Για τον Μάνο Χαριτάτο

Του Κλήμη Μαστορίδη*

Μόλις τέσσερις μέρες πριν αλλάξει ο χρόνος έφευγε απ’ τη ζωή ο Μάνος Χαριτάτος, πρόεδρος του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, πιο γνωστού ως ΕΛΙΑ. Πέρασε ήδη ένα εξάμηνο και στο μεταξύ πολλά γράφτηκαν και αναμφίβολα θα γραφούν ακόμα για την πολιτιστική κληρονομιά, τη συμβολή του Μάνου, το έργο του ΕΛΙΑ… Παρά τις πάμπολλες δικαιολογίες που απλόχερα χαρίζω όλο αυτό το διάστημα στον εαυτό μου -μετά από κάποια ηλικία ο χρόνος μοιάζει να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα- έφτασε η στιγμή ν’ αντιμετωπίσω το γεγονός ότι οφείλω στον Μάνο τουλάχιστον μερικές μεταθανάτιες αράδες. Είμαστε πολλοί αυτοί που οφείλουμε στον Μάνο, γύρω στα δεκαπέντε εκατομμύρια! Δεν θα γράψω για όλους. Ας αναλάβει καθένας το μερίδιό του – μερικοί το έκαναν κιόλας…

Η πρώτη μου επαφή μαζί του ήταν λίγο μετά τα μέσα του ’80, στην οδό Ελλανίκου, την τότε επίσημη βάση του “Αρχείου” πριν από τη μεταφορά του στο νεοκλασικό, στην Πλάκα. Ήταν ένα από κείνα τα καλοκαίρια, που μετά το τέλος της ακαδημαϊκής περιόδου στην Αγγλία, μοίραζα τον λιγοστό χρόνο ανάμεσα στη δουλειά στη Θεσσαλονίκη και την έρευνα για το διδακτορικό ανά την Ελλάδα. Γι’ άλλη μία φορά θα ταξίδευα στην Αθήνα, στις βιβλιοθήκες. Σκεφτόμουν το “Μπενάκη”, την πάντα ευγενική παρουσία της Πίτσας Τσάκωνα, αλλά και τη “Γεννάδειο”, σε αντίθεση με την “Εθνική”, την οποία ήμουν βέβαιος ότι θα εγκατέλειπα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: μουρμουρίζοντας δηλαδή όσα ‘γαλλικά’ γνώριζα κατά την έξοδό μου προς την Πανεπιστημίου.

Όμως ετούτη τη φορά θα επιχειρούσα να διαφοροποιήσω την τακτοποιημένη προς τις βιβλιοθήκες και τα νέα και παλαιά βιβλιοπωλεία της Αθήνας διαδρομή μου. Σκόπευα να επισκεφτώ έναν χώρο που μέσα από κάποιες θολές συζητήσεις είχε καταγραφεί στο κεφάλι μου ως βασική πηγή του έντυπου ελληνικού εφήμερου του 19ου αιώνα. Περπάτησα αρκετά κάτω απ’ τον αττικό ήλιο, απ’ το σπίτι απέναντι στο Ναυτικό Νοσοκομείο, όπου με φιλοξενούσε η καλή μου φίλη Δανάη, έως το Παγκράτι, κουβαλώντας στο σακίδιό μου όλο τον ειδικό εξοπλισμό: κάμερα (με φιλμ, εννοείται), στιγμόμετρα, μεγεθυντικούς φακούς, ρυζόχαρτα, σημειωματάρια, ειδικά μολύβια, σβήστρες και ξύστρες… Την προ-internet εποχή ήταν ευχής έργο να έχει ο “ερευνητής” καλούς φίλους σε διάφορους τόπους, τους οποίους έπρεπε ξανά και ξανά να επισκέπτεται λόγω των αναγκών της έρευνάς του! Στο τέλος της διαδρομής βρέθηκα σ’ έναν χώρο με στοίβες χαρτιών, εντύπων και βιβλίων, και πέντε-έξι νοματαίους, ανάμεσά τους τον Φίλιππο Ηλιού, τον Κυριάκο Ντελόπουλο και, βέβαια, τον Μάνο Χαριτάτο.

Στην πόρτα σχεδόν, με πλησίασε, κάτι του είπα, κάτι με ρώτησε και απάντησα, κάτι συζήτησε με τους άλλους. Θυμάμαι πως έφυγα σχετικά γρήγορα απ’ την Ελλανίκου με τη σκέψη πως κάποιοι πολύ μεγαλύτεροι (έτσι τους έβλεπα τότε), πρώην ‘σύντροφοί’ μου, δεν ήθελαν στα πόδια τους μικρότερους. Αλλά, βέβαια, δεν ήταν έτσι τα πράγματα…

Στο ΕΛΙΑ του Μάνου επέστρεψα πολλές φορές, ξανά και ξανά, την επόμενη δεκαετία. Σε υπόγεια, ισόγεια, και ορόφους του κτηρίου της Αγίου Ανδρέου, με μια εξωγήινη ενεργητικότητα, με τα γυαλιά στην άκρη της μύτης και το τσιγάρο στο χέρι, σκαρφάλωνε για ν’ ανοίξει κουτιά θαυμάτων που περιείχαν παιδικά παιχνίδια, διαφημίσεις για την έκδοση νέων εφημερίδων, δειγματολόγια τυπογραφικών στοιχείων, λιθογραφικές πλάκες, αφίσες, κάρτες, χειρόγραφα. “Το είδες αυτό; Θαυμάσιο δεν είναι;”… Στα “διαλείμματα” ανεβοκατέβαζα από τα ντέξιον ράφια τόμους, έκανα εκατοντάδες φωτοαντίγραφα, φωτογράφιζα ακατάπαυστα υλικό.
Το λογότυπο του ΕΛΙΑ μπήκε ως συνεκδότης στο βιβλίο μου, που κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1999, και ο Μάνος πρόσθεσε στην περιγραφή: “Η τεκμηρίωση, σε μεγάλο βαθμό, βασίστηκε στη συλλογή των εφημερίδων και των αρχείων του ΕΛΙΑ”. Κακά τα ψέματα, χωρίς τον Μάνο δεν θα υπήρχε το ΕΛΙΑ και χωρίς το ΕΛΙΑ δεν θα υπήρχε όχι μόνο το δικό μου βιβλίο μα κι εκατοντάδες άλλα, σημαντικότερα.

Από το “έλα να πεταχτούμε την Κυριακή ώς την Τρίπολη, με ειδοποίησαν για ένα αρχείο που βρέθηκε στα σκουπίδια” και το “θα σου γνωρίσω αύριο κάποιον που έχει έρθει απ’ την Αμερική και ενδιαφέρεται για την ελληνική τυπογραφία”, μέχρι τη συμμετοχή του στο “πρώτο παγκόσμιο συνέδριο τυπογραφίας και οπτικής επικοινωνίας”, την έκθεση εφήμερου υλικού από τις συλλογές του ΕΛΙΑ, που στήσαμε το 2002 στη Θεσσαλονίκη, και τα τηλεφωνήματα για το “Υφέν” (Κλήμηηηη, δεν μου έστειλες τον τόμο… στείλ’ το μου σε παρακαλώ), ο Μάνος θα παραμείνει στη σκέψη μου ως το απόλυτο παράδειγμα ενός αυθεντικά παρανοϊκού, μανιακού πιονιέρου, ενός καταφερτζή -όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η Αλεξάνδρα Χαριτάτου για τον πατέρα της- του οποίου την απουσία ποτέ κανείς δεν θα μπορέσει ν’ αναπληρώσει. Έρρωσθε…

Ο Μάνος Χαριτάτος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1944 και στην Αθήνα ήρθε στις αρχές του ’50. Το ΕΛΙΑ στεγάζει περισσότερα από 1.000 αρχεία του 19ου και 20ού αιώνα και μέσω της ιστοσελίδας του είναι προσβάσιμα πάνω από 100.000 τεκμήρια. http://www.elia.org.gr/

* Ο Κλήμης Μαστορίδης διδάσκει τυπογραφία στο Τμήμα Σχεδιασμού και Πολυμέσων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

 

You May Also Like

Το εύθραυστο οικοσύστημα του σχεδίου «Θυμέλη»

Γράφει ο Χάρης Καυκαρίδης | Σκηνογράφος Καλλιτεχνικός συνδιευθυντής της θεατρικής ομάδας Παραβάν και μέλος ...

Ο Φέγγαρος -ευτυχώς- επέστρεψε!

Γράφει ο Andy Vedder Μετά την περσινή χρονιά πειραματισμών [lineup χωρίς κράχτη για τους ...

Το πορτραίτο ενός “Ευτυχισμένου Πρίγκιπα”

Γράφει η Δένα Αναξαγόρου Όλοι γνωρίζουμε τον Όσκαρ Ουάιλντ ως θεατρικό συγγραφέα, ποιητή, κριτικό, ...

Η κυτταρική θεωρία του ρευστού μωσαϊκού

Γράφει ο Κυριάκος Θεοχάρους “Δεν είμαι και πολύ μεγάλος υποστηρικτής του Τραμπ”, δήλωσε o ...

Το σφυρί που κρατήσαμε όλοι μαζί

Του Βαγγέλη Γέττου, Νομικού, ΜΑ Ποινικών Επιστημών Η τρομακτική βιαιότητα της επίθεσης με σφυρί ...

H παλιά Λευκωσία

Του Ντίνου Θεοδότου Νοσταλγώ την παλιά Λευκωσία. Τους στενούς της δρόμους, τα χαμηλά σπίτια, ...

X