ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ: Ο Κύκλος Της Καταγγελίας

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως

Αυτές τις μέρες πριν από 39 χρόνια, Νιόβρη του 1974, ο Γιώργος Σκοτεινός παρουσίαζε για πρώτη φορά τον «Κύκλο της Καταγγελίας», στην Αθήνα.

Επρόκειτο για μια σειρά έργων που δημιουργήθηκαν για να δηλώσουν τη διαμαρτυρία του εικαστικού, και της Κύπρου, απέναντι στην τουρκική εισβολή αλλά, «πρωτίστως, απέναντι στη βία και τη φρίκη του πολέμου», παντού, όπως αναφέρει ο ίδιος στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Ξεκινώντας από την Αθήνα, η έκθεση του Γιώργου Σκοτεινού ταξίδεψε στο Λονδίνο και μετέπειτα σε πολλές πρωτεύουσες στην Ευρώπη και τον κόσμο, υπό την αιγίδα του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης.

Μπορεί ο Νιόβρης να βρίσκεται στο ημερολόγιο του κυπριακού προβλήματος για την επέτειο της ανακήρυξης του ψευδοκράτους, ωστόσο πιο συχνά θα έπρεπε ίσως να θυμόμαστε αυτή την επέτειο της έκθεσης του Σκοτεινού. Όχι επί τούτου, αλλά ως την επέτειο μιας αντιπολεμικής κινητοποίησης του πολιτισμού και της κινητοποίησης ανθρώπων ευαίσθητων απέναντι στον πολιτισμό και τη δύναμή του, ως στοιχείου απαραίτητου στον καθορισμό της ταυτότητας κάθε γεωγραφικής οντότητας.

Ο Γιώργος Σκοτεινός ζει και εργάζεται σήμερα στην Αγία Νάπα, σε ένα υπέροχο σπίτι λίγο μακριά από τη βαβούρα της τουριστικής πόλης. Σ’ αυτό το σπίτι εγκαταστάθηκε μόνιμα το 1977, πρώτοι «κάτοικοί» του, όμως, όταν ήταν ακόμη γιαπί, ήταν εκατοντάδες πρόσφυγες που «γύριζαν στα χωράφια χωρίς να ξέρουν τι να κάνουν και βρήκαν εδώ καταφύγιο».

«Όταν έγινε η εισβολή, ήρθα να μείνω εδώ αν και το σπίτι δεν ήταν τελειωμένο, δεν είχε νερό, ήταν με τους σοβάδες ακόμα. Έχοντας πάρει τους γονείς μου στη Λεμεσό, ήρθα στην Αγία Νάπα. Μπήκα από την κουζίνα όπου είχα χτίσει στη μέση της ένα κούγκρινο τραπέζι. Γύρω απ’ αυτό, στο πάτωμα, είδα πεντέξι ηλικιωμένες γυναίκες που κοιμούνταν πάνω σε κουρέλια και μια κουβέρτα που είχε γίνει δυο κομμάτια για να φτάσει δυο άτομα.

Τους είπα ‘γιατί μείνατε εδώ, που δεν έχει πόρτες και παράθυρα και δεν πάτε μέσα; Αν πέσει καμιά βόμβα εδώ, είναι επικίνδυνα.’ Μου λένε ‘γιε μου εσύ ποιος είσαι;’ Απάντησα πως είμαι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού.

– Μα εν σπίτι τούτο;

– Ναι, εν σπίτι.

– Ενομίσαμεν ότι έν’ εκκλησιά.

Γιατί το νόμισαν αυτό; Γιατί στο στούντιο μου έχτισα έναν θόλο. Και εκεί που έπεφταν νόμιζαν ότι είναι η Αγία Τράπεζα!

Προχώρησα μέσα στο σπίτι και ήταν γεμάτο, πάνω και κάτω. Τους είπα να μείνουν όσο θέλουν και όσο αντέχουν.

Έτσι πήγα στη Λεμεσό, όπου ήταν αδύνατο να βρω έναν χώρο να μείνω και να κάνω αυτό που ήθελα: να δημιουργήσω έργα για μια μεγάλη πολιτική έκθεση για τα γεγονότα της εισβολής. Ήταν αδύνατον να δουλέψω σε ένα διαμέρισμα. Και πώς θα το έβρισκα; Δεν είχαμε λεφτά.”

Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής, ο Γιώργος Σκοτεινός παρακολούθησε ως ακροατής τα μαθήματα της Σχολής Καλών Τεχνών της Ελλάδας.

«Αποφάσισα και τηλεφώνησα στον [Γιώργο] Μαυροϊδη, ήταν τότε καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών και Κύπριος. Του είπα πως θέλω να πάω στην Ελλάδα. Η Σχολή Καλών Τεχνών έχει κάποια σπίτια στη Μύκονο, στους Δελφούς και στην Ύδρα. Και του είπα ότι θέλω να πάω σε ένα από αυτά, που ήταν μεγάλα παλιά αρχοντικά και τα ανακαίνισαν για καλλιτέχνες που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν μέχρι και 20 μέρες. Μόνο ξένους, όχι Έλληνες. Ήταν μια ενθάρρυνση για τους ξένους να γνωρίσουν την Ελλάδα, το φως της, τον πολιτισμό της, πληρώνοντας ένα πολύ μικρό ποσό. Εγώ ήμουν Κύπριος, έτσι θα μπορούσα να πάω έστω για 20 μέρες, μέχρι να οργανωθώ και να δω τι θα κάνω. Μου είπε πως κουβέντιασε με την Επιτροπή της Σχολής το θέμα μου και αποφασίστηκε ότι δικαιούμαι να μείνω όσο καιρό θέλω για να κάνω την έκθεση μου.

Πήγα στην Ύδρα και έκανα 17 έργα.

Είχα πάει έντονα φορτισμένος. Χρειαζόμουν μια έκρηξη για να ξαλαφρώσω κάπως. Κι αυτή η έκθεση ήταν αυτό που είχα ανάγκη να κάνω.

Η πολιτική έκθεση ήταν κάτι πολύ δύσκολο για μένα. Πρώτα γιατί έρχονταν στην Ύδρα να με επισκεφτούν ορισμένοι κριτικοί τέχνης που με ήξεραν και να μου πουν ‘γιατί κάνεις αυτήν την έκθεση; Τι σημαίνει; Μήπως θα κάνεις κάποιο λάθος για τον εαυτό σου που θα επηρεάσει την καλλιτεχνική σου πορεία’;

Τους έλεγα ότι δεν με νοιάζει κι ότι εκείνο που θέλω είναι να δουν τα έργα όταν τελειώσουν και να ξέρω ότι δεν είναι πολύ συναισθηματικά, γιατί η έκθεση που θα κάνω θα είναι μεν για την τουρκική εισβολή αλλά πρωτίστως θα είναι αντιπολεμική, εναντίον της βίας και της φρίκης του πολέμου. Αυτό ήθελα να βγει, και να είναι μια έκθεση την οποία να μπορεί να δει οποιοσδήποτε άλλος σε άλλη χώρα και να νιώσει τα ίδια συναισθήματα που νιώσαμε εμείς”.

Στα μέσα Νοεμβρίου 1974 παρουσιάστηκε η πρώτη έκθεση στην Αθήνα, στο Καλλιτεχνικό, Πνευματικό Κέντρο “Ώρα”, του Ασαντούρ Μπαχαριάν.

«Ήταν μια πολύ ωραία γκαλερί στο Σύνταγμα. Βοήθησαν πολύ τότε ο Ροζέ και η Τατιάνα Μιλιέξ. Έπειτα η έκθεση πήγε στο Λονδίνο γιατί τη ζήτησε ο Γιώργος Λανίτης, ο φωτογράφος, που ήταν τότε στην πρεσβεία της Κύπρου. Είδαμε την έκθεση στις εφημερίδες, μου είπε, και στείλε μας τα έργα σου γιατί ετοιμάζουμε ήδη μια φωτογραφική έκθεση για την εισβολή και θέλουμε τα έργα ως μήνυμα πολιτιστικό.

Στο μεταξύ, μετά απ’ αυτή την έκθεση, εγώ πήγα ξανά στην Ύδρα για να κάνω τα μινωικά έργα. Ήρθαν οι Μιλιέξ και μας βρήκαν εκεί με την πρώτη μου γυναίκα, την Τζάνετ. Είδαν και την πρώτη μου δουλειά με τα μινωικά, τα οποία παρουσίασα σε έκθεση στην Αθήνα.

Η έκθεση ‘Ο Κύκλος της Καταγγελίας’ δεν ήταν εμπορική. Παρόλο που δεν είχα λεφτά τότε. Πουλήσαμε μόνο ορισμένα έργα στο υπουργείο Πολιτισμού της Ελλάδας, στην Εθνική Πινακοθήκη, στην Τράπεζα της Ελλάδος και αλλού, για να πληρωθούν περίπου 2.500 λίρες τότε, που μου εμπιστεύτηκε ο Μπαχαριάν ο γκαλερίστας για να πάρω τα υλικά μου, να πάω στην Ύδρα και να κάνω τον Κύκλο της Καταγγελίας. Έτσι έπρεπε να πουλήσω ορισμένα έργα για να εξοφληθεί αυτό το ποσό. Όμως τα πουλήσαμε εκεί όπου ξέραμε πως θα μας τα έδιναν πίσω αν πήγαιναν ύστερα στο εξωτερικό. Δεν πουλήσαμε σε ιδιώτες.

Όταν έφυγαν τα έργα για να πάνε στο Λονδίνο, στην πρεσβεία της Κύπρου στην Ελλάδα ήταν τότε ο Κρανιδιώτης. Ο οποίος ήταν πολύ συγκινημένος με την έκθεση και όταν του είπα ότι τα έργα πρέπει να πάνε στην Αγγλία δάκρυσε και μου είπε ότι δεν έχουμε καθόλου λεφτά. Ήταν Νιόβρης μετά την εισβολή, άλλωστε. Τα πάντα είχαν χαθεί. Τηλεφώνησε στην Αρχή Ηλεκτρισμού της Ελλάδος και μας έδωσε λεφτά για τα μικρά έργα της έκθεσης. Έγινε η έκθεση την οποία επισκέφτηκαν και εκπρόσωποι του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης. Τους έκανε φοβερή εντύπωση γιατί ένας καλλιτέχνης έκανε μια ολόκληρη έκθεση για τον πόλεμο και τη βία. Μου έκαναν την πρόταση να πάρουν οι ίδιοι την έκθεση στην Ευρώπη.

Βεβαίως είπα ‘ναι’ και χάρηκα γιατί δεν ήξερα πώς θα μπορούσαμε εμείς να τα στείλουμε. Η κυβέρνηση της Κύπρου έστειλε 100 λίρες γιατί δεν είχαν άλλα λεφτά.

Έτσι ο ‘Κύκλος’ πήγε στην Ευρώπη, πήρε καλές κριτικές, την είδε πολύς κόσμος.

Σήμερα τα έργα είναι σκορπισμένα σε πινακοθήκες και μουσεία στην Ελλάδα όπου μπορεί να τα δει κόσμος”.

Είμαι 76 ετών. Πέρασα τρία χρόνια στις φυλακές της Αγγλίας γιατί ήμουν στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, ανάμεσα στα παιδιά που ήταν πράγματι ιδεολόγοι, όχι μισθοφόροι.

Όταν τέλειωσαν όλα αυτά, είχαμε μια μεγαλύτερη ευαισθησία για τον πολιτισμό, για να συγκροτήσουμε τη χώρα μας. Να πιάσουμε εκείνη την ανεξαρτησία την κολοβή και να τη μεταμορφώσουμε σε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον, πολύ πιο ωραίο. Δεν τα καταφέραμε. Οι εκ των υστέρων βλακείες μάς έφεραν εδώ που είμαστε.

Η Αμμόχωστος τότε, σαν πόλη, άρχισε τα πρώτα σωστά βήματα για την πολιτιστική της ζωή. Από το 1967 και μετά.

Ξέρετε, το πιο σοβαρό πράγμα που έγινε τότε ήταν η ανακάλυψη του θεάτρου και η αναστύλωση της Σαλαμίνας από τον Βάσο Καραγιώργη. Γιατί ήταν το πρώτο σοβαρό βήμα; Γιατί πήραμε το νήμα απ’ εκεί που σταμάτησε μετά τους σεισμούς και τις κατακτήσεις, σ’ εκείνο το ρωμαϊκό θέατρο της Σαλαμίνας, και δώσαμε συνέχεια με τον Αίαντα, την αρχαία τραγωδία από το Εθνικό Θέατρο Ελλάδος.

Ήμασταν οι πρώτοι που πιστέψαμε ότι ο πολιτισμός θα μπορούσε να γίνει μια προέκταση όλων των ιστορικών και πολιτιστικών δεδομένων της δικής μας ρίζας, προς τα έξω. Γιατί είναι πολύ σημαντικός και ο αρχαϊκός και ο νεολιθικός μας πολιτισμός. Μετά ανακαλύψαμε και τον χαλκό. Όλα αυτά έπρεπε να μας γίνουν συνείδηση.

Και οι διαμαρτυρίες μας μετά την εισβολή έπρεπε να γίνουν μέσω του πολιτισμού. Τίποτ’ άλλο δεν πιάνει σε κανέναν.

You May Also Like

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΘΟΚ – ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ : Κάλλιο αργά παρά ποτέ

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων του Εθνικού Θεάτρου και του ...

Βασίλης Λουλές : “Φιλιά εις τα παιδιά”

Συνέντευξη στη Χρύστα Ντζάνη | Φωτογραφία Παύλος Βρυωνίδης Ο Βασίλης Λουλές μιλά για το ...

Η Πετρούνια, η Βόρεια Μακεδονία και η δύναμη του σινεμά

«Είσαι τόσο καλός όσο η ταινία σου», λένε συχνά οι σκηνοθέτες, εννοώντας ότι η ...

O Γιώργος Χριστιανάκης μιλά στο «Π»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Τριάντα δύο χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση του κειμένου «Μια ...

DEERHOOF

[The interview in english below] Mια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Greg Saunier, ντράμερ των Deerhoof, στο μουσικό Δημήτρη Χατζηζήση, με την ευκαιρία της εμφάνισής τους στο Φεστιβάλ Φέγγαρος ‘Νομίζω ότι η μουσική μας ακούγεται αισιόδοξη γιατί αυτό που ακούς είναι ο  ήχος της νίκης.’  Πριν από 4 χρόνια άκουσα για πρώτη φορά τη μουσική των Deerhoof και από τότε περιφέρομαι αμετανόητα ενθουσιασμένος ενοχλώντας παραβιαστικά τους κοντινούς μου ανθρώπους μέχρι να ακούσουν “την καλύτερη μπάντα στονκόσμο”. Είναι αδιαμφισβήτητα από τους πιο σημαντικούς μουσικούς της γενιάς τους, συνθετικά και οργανοπαιχτικά, με μια τεράστια δισκογραφία, και αμέτρητες συμμετοχές. Η χαρά μου ήταν μεγάλη όταν έμαθα ότι θα εμφανιστούν τοκαλοκαίρι στο Φέγγαρο αλλά τριπλασιάστηκε όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω στον Greg Saunier των Deerhoof με αφορμή την εμφάνισή τους στο φεστιβάλ. Ακολουθεί η σύντομη κουβέντα μας: Τι κάνεις; Πώς πάνε οι συναυλίες του 2018 μέχρι στιγμής; Greg Saunier: Μου άρεσαν οι συναυλίες που κάναμε το 2017 αλλά οι συναυλίες της φετινής χρονιάς έχουν πάει σε άλλο επίπεδο. Όσο πιο πολύ χρόνο περνάμε μαζί με τη μπάντα τόσο καλύτερα τα πηγαίνουμε και καταλήγουμε να ...

Μαρία Ναυπλιώτου | Ενσαρκώνοντας ένα θρύλο

Βασισμένο στο περίφημο σεμινάριο που έδωσε η Μαρία Κάλλας στη Μουσική και Δραματική Σχολή ...

X