, και από το κοινό, το οποίο βρισκόταν στις θεατρικές αίθουσες ακόμη και στις έξι το απόγευμα, αποδεικνύοντας ότι η ευλαβική τήρηση των μέτρων από θεατές και καλλιτέχνες καθιστά το θέατρο έναν από τους πιο ασφαλείς τρόπους ψυχαγωγίας. Με το κράτος να εξισώνει τις τέχνες με κάθε άλλη μορφή διασκέδασης, οι θεατρικές αίθουσες μένουν και πάλι άδειες και οι καλλιτέχνες εκτεθειμένοι, σε όλα τα επίπεδα.

    Με αφορμή το θέμα του έργου «Το κτήνος στο φεγγάρι» του Αμερικανοπολωνού συγγραφέα Ρίτσαρντ Καλινόσκι, το οποίο θέτει στον πυρήνα του τη γενοκτονία των Αρμενίων από τους Τούρκους, η δραστήρια Ομάδα Persona, με ένα πολυεπίπεδο και πολύμορφο project, στρέφει την προσοχή μας στο πάντα επίκαιρο και επώδυνο θέμα της προσφυγιάς και της μετανάστευσης, και μάλιστα, σε μια εποχή που ο αρμενικός λαός δοκιμάζεται, παίρνοντας για άλλη μία φορά τον δρόμο του ξενιτεμού. Εμπλέκοντας μία πλειάδα ανθρώπων της αρμενικής κοινότητας στην Κύπρο με θρησκευτική, πολιτική και κοινωνική ιδιότητα, η ομάδα στήνει ένα ολόκληρο αφιέρωμα στη γενοκτονία των Αρμενίων, με ενδιαφέρουσες παράλληλες δράσεις να πλαισιώνουν την παράσταση. Στο επίκεντρο των δράσεων βρίσκεται η εύστοχη και καλοστημένη έκθεση στο φουαγιέ του θεάτρου με τίτλο «Σε ξένο τόπο», η οποία οδηγεί τον θεατή μέσα από κειμήλια, φωτογραφίες, ιστορικές πληροφορίες και ηχητικά ντοκουμέντα των απογόνων των οικογενειών που κατέληξαν στην Κύπρο, σε ένα νοητικό και συναισθηματικό ταξίδι, ακολουθώντας την πορεία των εκδιωγμένων Αρμενίων.

    «Το κτήνος στο φεγγάρι», αν και γραμμένο τη δεκαετία του 1990, θυμίζει τα έργα του ψυχολογικού ή ποιητικού ρεαλισμού της αμερικανικής δραματουργίας της δεκαετίας του ’50, και ιδιαίτερα αυτά του Άρθουρ Μίλλερ και του Τενεσί Ουίλλιαμς. Πρόκειται για ένα έργο μνήμης που εξωτερικά δομείται στην τεχνική του αφηγητή, ο οποίος παρουσιάζει την ιστορία έτσι όπως την ανακαλεί στη μνήμη του, παρεμβαίνοντας συχνά στη δράση για να εξηγήσει, να συμπληρώσει και να εξελίξει την ιστορία τους. Και ενώ ο ιστορικός καμβάς αφορμάται από τα γεγονότα της γενοκτονίας, το έργο, εν τέλει, δεν αφορά αυτούς που χάθηκαν, αλλά αυτούς που επέζησαν, τους «τυχερούς», οι οποίοι, κουβαλώντας την ενοχή της επιβίωσής τους αγωνίζονται να αρχίσουν μία ζωή από την αρχή σε έναν τόπο ξένο, εν προκειμένω την Αμερική, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να απεγκλωβιστούν από το ανεπούλωτο τραύμα που άφησε η μαζική εκκαθάριση τους γένους τους. Το έργο αφορά το νέο ξεκίνημα δύο τέτοιων Αρμενίων, του Αράμ και της Σέτας Τομασιάν, παντρεμένων διά αντιπροσώπου και φωτογραφίας, προτού καν γνωριστούν. Αν και ο συνδυασμός της ρεαλιστικής φόρμας με ένα τραγικό ιστορικό γεγονός συχνά ενέχει τον κίνδυνο να καταλήξει στην ηθογραφία και τον μελοδραματισμό, ο Καλινόσκι βρίσκει – αν και όχι πάντα – οριακές ισορροπίες και κατορθώνει να εστιάσει την ιστορία του στον πυρήνα της σχέσης δύο ανθρώπων που, αν και σύζυγοι, στην πραγματικότητα παραμένουν δύο ξένοι σε έναν ξένο τόπο. Η πορεία προς την «ενηλικίωση» της σχέσης, αλλά και της ειλικρινούς αντιμετώπισης των εμμονών τους, επιτυγχάνεται μέσα από μικρά καθημερινά επεισόδια, άλλοτε κωμικά, άλλοτε αμήχανα και άλλοτε τραγικά. Απογυμνωμένοι και χωρίς δεκανίκια (μία κούκλα ή μία φωτογραφία), συμφιλιώνονται με το παρελθόν για να βαδίσουν πια μαζί στο παρόν και να δημιουργήσουν το μέλλον.

    Με τις μνήμες από το ανέβασμα του έργου στο Θέατρο Πορεία από τον Στάθη Λιβαθινό – αν και προ εικοσαετίας – να είναι ακόμη ισχυρές, ομολογώ ότι το ευαίσθητο αυτό έργο βρίσκει μία εξίσου ευρηματική σκηνική πραγμάτωση στα ικανά χέρια της Λέας Μαλένη. Κατ’ αρχάς, η ανάγνωσή της βρίσκει ιδανική απεικόνιση στον ευφυή τρόπο που η σκηνογράφος και ενδυματολόγος της παράστασης Σόσε Εσκιτζιάν (η οποία δίνει μία από τις καλύτερες δουλειές της, σε όλα τα επίπεδα) μεταμορφώνει, κυριολεκτικά, το Wherehaus 612. Ο άλλοτε σκοτεινός και περιορισμένος (οπτικά τουλάχιστον) χώρος του θεάτρου αποκαλύπτει όλο το βάθος και την έκτασή του και γίνεται ολόκληρο ένας ενιαίος χώρος σκηνικής δράσης. Η εύστοχη απόφαση ο αφηγητής να τοποθετεί ανάμεσα στους περιηγούμενους, στην έκθεση του φουαγιέ, θεατές, δίνει μία διαδραστική εκκίνηση στην παράσταση: οι μνήμες του ξυπνούν μέσα από τα κειμήλια που αντικρίζει μαζί μας, ο φωτισμός εστιάζει μόνο σε αυτόν και η αφήγηση της ιστορίας αρχίζει. Οι μετωπική σχέση πλατείας-σκηνής εξαφανίζεται και οι θεατές τοποθετούνται περιμετρικά στις τέσσερις πλευρές της σκηνής, ενώ οι ηθοποιοί, εκτεθειμένοι από παντού, χρησιμοποιούν ευρηματικά και τις τέσσερις εισόδους-εξόδους που σηματοδοτούν διαφορετικά σημεία του σπιτιού των Τομασιάν. Με τον χώρο του Wherehaus να κινείται αισθητικά ανάμεσα στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας και το Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, με τα υπέροχα και ακριβά προς την εποχή και την κουλτούρα σκηνικά αντικείμενα της Σόσε Εσκιτζιάν να βρίσκονται διάσπαρτα παντού και την εύστοχη απόφαση η είσοδος του σπιτιού να τοποθετηθεί στην τελευταία σειρά τού ενός εκ των τεσσάρων χώρων των θεατών, η παράσταση κατορθώνει να συνενώσει ηθοποιούς και θεατές σε έναν ενιαίο χώρο δράσης και θέασης. Η απόσταση σκηνής και πλατείας εξαφανίζεται και ο θεατής αποτελεί μέρος του σπιτιού των Τομασιάν.

    Πέρα, όμως, από την εξαιρετική διαμόρφωση του σκηνικού χώρου και τη διάταξη των θεατών, η σκηνοθεσία της Λέας Μαλένη κατορθώνει κάτι πολύ σημαντικό: να κινηθεί, παράλληλα με τον προφανή ρεαλισμό του έργου, σε ένα δεύτερο επίπεδο δράσης και να αναδείξει όσα δεν φαίνονται και όσα δεν λέγονται. Αυτό το δεύτερο επίπεδο γίνεται εφικτό μέσα από δύο εξίσου σημαντικά στοιχεία της παράστασης. Το πρώτο είναι το ηχητικό τοπίο που δημιουργεί ο Νεκτάριος Ροδοσθένους, το οποίο κάθε τόσο παρεισφρέει απειλητικά στην υπέροχη, νοσταλγική, παραδοσιακή αρμένικη μουσική, υπονοώντας όσα δεν λέγονται και προοικονομώντας όσα πρόκειται να ειπωθούν. Παράλληλα με το ηχητικό τοπίο, προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι καίριοι φωτισμοί της Καρολίνας Σπύρου, πότε φανερώνοντας και πότε αποκρύπτοντας τα τρωτά σημεία των ηρώων. Ο ήχος, ο φωτισμός, οι τελετουργικά επαναληπτικές κινήσεις, οι σιωπές, τα διάχυτα σύμβολα που υπερμεγεθύνονται (η φωτογραφία, η κούκλα, το παλτό, η τούρτα, το στιφάδο, η Βίβλος, η κρεβατοκάμαρα, το βρεφικό καρότσι) αποκαλύπτουν τα τραύματα που κρύβονται πίσω από τις λέξεις, ενώ δημιουργούν μία εξπρεσιονιστική αισθητική η οποία κρατά την παράσταση μακριά από τη ρεαλιστική ηθογραφία και τον συναισθηματικό εκβιασμό.

    Αφήνοντας κατά μέρος το εξωτερικό περίβλημα της παράστασης, η σκηνοθεσία της Λέας Μαλένη επενδύει πρωτίστως στις ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών. Η συγκεκριμένη παράσταση αποτελεί απόδειξη τού πόσο σημαντική είναι η σκηνοθετική καθοδήγηση, τόσο του κάθε ηθοποιού ξεχωριστά, όσο και της ομάδας ως συνόλου, ούτως ώστε να επιτευχθεί σκηνική χημεία και υποκριτική σύμπνοια. Η χροιά της φωνής του Μανώλη Μιχαηλίδη ταιριάζει ιδανικά στον ρόλο του, σε ώριμη πια ηλικία, αφηγητή. Η διακριτική του παρουσία, οι λιτές του κινήσεις και η χαμηλών τόνων ερμηνεία του κρατήθηκαν στις σωστές δόσεις, ούτως ώστε να μην υπερισχύσει η αφήγηση της ίδιας της ιστορίας. Ο Άγγελος Χατζημιχαήλ, στον ρόλο του μικρού Βίνσεντ, αν και μεγαλύτερος ηλικιακά από ό,τι θα περιμέναμε, αποτελεί μία πραγματικά ευχάριστη έκπληξη. Η παιδικότητα και η αφέλειά του ισορροπούν ιδανικά, ούτως ώστε να μην καταλήξει ο ρόλος σε παιδική καρικατούρα. Η ερμηνεία του κερδίζει τον θεατή από την πρώτη κιόλας σκηνή της εμφάνισής του. Η Παναγιώτα Παπαγεωργίου κατορθώνει να αφήσει πίσω παλιές της ερμηνείες και δημιουργεί εκ νέου μία ιδανική Σέτα, διανύοντας πειστικά την πορεία της από την εφηβεία στην ενηλικίωση και δίνοντας εύστοχα τη μεγάλη κλίμακα των συναισθημάτων της. Η παιδικότητα και η αμηχανία της δεκαπεντάχρονης Σέτα εγκαταλείπονται σταδιακά, για να μεταμορφωθεί σε μία ώριμη γυναίκα πεισματικά αποφασισμένη, όχι απλά να επιβιώσει, αλλά να ζήσει. Ο Θανάσης Γεωργίου, με απόλυτη συνοχή στο πλάσιμο του ρόλου του, κτίζει τον εσωστρεφή και καθηλωμένο στην αγωνία του να αντικαταστήσει τη νεκρή του οικογένεια, Αράμ, και τον οδηγεί σταδιακά σε μία λυτρωτική εξομολόγηση και συμφιλίωση με το παρελθόν του. Με πλήρη έλεγχο των κινήσεων, των μορφασμών και του τόνου της φωνής του, κατορθώνει να αποκαλύψει, μακριά από υπερβολές, το τραύμα πίσω από τις πράξεις και τις συμπεριφορές. Η ερμηνεία του είναι καθηλωτική.

    Το «gar oo chugar» («μια φορά και έναν καιρό» στα αρμένικα) είναι η φράση που επαναλαμβάνεται διαρκώς στην παράσταση. Μόνο που τα παραμύθια συχνά κρύβουν αλήθειες φρικτές και αποκαλύπτουν ότι το κτήνος δεν βρίσκεται στο φεγγάρι, αλλά μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο. Η παράσταση της ομάδας Persona επιτυγχάνει, μέσα σε δύο ώρες, όλα αυτά στα οποία η πολιτική έχει αποτύχει εδώ και χρόνια.

    • Μαρία Χαμάλη

      Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

    You May Also Like

    Δεσποινίς Τζούλη

    Οι ερμηνείες των τριών ηθοποιών κινήθηκαν σε ένα μονοδιάστατο επίπεδο, αυτό της ρεαλιστικής απόδοσης ...

    Το κέλυφος

    Με τον συμβολισμό ενός κελύφους, η Κωνσταντία Σωτηρίου παρουσιάζει το άτομο που πάσχει από ...

    Με το ίδιο μέτρο

    Μετάφραση: Βάιος Λιαπής Σκηνοθεσία: Μαγδαλένα Ζήρα Σκηνικά – κοστούμια: Έλενα Κατσούρη Χορογραφία: Αλέξης Βασιλείου ...

    «Λορεντζάτσιο»

    Του Αλφρέ ντε Μυσσέ Σκηνοθεσία, απόδοση, δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Ιορδανίδης Παραγωγή: Θέατρο Διόνυσος Το ...

    Λέιλα και Συνεργάτες

    Σκηνοθεσία: Μαρία Ιόλη Καρολίδου «Ποιες ιστορίες λέμε; Ποια είναι η κυρίαρχη αφήγηση για τη ...

    Ο Χάσης

    Η Μαγδαλένα Ζήρα τολμά σε κάθε της δουλειά να θέτει τον πήχη ψηλά και ...

    X