Υπό πίεση

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Εγύρισε τζαι είδεν τον φίλο του με έναν ύφος απελπισίας. Τα μμάθκια του εμαυρίσαν τζαι το κορμί του ετέντωσε. Σάννα τζαι επερίμενε χρόνια τούτη την ευκαιρία. Ανεμίζοντας το σιέρι του εφώναξε “εν μπορώ άλλο, ρε Νικολή, εν αντέχω, έσπασα.”
Έκατσε χαμέ τζαι εδίπλωσε τα πόδια του κάθετα στην γη, φέρνοντας τα γόνατα του μπροστά που το στόμα του. Ο Νικολής εκόντεψε φοητσιασμένος, έκατσε δίπλα του τζαι επέρασε το σιέρι του γύρω που τους ώμους του φίλου του.
“Ρε φίλε μου καλέ. Είντα ‘ν’ που έπαθες έτσι πάνω σ’ άνεμο;”

Πιο ήρεμος τζαι χωρίς να γυρίσει να τον δει, απάντησε: “Έννεν έτσι άξιππα που μου ανάδοξε, ρε Νικολή. Ξέρω είντα ‘ν’ που σου είπε η μάνα μου, μεν έσιεις έννοια, εν επέλλανα. Ξέρω καλά τι μου συμβαίνει.”

Ο Νικολής εξεθάρρεψε, έσουσε τον φιλικά τζαι είπε “είντα λόγο είσιες να παραιτήσεις που την δουλειά;”
Στην άκρια της τελευταίας λέξης του φίλου του, ο Στέλιος αγκομαχώντας επολοήθηκε: “Ρε Νικολή. Είσαι σίουρος ότι έν’ τούτο που θέλεις που την ζωή σου; Τες νύχτες πριν να σε πάρει ο ύπνος, εν σκέφτεσαι μιαν άλλη ζωή; Μεν απαντήσεις ολόισια, σάννα τζαι έσιεις την απάντηση χωσμένη πίσω που την άκραν τον σιειλιών σου. Άμα κοιτάξεις μέσα στην καρκιά σου τζαι ρωτήσεις τον μιτσή τον Νικολή, τι έννα σου πει; Ότι που έννα μεγαλώσει θέλει να δουλεύκει μέρα μπαίννει, μέρα φκαίννει ώσπου να πεθάνει;”

Ο Νικολής εξαπόλυσε τον ώμο του παρέα του τζαι εκούντησεν τον ανάλαφρα μακριά του. “Όσο μεγαλώνεις, τόσο μιτσιανίσκουν τα όνειρα σου φίλε. Αν με ρωτάς, πριν 20 χρόνια έθελα να πάω στο διάστημα. Πούντο τζαι επήα;”
Εσηκώθηκε σικκιρτισμένος που χαμαί ο Νικολής τζαι εσυνέχισε: “Ο κόσμος εν δουλεύκει έτσι ρε Στέλιο. Η ζωή έννεν μόνο εσύ, μόνο όνειρα, μόνο θέλω. Εβαρέθηκες την δουλειά σου; Έσιει σιλιάες γυρώ μας που εννά εδιούσαν τα πάντα για να εν στην θέση σου τζαι να πιάννουν έστω τζαι θκυο μπακκίρες για ν’ αναγιώσουν τα κοπελλούθκια τους.”

Τα μάθκια του Νικολή εγεμώσαν, ο Στέλιος επάγωσε στην θέση του τζαι τα λόγια εν εβρίσκαν δρόμο να φκουν ‘που το στόμα του. “Νομίζεις, ρε Στέλιο, ότι μόνο που πάνω σου εν τούτο το βάρος; Τούτη η αβεβαιότητα; Που σε τσιλλά χαμαί, που γονατά πας τα ζινίσια σου τζαι τσακρά σε;”
Άνοιξε το κινητό του τζαι το φως της οθόνης εφώτισε για λλίο το σκοτεινό, που το δειλινό, πρόσωπο του. Είδεν την ώρα, εγύρισε πάνω τζαι είπε: “Εν ούλλοι που πιεζούμαστε φίλε. Απλά κουντούμε την ζωή μας πάρακατω.”

You May Also Like

Μέρα 19η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπημένη μου Ρέα, Που ούλλα όσα ανακάλυψα για τον Αντρέα ...

Τσίκκια τους

Νομίζω εσταμάτησε να εν αστεία πλέον τούτη η ιστορία με τον κόσμο που εν ...

Μέρα 31η

Υπάρχει εύκολος τρόπος να μπεις μες στην κκελλέ κάποιας γεναίκας; Η απάντηση είναι “όχι”. ...

Ο εφιάλτης

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ήσουν νάκκον άρρωστη. Πριν να ππέσεις, εδώκαμε σου καλπόλ. Λιλά, ...

Κανένας

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ακούω που τα ράδια, που τες τηλεοράσεις, κόσμο να ρωτά ...

X