Η μαυρού

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

“Ετέλειωσε, θα την πέψουμε πίσω στην χώρα της. Εννά πιερώννω εγιώ ππεζεβέγκ ππαρά για να κάμνει τη μόστρα της η μάνα σου τζαι ο τζύρης σου;”
Ούτε που εγύρισε να τον δεί. Ίσιωσε τον ζαρωμένο ττόρο, που είσιεν απλώσεισ την ράσιη του καναπέ, έπιασε τα πυκνά, μαύρα μαλλιά της με τα θκυό της σιέρκα τζαι με μια απότομη κίνηση, αράδιασε τα πάνω. Γερμένη πίσω, έφερε τα δάκτυλά της μεταξύ της φλορέντζας τζαι του προσώπου της τζαι με αποφασιστικές κινήσεις, εξεκίνησε να καθαρίζει τες παρανυχίδες της.
Έσπρωξε ελαφρά το σιέρι της για να της τραβήξει την προσοχή, όσο δυνατά εχρειάζετουν για να της ππέσει η λίμα,. “‘Εΐ, ρε Κώστα, τι θέλεις να σου πω.” απάντησε εκνευρισμένη.
“Να μου πεις να την πέψουμε πίσω στες Φιλιππίνες. Ξέρεις που την ήβρα σήμερα που έρεξα που ποτζεί;”
Έκλεισε τα μάθκια της τζαι εποφύσησε, προετοιμάζοντας τον εαυτό της για μια συζήτηση που μάλλον έγινε μεταξύ τους άπειρες φορές. “Πού την ήβρες, ρε αγάπη μου;” είπεν του πιο ήρεμη. Σάννα τζαι εκατάλαβε ότι με δυσκολία εννά εμπορούσε να δικαιολογήσει την κατάσταση.
“Εκάθετουν, λουμένη με την ρόπα στην βεράντα. Με τα πόθκια πα’ στες καρέκλες τζαι εθκιάβαζε Ραδιοπρόγραμμα. Που εν η ματάμ, ρα; λαλώ της. Τζαι θωρώ την μάνα σου να έρκεται που μέσα με τον δίσκο.”
Εκόμπιασε, πριν να συνεχίσει την κουβέντα του. “Άμπα τζαι υπερβάλλω νάκκο;” εσκέφτηκε. Με πιο πολλή αγανάκτηση, για να καταπιέσει τες αμφιβολίες του, εσυνέχισε.
“Η μάνα σου έκαμε καφέ τζαι κουλλουράκια της δούλας. Τζαι ο τζιύρης σου ήταν πανω σε τζείνη την παλιο – συτζιά τζαι έκοφκε σύκα να τα δοκιμάσουν ιμισίη επειδή εννα ππέσουν τζαι εν θα φάει κανένας.”
“Ούφφου, ρε Κωστή, είνταλως κάμνεις. Για ένα καφέ τωρά; Έτο εκάτσαν να πνάσουν μαζί. Ίντα που θέλεις, να την δέρνουν;”.
Ίσια γυαλλίσαν τα μάθκια του Κωστή. “Ρε Δάφνη, μεν με φουτουνιάζεις. Την προηγούμενη Κυριακή επήραν την θάλασσα. Την Τρίτη το πρωί επήρεν την η μάνα σου στον Καλαποδά να της ψουμνίσει φουστάνια. Τάχα εν μόνη της η κορούα τζαι εν κρίμα. Ήβρεν τα καλά της ψυσιής της η μαυρού. Ετέλειωσε, θα την πέψω πίσω.”
Θέλοντας να δώκει τέλος στην κουβέντα, τζαι να έσιει την τελευταία λέξη, πριν να του απαντήσει η Δάφνη, έπιασε το κοντρόλ τζαι άναψε την τηλεόραση. “Ούσσου τζαι έσιει νέα”, είπε τζαι εδυνάμωσε την φωνή.
Η Δάφνη έπιασε ξανά να καθαρίσει τα νύσια της. “Εντάξει, Κωστή”, είπε “Πού εννά την θκιώξεις τζαι ύστερα, να θυμάσαι να παέννεις εσύ ποτζεί να πίννεις καφέ μαζί τους τζαι να τρώεις σύκα με τον τζιύρη μου.”
“Έεεε, καλά. Που εβδομάδας θωρούμε τι εννά κάμουμε”, απάντησε μέσα που τα δόντια του τζαι άλλαξεν κανάλι.

You May Also Like

Το σακουλάκι

Περιμένω σειρά στον φούρνο. Μπροστά μου ένας κύριος. Φαλακρός, φρεσκοξυρισμένος, φορεί πουκάτω μια φόρμα ...

Το τέρτιν της Νίκης [Μέρος 5ο]

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Η Νίκη είσιεν προσέξει την αλλαγή στην συμπεριφοράν του αντρός ...

Οδήγηση

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Νομίζω ότι μέσα που την οδήγηση μπορείς να αντιληφθείς τες ...

Κατερίνα [Μέρος 2ο]

Πραγματικά είχα συμφιλιωθεί με το γεγονός. Ότι έχασα άθθρωπο μου. Σιγά-σιγά έμαθα να ζω ...

Αστέρω – Μέρος 10ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Τζείνην την νύχταν, η Αστέρω δεν εκατάφερνεν να τζοιμηθεί. Εκρατούσεν ...

Ο Κυπραίος, ο φονιάς της ομορφιάς

Τα καλοτζαίρκα, οι διακοπές που μου αρέσκουν είναι να πηαίννω κάμπινγκ. Ήταν οι αγαπημένες ...

X