Οι ξένοι του χωρκού

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Στην πανέμορφη πλατεία του Παλαιχωρκού οι γέρικοι πλάτανοι κάμνουν σκιά στους θαμώνες των τριών καφενέδων. Κάτω ‘που το οσσ’ιόν, έγειρα πίσω τζ’αι απόλαυσα μπίρες παγωμένες τζ’αι νερόν καθαρό, σ’ιόνι ‘που τες φουντάνες του χωρκού καμπόσες φορές. Να μεν τα πολλολοώ, αρέσκει μου τόσον πολλά. Τόσον πολλά, που είπα να πάω τζ’αι την νύχτα που θα είσ’εν συναυλία του συγκροτήματος “Μεσόγειος”. Πιάννω λοιπόν τη φαμίλια μου, την Παρασκευή το δείλις, τζ’αι επήα ‘που νωρίς στην πλατεία για να πιάω τραπεζούι.

Η πλατεία, στρωμένη, συσταρισμένη. Τα τραπεζούθκια στοιχημένα, σάννα τζ’αι θα εγίνετουν γάμος. Πάω σε έναν καφενέ, “Καλησπέρα” λαλώ. “Τα τραπεζούθκια έν’ κρατημένα οξά να κάτσουμεν όπου εύρουμε;”. Ο ιδιοκτήτης του καφενέ είδε με έναν ύφος απορίας αλλά τζ’αι συγκρατημένου πανικού. Πού ευρέθην τούτος τωρά να μας χαλάσει, τόσο συστάρισμα, τόσην προετοιμασία;

“Πού να τον κάτσω;” πρέπει να εσκέφτηκε.
“Κουμπάρε”, λαλεί μου, “τα τραπεζούθκια έν’ ούλλα κρατημένα”. “Αφού προχτές αρώτησα την κορού που δουλεύκει δαμαί”, είπα, “τζαι είπεν μου ότι εν χρειάζεται κράτηση”.Τότε επαίχτηκεν η ερώτηση κλειδί. “Πόθθεν έρκεστε;”, λαλεί μου. “Είμαστε Λευκωσιάτες”, απάντησα.

Εσηκώθην πάνω ο καφετζ’ής τζ’αι εδιάταξε: “Κάτσε, κουμπάρε, τζ’αμαί, τζ’αι εννά σε κανονίσω”. Μέσα σε 5 λεπτά εστήθηκε τζαινούρκον τραπέζι για να κάτσουμε. Εταράξαν ποτζ’εί, εκουντήσαν ποδά, στο τέλος εκανονίσαν μας.”Κορού”, εφώναξεν, “έλα να πιάεις παραγγελίαν ‘που τους ξένους μας”.Ακούοντας τη λέξην τούτη, ένιωσα μιαν παρηορκάν τζ’αι, γιατί όχι, μιαν κάποια περηφάνια που ήμουν κομμάτι τούτης της κοινωνικής συνδιαλλαγής. Τζ’αι όμως, σε τούτον το χάος που ζούμε, στα χωρκά μας υπάρχει ακόμα η έννοια του ξένου, που έρκεται στον τόπο μας τζ’αι πρέπει να του φερτούμεν άψογα.Το χωρκόν γίνεται ένα μεγάλο σπίτι, οι χωρκανοί μια οικογένεια τζ’αι ο οικοδεσπότης πρέπει να φροντίσει να σου προσφέρει ούλλες τες ανέσεις, να μεν φύεις κακοφανισμένος τζ’αι να κακολοείς το χωρκόν ύστερα.Την ώρα του φαγιού, ανάμεσα σε μουσική, χορούς τζ’αι ποτόν, επήα να βάλω πατάτες του φούρνου. Έτυχε τζ’αι εσηκώνναν τα, να τα φυλάξουν. Μόλις με είδεν ο μάγειρας, εκούμπησεν πίσω την πιατέλλα τζ’αι λαλεί μου: “Είσαστεν οι ξένοι μας εσείς; Έτσι πατάτες, δεν θα ξαναφάεις κουμπάρε”, είπεν μου. “Να έρτετε όμως καμιάν καθημερινή, που εν θα έσ’ει έτσι παναύρι, να σας τραττάρουμεν όπως πρέπει”.Είδα τον, εχαμογέλασα του τζ’αι εφάτζ’ησα του φιλικά στη ράσ’η. “Να είσαι σίουρος ότι θα ξανάρτουμε, κουμπάρε”, είπα, τζ’αι έκατσα να απολαύσω μιαν όμορφη βραδιά που εμύριζεν Κύπρον ‘που παντού. Που τα πλατάνια, τες πατάτες τζ’αι τη σούβλα ώς τα γιασεμιά, τα τριαντάφυλλα τζ’αι την φωνή της Βασιλικής.

You May Also Like

Ο χάκερ

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Κατά τες 2 το πρωί, άνοιξε την πόρτα του γραφείου ...

Ο εφιάλτης

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ήσουν νάκκον άρρωστη. Πριν να ππέσεις, εδώκαμε σου καλπόλ. Λιλά, ...

Ημέρα 12η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπημένη μου Ρέα Οι μέρες κινούνται με αβάσταχτα αργούς ρυθμούς. ...

Το γράμμα [μέρος 1ο]

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Εξεκίνησα να γράφω με την προοπτική ότι κάθε φορά θα ...

Intermission: Το τέλος του δρόμου

Εννά έρτει μια μέρα που εννά με ρωτήσει η κόρη μου τι έγινεν τζείνες ...

Μέρα 1η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπητή Ρέα, Μετά που σχεδόν ένα χρόνο στη φυλακή, εκατάφερα ...

X