Χανς Ούλριχ Όμπριστ:Περφόρμανς εξαφάνισης

Γράφει η Κολίν Μίλαρντ ΠΑΡΑΘΥΡΟ | ARTINFO

Πολύ λίγες είναι οι μορφές στον κόσμο της τέχνης που μπορούν να αντιπαλέψουν την υπερδύναμη του Χανς Ούλριχ Όμπριστ. Από την πρώτη -διάσημη πια- έκθεση που έστησε στην κουζίνα του σπιτιού του το 1991, ο Ελβετός επιμελητής υπογράφει άπειρες εκθέσεις σε όλο τον κόσμο, σπρώχνοντας αδυσώπητα τα όρια της εκθεσιακής φόρμας: Από την έκθεση-συνονθύλευμα οδηγιών με τίτλο “Do It” το 1997, μέχρι την έκθεση-παράσταση “Il Tempo del Postino” με τον Φιλίπ Παρενό το 2007.
Συνδιευθυντής εκθέσεων στην γκαλερί Serpentine του Λονδίνου, ο Όμπριστ συνεχίζει αδιάλειπτα τις αμέτρητες συνεντεύξεις του με καλλιτέχνες και θεωρητικούς από τα εφηβικά του χρόνια, ενώ αρκετές από αυτές έχουν δημοσιευτεί σε τόμους [interviews Volume 1 & 2 και Conversation Series]. Για τον Όμπριστ όμως οι συνεντεύξεις είναι κάτι παραπάνω από εργαλείο: είναι στάση ζωής – κάτι που κορυφώθηκε με την 24ωρη μαραθώνια συνέντευξη με τον Ρεμ Κούλχας το 2006.
Ο Όμπριστ έχει μόλις εκδώσει μια προφορική ιστορία του αρχιτεκτονικού κινήματος Metabolism στην Ιαπωνία μαζί με τον Κούλχας και μόλις την περασμένη βδομάδα ίδρυσε ένα νέο “κίνημα”, το Posthastism, μαζί με τους Σουμόν Μπασάρ και Τζόζεφ Γκρίμα. Στα προσεχή σχέδιά του, εκτός από τη επίβλεψη της προέκτασης της Serpentine, είναι άλλο ένα βιβλίο, μια έκθεση στη Βραζιλία και μια έκδοση με τίτλο “Σύντομη Ιστορία του Ήχου”, παράλληλα με την περιοδεία των εκθέσεών του από το Βερολίνο μέχρι το Πεκίνο. Πώς τα καταφέρνει;

Οι συνεντεύξεις είναι κλειδί για αυτό που ο Τίνο Σεγκάλ αποκάλεσε κάποτε τη “σχεδόν καταστασιακή σου ύπαρξη”. Γιατί προτιμάτε αυτήν τη φόρμα και όχι πιο παραδοσιακές φόρμες παραγωγής γνώσης, όπως για παράδειγμα τα κείμενα;
[…]
Η ηχογράφηση είναι μια διαδικασία ενάντια στη λήθη. Κάνω συνεντεύξεις γιατί αφιερώνω σε αυτό το πράγμα λίγες ώρες κάθε μέρα από τότε που είμαι παιδί. Πάντα μιλούσα στους καλλιτέχνες. Γνώρισα τον Γρέρχαρντ Ρίχτερ και τον Αλιγκιέρο Μποέτι όταν ήμουν ακόμη έφηβος και πραγματικά με ενέπνευσαν. Όταν ο Μποέτι πέθανε, συνειδητοποίησα ότι θυμόμουν όλα αυτά τα πράγματα που μου είχε πει πολύ αμυδρά… Και πραγματικά λυπήθηκα. Αν τον είχα ηχογραφήσει, η φωνή του θα ήταν ακόμη μαζί μου και θα μπορούσα να τον ακούω όποτε ήθελα. Η απουσία αυτής της ηχογράφησης ήταν για μένα οδυνηρή και αποφάσισα να μην ξαναφήσω κάτι τέτοιο να συμβεί. Μετά έγινε επίσημο. Και η επιμέλεια εκθέσεων είναι ακριβώς αυτό το είδος διαλόγου.

Έχετε μιλήσει για την εξάντληση της εκθεσιακής φόρμας: η εξάντληση της φόρμας της Μπιενάλε, η εξάντληση της έκθεσης… Θα μπορούσαμε να φτάσουμε στην εξάντληση της φόρμας τής συνέντευξης; Αν ήταν να ξαναεφεύρουμε τη συνέντευξη, πώς θα ήταν;

Με κάποιον τρόπο η συνέντευξη πάει πάντα προς δύο κατευθύνσεις. Από τη μία πάει εις βάθος, και από την άλλη ανοίγεται σε μια πιο πλατειά πραγματικότητα. Εμβαθύνει μέσα από τις συνδιαλέξεις με τους ανθρώπους, ξανά και ξανά. Μπορεί να συνεχίζεται για δεκαετίες και να κάνει πάντα μια εντελώς συναρπαστική, καινούργια κουβέντα. Αυτό είναι και το εκπληκτικό με τις συνεντεύξεις του Ντέβιντ Σιλβέστερ με τον Φράνσις Μπέικον. Αυτές οι εκ βαθέων συζητήσεις είναι πιο κατακόρυφες. Μετά, σαφώς, υπάρχουν οι πιο οριζόντιες συζητήσεις, όπου ένας καλλιτέχνης για παράδειγμα μου μιλά για έναν επιστήμονα, έναν αρχιτέκτονα, έναν συνθέτη – είναι αυτή η στιγμή όπου προχωρά πέρα από τον κόσμο της τέχνης προς άλλους τομείς. Όταν η κατακόρυφη στιγμή φτάνει σε μια στασιμότητα, ξεκινούμε μια οριζόντια κίνηση. Είναι ένα είδος έλξης και άπωσης ανάμεσα στα δύο. Νομίζω ότι αυτή η κίνηση είναι κάπως άπειρη, αλλά πρέπει να επιστρέψω στην ερώτησή σας για την εξάντληση της φόρμας τής συνέντευξης. Στα αγγλικά λέμε πως “οι δύο κάνουν παρέα” και σε μια συνέντευξη συνήθως είναι δύο άτομα στο δωμάτιο, ή στο σπίτι. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να σπάσει αυτή η φόρμα: να βγούμε απ’ το δωμάτιο -μπορούμε να πάμε, ας πούμε, για μια βόλτα- κάτι που συνηθίζω να κάνω συχνά: συνεντεύξεις σε πάρκα, ταξί, λεωφορεία, αεροπλάνα. Με τον Πιέρ Ουίγκ, αλλά και με τον Νταν Γκράχαμ, κάναμε αυτό το πράγμα όπου παίρναμε ένα αεροπλάνο από το Α στο Β ή από το Γ στο Δ. Αν το ταξίδι διαρκούσε τέσσερις ώρες, θα ηχογραφούσαμε τέσσερις ώρες, αν ήταν εφτά, ηχογραφούσαμε εφτά ώρες ασταμάτητα. Είναι κι αυτός ένας τρόπος. Αν αυτός ο τρόπος κολλήσει, τότε αλλάζεις τις χωρικές συνθήκες. Ή μπορείς να δοκιμάσεις με διαφορετικές χρονικότητες: μπορείς να μιλάς με κάποιον για 24 ώρες, που οδηγεί φαντάζομαι στον Μαραθώνιο…
“Οι δυο κάνουν παρέα, οι τρεις κάνουν πλήθος”. Ένα από τα πράγματα που επίσης κάνω αρκετά συχνά για να ανοίξω λίγο μια συνέντευξη: έχω μια συνδιάλεξη με έναν καλλιτέχνη ξανά και ξανά και σε κάποιο σημείο πάμε μαζί να δούμε κάποιον άλλο… Για παράδειγμα, η Ντομινίκ Γκονζάλες Φέρστερ έλεγε “με συναρπάζει ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας, θα ήθελα πολύ να τον γνωρίσω”, και πηγαίναμε μαζί να τον βρούμε. Ή με τον Ρεμ Κούλχας συναντάμε τους Metabolism. Αυτοί είναι “τριάλογοι”: πας να δεις κάποιον μαζί με κάποιον άλλο. Και μετά, προφανώς, μπορείς να πας από αυτό το σημείο στην πολυφωνία. Αν οι δύο κάνουν παρέα και οι τρεις πλήθος, το πρότζεκτ των Metabolism είναι το πορτρέτο ενός κινήματος. Μας ενδιέφερε πολύ το εξής ερώτημα: υπάρχουν ακόμη κινήματα στην εποχή μας; Σε κάποιο σημείο στην ιστορία των Πρωτοποριών, υπήρχαν και κινήματα από το Ντάντα μέχρι το Φλούξους, κάποιες φορές με μανιφέστα και άλλες χωρίς. Στη δική μας εποχή, όταν μιλώ με νεαρούς καλλιτέχνες, συνειδητοποιώ ότι υπάρχουν μεταξύ τους πολλές συνεργασίες και αρκετός διάλογος, αλλά λιγότερα κινήματα – δουλεύουν πιο εξατομικευμένα. Τώρα προφανώς υπάρχουν και πάλι κινήματα, αλλά είναι πιο πολύ πολιτικά κινήματα όπως οι Occupy Wall Street. Αυτό είναι ενδιαφέρον. Ίσως να συμβεί και στην τέχνη, αλλά, προς το παρόν, στην τέχνη δεν υπάρχουν και τόσα πολλά κινήματα.

Αναφερθήκατε στο Occupy Wall Street. Ζούμε μια εποχή όπου αλλάζουν τα πράγματα – ή, τουλάχιστον, έτσι ελπίζουμε. Νοιώθετε ότι με την κρίση στην κοινωνία, αλλάζει και ο ρόλος του καλλιτέχνη;

Όταν ήμουνα μικρός και ξεκίνησε ο ενθουσιασμός μου για την τέχνη τη δεκαετία του 1980, ο κόσμος της τέχνης ήταν χωρισμένος στα δύο: Υπήρχε μια πόλωση του τύπου Ουόρχολ / Μπόις. Και οι δύο καλλιτέχνες ανέπτυξαν την έννοια της τέχνης ακραία, αλλά με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Ο Μπόις ήταν συνιδρυτής του Κόμματος των Πρασίνων και για μένα, ως έφηβο, ήταν πολύ συναρπαστικό το ότι ήταν και ακτιβιστής. Ο Ουόρχολ ανέπτυξε την έννοια της τέχνης μέσα στο ίδιο της το πλαίσιο, ενώ ο Μπόις έσμιγε την τέχνη και τη ζωή. Μετά ο Μπόις πέθανε και η επιρροή που ο Ουόρχολ άσκησε τα τελευταία είκοσι χρόνια είναι πολύ πιο έντονη. Αλλά αυτήν τη στιγμή, μπορεί κανείς να παρατηρήσει πως νεαρότεροι καλλιτέχνες συνδέονται με τον Μπόις… Αυτό μπορεί εν μέρει να απαντά την ερώτησή σας. Ενδιαφέρον, τώρα, είναι πως αυτές οι πρωτοβουλίες παραμένουν πολύ ατομικές, δεν οδηγούν κατ’ ανάγκη σε κινήματα. Όταν κάναμε το Manifesto Marathon, ο Τίνο Σεγκάλ αναρωτήθηκε κατά πόσο ένα κίνημα με μανιφέστο είναι ένα πολύ αρρενωπό, πολύ φωναχτό πράγμα, χαρακτηριστικό του εικοστού αιώνα. Ο εικοστός πρώτος έχει πιο πολύ να κάνει με τη συνομιλία.

Μιλώντας στην Tate Modern, την προηγούμενη βδομάδα, ο Τίνο Σεγκάλ αναφέρθηκε αρκετά στη βραδύτητα, και πώς αυτή παίζει καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο η δουλειά του συνδέεται με τον κόσμο. Ως κάποιος γνωστός για την υπερπαραγωγικότητά του, πώς βλέπετε αυτήν την ιδέα της βραδύτητας;

Με ενδιαφέρει να αντιστέκομαι στην ομοιογενοποίηση του χρόνου: άρα είναι θέμα επιτάχυνσης και καθυστέρησης. Για την τέχνη, η βραδύτητα ήταν πάντα πολύ σημαντική. Το να βλέπουμε τέχνη είναι μια εμπειρία που μας επιβραδύνει. Κατ’ ακρίβεια, μόλις την προηγούμενη βδομάδα ιδρύσαμε ένα κίνημα με τον Σουμόν Μπασάρ και τον Τζόζεφ Γκρίμα, το οποίο ονομάσαμε Posthastism [σ.μ. μεταβιασινισμός], όπου πάμε πέρα από τη βιασύνη. Είχαμε μεταξύ μας ένα τριάλογο που εξελίχθηκε στο διάστημα μιας βδομάδας […].
Όλο μου το ταξίδι ξεκίνησε με νυκτερινά τρένα: Είναι ένας αργός τρόπος ταξιδιού και τώρα δουλεύουμε με τον Τίνο [Σεγκάλ] και τον Ολάφουρ [Ελιάσον] πάνω σε ηλιακά αεροπλάνα. Πετούν με εκατό μίλια την ώρα, και έτσι θα ήταν κάτι αντίστοιχο του να ταξιδεύεις με νυκτερινά τρένα. Ίσως να επιβραδυνθεί και πάλι ο τρόπος που ταξιδεύουμε για να γίνει πιο συμβατός με την αειφόρο ανάπτυξη. Όλες μου τις εκθέσεις τις συνέλαβα σε νυκτερινά τρένα: την έκθεση στην κουζίνα, στο ξενοδοχείο, στο Μουσείο Robert Walser… Έπαιρνα ένα τρένο και σκεφτόμουν τις συνομιλίες που είχα με καλλιτέχνες όπως ο Μποέτι, ή οι Φίσλι και Βάις μέχρι να φτάσω στην επόμενη πόλη. Με κάποιον τρόπο ο ρυθμός του νυκτερινού τρένου ήταν ένα εργοστάσιο ιδεών.

Επανέρχεστε πολύ συχνά στην πρώτη σας έκθεση που παρουσιάσατε στην κουζίνα σας με τον Κριστιάν Μπολτανσκί, τον Ρίτσαντ Ουέντουορθ και τους Φίσλι και Βάις, μια έκθεση που έφτασε στα όρια του μύθου. Πόσο κομμάτι της ιστορίας σας, η οποία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, είναι μια περφόρμανς της δικής σας καλλιτεχνικής προσωπικότητας;

Είναι μέρος της βιογραφίας μου και της εμπειρίας μου αυτού του τύπου οι εκθέσεις. Δε θεωρώ ότι έχει να κάνει με τη δημιουργία μύθων. Προφανώς, τέτοιες εκθέσεις διαδίδονται ως φήμες. Δεν τις βλέπουν πολλοί άνθρωποι, όμως τις συζητούν πολλοί άνθρωποι. Αυτό έχει να κάνει και με την πρώιμη ιστορία της περφόρμανς, όπου παρά το ότι μόνο εφτά άτομα είχαν παρακολουθήσει τις πρώτες περφόρμανς, τώρα είναι διάσημες. Αυτός ο μηχανισμός λειτουργεί κεντρικά. Αλλά επίσης πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες δημιουργούν διαφορετικά έργα όταν τους καλέσεις να κάνουν κάτι άλλο. Η οικειότητα του χώρου οδηγεί σε έργα που δεν θα δημιουργούνταν για ένα μεγάλο μουσείο. Τώρα δουλεύουμε στο σπίτι των Λίνα Μπο Μπάρντι στη Βραζιλία – για μένα αυτό είναι σχεδόν υπαρξιακό: Έχω ανάγκη να τις κάνω αυτές τις εκθέσεις. Είναι για μένα κάτι σαν κόκκινη κλωστή.

Βλέπετε την εμμονή σας με την επιμέλεια εκθέσεων σαν μια περφόρμανς από μόνη της;

Δεν πιστεύω ότι ο επιμελητής είναι καλλιτέχνης. Με ενέπνευσε πολύ ο Χάραλντ Τζίμαν, ο οποίος προφανώς είναι ένας μεγάλος ήρωας. Ο Χάραλντ είχε μια υπογραφή, και τα πράγματα έπρεπε να δουλεύουν στο πλαίσιο της υπογραφής, του ύφους των εκθέσεών του. Αυτός δεν είναι ο δικός μου τρόπος προσέγγισης. Όλα στις εκθέσεις μου γίνονται από τον καλλιτέχνη. Όσο περισσότερο μπορώ να εξαφανιστώ, όσο πιο λίγο φαίνεται η υπογραφή μου, τόσο το καλύτερο. Ο Ντάγκλας Γκόρντον θα βρει τον τίτλο, ένας καλλιτέχνης θα σχεδιάσει τον κατάλογο, ο Ρίτσαρντ Χάμιλτον θα σχεδιάσει την αφίσα… Αν είναι περφόρμανς, είναι μια περφόρμανς που έχει πάντα να κάνει με κάποιον άλλο, ή για κάποιον άλλο.
Μια περφόρμανς εξαφάνισης.

 

You May Also Like

Mila Turajlic: «Η ταινία ήταν μια κάθαρση για μένα και πολλούς ανθρώπους»

Παρουσιάζοντας στο κοινό μια διαφορετική προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων έτσι όπως εξελίχθησαν στη Σερβία, ...

Μπιενάλε ως ελευθερία και ευκαιρία

Την Πέμπτη το απόγευμα είχαμε ραντεβού με τον Βασίλη Βασιλειάδη, επιμελητή της Μπιενάλε που πραγματοποιείται στη ...

Παναγιώτης Λάρκου: Η «Γιαγιά» είναι μια δροσερή κωμωδία

Η κυρία Ευγενία είναι η κεντρική ηρωίδα του έργου που φέρει την υπογραφή του ...

MILLO | Με ένα πινέλο σχεδιάζει την Άνοιξη

Πριν από έναν περίπου χρόνο, η τοιχογραφία του «Ready» που κοσμούσε το κέντρο της ...

Natascha Sadr Haghighian: μεταξύ τόπων

  «Έχω εγκαταλείψει την ιδέα της καταγωγής [ ] επειδή η έννοια της στις ...

Αντωνίνη Σμυρίλλη: Η Κύπρια ποιήτρια που τολμά να γράψει την γυμνή αλήθεια της

Είναι από τις γυναίκες που δυσκολεύεσαι να περιγράψεις. Που θυμίζουν μυστήριο και έρωτα μαζί. ...

X